Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΥΙΣΚΙ

Charles Jackson

Το Χαμένο Σαββατοκύριακο, μυθιστόρημα

Μετάφραση: Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης

Εκδόσεις Ερατώ, 1992

«Τι δώρο, τι ευεργέτημα είναι το αλκοόλ

αν ξέρεις να το χρησιμοποιείς σωστά!»

 

«Η μέρα ήταν δική του. Είχε ποτό, είχε στέγη.

  Και, κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν και τι έκανε».

 

 

 

 

 

 

Ο ηρωισμός του καθημερινού αντιήρωα στην προσπάθειά του να εξαγοράσει

 άλλες λίγες ώρες ζωής σε αυτό το πανηγύρι της παράνοιας.

 

Δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τις εμμονές μας και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που κατά διαστήματα ανοίγω την Τύφλωση του Κανέττι για να συναντήσω τον ανεπανάληπτο Πέτερ Κην. Αυτόν τον μονομανή και οικειοθελώς έγκλειστο διανοούμενο που, όταν από μια εσφαλμένη επιλογή του αναγκάστηκε να εκτεθεί σε ό,τι αποκαλούμε εξωτερική πραγματικότητα αφήνοντας την ιδιωτική του βιβλιοθήκη με τους 25000 τόμους, τότε συνειδητοποίησε ότι είναι προτιμότερες οι εμμονές του που έχουν σχέση με τα βιβλία καθώς αυτές λειτουργούν σαν τη συνήθεια: Είναι εστία, προστατευτικό τείχος, καταφύγιο, η σκιά το καλοκαίρι. Μάλιστα η ανεπίληπτη εμμονή του για τα βιβλία τον οδήγησε στο σημείο να κουβαλά μέσα στο κεφάλι του ένα μέρος από την τεράστια βιβλιοθήκη του και κάθε βράδυ πριν ξαπλώσει να την αδειάζει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμενε προσωρινά, και το πρωί να την ξαναφορτώνεται υπερασπίζοντας με συνέπεια αυτή τη φιλαναγνωστική μανία. Και προσωπικά το δηλώνω απερίφραστα ότι προτιμώ ένα πρόσωπο που θα υποστηρίζει με συνέπεια κάποια δημιουργική εμμονή, συγκροτώντας με τον τρόπο αυτό και την ταυτότητά του, το ύφος του, παρά ένα άτομο χωρίς προσωπικό στίγμα, σαν τον άλλο θα λέγαμε μονήρη διανοούμενο Πέτερ Σλέμιλ, τον άνθρωπο όμως δίχως ίσκιο.

Επομένως, μετά από αυτή τη δήλωση, το διακύβευμα δεν πρέπει να είναι μεγάλο αν επαναλάβω την πάγια απορία που με διακατέχει, το μόνιμο ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου εν είδει εμμονής: Συχνά αναρωτιέμαι γιατί ένα βιβλίο με κάνει να το ξαναπιάσω στα χέρια μου, να το ξανανοίξω, να το χαϊδέψω ακόμα, να το μυρίσω, να το αντιμετωπίσω σαν ερωτικό αντικείμενο, να ξυπνώ κάποια βράδια και να πηγαίνει το χέρι μου ασυναίσθητα πάνω στο κομοδίνο με την πρόθεση να το αγγίξω μέσα στο σκοτάδι. Να θεωρώ ότι μου μετασχημάτισε τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα καθώς έχει επηρεάσει την κεντρική ασφάλεια των αισθήσεών μου, δηλαδή ό,τι στην πραγματικότητα κατέχουμε, όπως θα πει ο Μπερνάντο Σοάρες ή πιο χαρακτηριστικά ακόμα ο Αλμπέρτο Καέιρο: Είμ’ ένας φύλακας κοπαδιών./ Το κοπάδι είν’ οι σκέψεις μου/ κι οι σκέψεις μου είν’ όλες αισθήσεις. Ίσως αυτό το τελευταίο να είναι που με επαναφέρει σε κάποια κείμενα, σε αυτά που μου διαμορφώνουν σταδιακά την προσωπική μου ιστορία και μορφοποιούν το δικό μου χάρτινο σπίτι. Και βέβαια σε τελική ανάλυση σε ένα βιβλίο επιστρέφουμε από σεξουαλικό μαγνητισμό και ερωτικό πάθος για το αυτονόητο: Οι μεν ιππήων στρότον, οι δε πέσδων,/ οι δε νάων φαίσ’ επί γαν μέλαιναν/ έμμεναι κάλλιστον, έγω δε κήν’ ότ/ τω τις έραται. Ο ένας, λοιπόν, έλεγε κάποτε η Σαπφώ, υμνεί σαν το πιο όμορφο πράγμα πάνω στη μαύρη γη το ιππικό, ένας άλλος το πεζικό, κι ένας τρίτος το ναυτικό. Για εκείνη όμως, το ομορφότερο πράγμα είναι αυτό που ο καθένας απλώς αγαπά και προτιμά, αναδεικνύοντας έτσι μεγαλειωδώς μαζί με τον Αρχίλοχο τον υποκειμενισμό, τον σολιψισμό, τον προσωπικό επεξεργαστή, ως βασικό αξιολογικό κριτήριο απέναντι στην εκβιαστική δράση της ψυχρής δήθεν αντικειμενικότητας και των επιταγών της.

Ο δικός μου προσωπικός επεξεργαστής, τροφοδοτούμενος άλλοτε από λυτρωτικά ερεθίσματα, που λειτουργούν σαν μετάγγιση αίματος, και άλλοτε από το ρίξιμο μιας ζαριάς, με έχει οδηγήσει σε μια σειρά από βιβλία που πιστεύω βάσιμα ότι μπορούν να αλλάξουν το πεπρωμένο εκείνων που σκύβουν επάνω τους, όπως θα έλεγε και ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, ή έστω τον βαθμό μυωπίας στα γυαλιά οράσεώς τους. Ένα τέτοιο κείμενο, τραβηγμένο από τη λίστα των Ιερών Παρεκτροπών, είναι Το Χαμένο Σαββατοκύριακο (1944) του Τσαρλς Τζάκσον (1903-1968). Άλλο ένα ημερολόγιο της ηρωικής κατάρρευσης ενός «ανώνυμου» αλλά αξιοπρεπούς πότη, του Ντον Μπέρναμ, που, αν για τον Σαίξπηρ «Μπέρναμ» ήταν απλώς ένα όνομα δάσους στον λαβυρινθώδη Μάκβεθ -τυχαία επέλεξε αυτό το όνομα ο Τζάκσον και από το συγκεκριμένο κείμενο;…-, για τη φιλολογία της παρέκκλισης και των αποτελεσμάτων της εξάρτησης ο Μπέρναμ μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς. Και δεν είναι μόνος στον κατάλογο των ηρωικώς ασθενούντων και πεσόντων. Δίπλα του στέκουν τέσσερις τουλάχιστον θρυμματισμένες προσωπικότητες που κυκλοφορούν στο Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρυ, στον JohnBarleycornAlcoholicMemoirs του Λόντον, στον Junky τού Μπάροουζ, στις Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου τού Ντε Κουίνσυ. Όλοι με πλήρη συνείδηση της μπεκετικής ρήσης Μα για σκεφτείτε λίγο, για σκεφτείτε, στη γη βρισκόμαστε, σωτηρία δεν υπάρχει! που μεταστοιχειώνεται από τους ίδιους, εκόντες άκοντες εντός της πραγματικότητας, σε αγώνα για να κερδηθεί, να διευρυνθεί ή απλώς για να γίνει ανεκτή η πλήρης βίωση των είκοσι τεσσάρων ωρών της καθημερινότητας.

Το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή, κι ωστόσο συνεχίζουμε.

Όταν ανοίξεις Το Χαμένο Σαββατοκύριακο, βρίσκεσαι μπροστά στους Δουβλινέζους του Τζόυς και τον Μπαμπασάκη: Το βαρόμετρο του εσωτερικού του κόσμου προμήνυε ταραχές (The barometer of his emotional nature was set for spell of riot). Σε αυτή την εμβληματική φράση από Τα αντίγραφα, η οποία σε προδιαθέτει θετικά για τη συνέχεια του βιβλίου. Η φράση προέρχεται από το βιβλίο που έχει στα χέρια του ο Μπέρναμ και τυχαία το ανοίγει σε αυτή τη σελίδα του κατακλυσμού για τον ρημαγμένο ήρωα του Τζόυς. Ταυτόχρονα είναι και μία προοικονομία για τον ίδιο: Εκείνη η φράση ήταν ήδη μέσα του. Θα μπορούσε να την είχε γράψει ο ίδιος. Ανοίγεις τον Τζάκσον και εισαγωγικά συναντάς τον θλιβερό Φάρρινγκτον του Τζόυς και το μπαμπασακικό μεταφραστικό αισθητήριο: Δε νομίζω ότι αρχικά χρειάζεται κάτι άλλο για να ρουφήξει κανείς το βιβλίο και άμεσα να οργανώσει πικετοφορία κάτω από τα γραφεία των εκδόσεων Ερατώ απαιτώντας την επανακυκλοφορία του.

Ο Μπέρναμ δεν είναι ένας τυχαίος πότης, και για την ακρίβεια, ένας κοινός μέθυσος. Έχει κάψει πολλές ώρες πάνω από βιβλία, φαντάζεται κι ο ίδιος τον εαυτό του να γράφει, μνημονεύει και φυσικά όχι τυχαία τον άλλο μεγάλο πότη Φιτζέραλντ και τον Πόε. Και κυρίως, ο Μπέρναμ δεν είναι ένας κοινός μέθυσος καθώς προτιμά να αφεθεί στην προσωπική του δηλητηρίαση, στην οικειοθελή συντριβή, μόνος, χωρίς η πτώση του να έχει ανάγκη από κοινό που η παράσταση θα έχει μεν αποδέκτη αλλά στο τέλος και ειρωνικό χειροκρότημα. Ο Ντον επιδιώκει σε όλο το βιβλίο την απομόνωση –κάτι που η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου (1945) αλλοιώνει αρκετά-, την αναζήτηση της χαμένης του ισορροπίας, το εσωτερικό του στήριγμα μέσα από την παράδοση του στο αλκοόλ. Ο χρόνος γι’ αυτόν υπάρχει για να αντιμετωπιστεί ο πανικός της ύπαρξης που δύσκολα μπορεί μια ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία, ένας ευαίσθητος δέκτης, να τον αποφύγει. Με λίγα δολάρια η διαταραγμένη ισορροπία μπορεί να αποκατασταθεί αλλά πρόσκαιρα, μέχρι να συρθεί κάτω από τη χαραμάδα και πάλι η αγωνία, να εισχωρήσει στο δωμάτιο, και τα μπουκάλια να αδειάσουν εκ νέου. Ο Ντον ποτέ δεν αρνήθηκε ότι είναι ανίκανος να αντισταθεί στον χρόνο και στη θέα του κλεισμένου μπουκαλιού, ποτέ δε μίλησε με αυταπάτες. Έτσι, Το Χαμένο Σαββατοκύριακο γίνεται η ιστορία της ισορρόπησης στο τεντωμένο σκοινί είτε της αποχής από το αλκοόλ, ακούσιας πάντα, είτε της παράδοσης σε αυτό. Γίνεται ένα ακόμα ημερολόγιο της κατάρρευσης και ένα δοκίμιο πάνω στον χρόνο, στην αίσθηση του χρόνου που έχει ο εξαρτώμενος, καθώς αυτός ο χρόνος ανάγεται σε πολύτιμο αγαθό και ταυτόχρονα σε μέγγενη, αφού κάθε του απώλεια στην προσπάθεια να εξοικονομηθεί αλκοόλ, ισοδυναμεί με παράταση της αγωνίας, σε εισβολή του τρόμου. Και ο Πρόξενος Φέρμιν και ο Μπέρναμ, μετρούν τον καιρό με τα μπουκάλια που αδειάζουν. Γι’ αυτούς χαμένος χρόνος δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κενό καθώς τα λεπτά καλύπτονται από τις αναθυμιάσεις του οινοπνεύματος: Όλα είναι το ποτό και το ποτό είναι όλα, γνωρίζοντας εντούτοις ότι και σε αυτή τη στροφή της ρουλέτας η μπίλια θα σταθεί εκ νέου στο μηδέν.

Ως κείμενο, το βιβλίο έχει νατουραλιστική ταυτότητα. Ο Μπέρναμ είναι ένας μέθυσος συμβιβασμένος με την ιδέα της συνολικής του απορρύθμισης, ανίκανος να αντιδράσει και εντελώς προσδιορισμένος από το τραυματικό του παρελθόν: Παιδί μιας διαλυμένης οικογένειας ο οποίος κάποτε άφησε τη φύση του να τον οδηγήσει και προς μιαν άλλη εκδοχή του έρωτα. Άλλωστε η ίδια η αρχή του βιβλίου, Το βαρόμετρο του εσωτερικού του κόσμου προμήνυε ταραχές, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια παρερμηνείας: Ο Ντον είναι έρμαιο των ερεθισμάτων του και των έμφυτων τάσεών του μέσα σε ένα δοτικό για την περίπτωσή του περιβάλλον που τον οδηγεί νομοτελειακά στην αυτοκαταστροφή, κάτι που το αντιλαμβάνεται αλλά, ανίκανος να αντιδράσει, αφήνεται στη ροή των γεγονότων που θα σημάνουν ταραχές. Ο Μπέρναμ γνωρίζει την πορεία του, τους σταθμούς από ποτό σε ποτό, ήδη από τη στιγμή που σκοντάφτει στα λόγια του Τζόυς. Ακόμα και από αυτή τη γνωστή και πολλές φορές επαναλαμβανόμενη φόρμα, τη νατουραλιστική, αν προσεγγίσει κανείς το κείμενο, η ποσότητα του κέρδους δεν είναι αμελητέα. Πρόκειται για ένα διαρκώς παλλόμενο κείμενο, άκρως σύγχρονο –επίκαιρο εννοώ-, που ανατέμνει τον αλκοολισμό, τον αλκοολικό και τη ζωή του, αυτόν που κινείται και σήμερα δίπλα μας, όρθιος μέχρι την τελική του πτώση, δηλητηριάζοντας σταδιακά τον εαυτό του και αδιαφορώντας για τη συντήρηση, για τη διατήρηση του κόσμου του, του κόσμου μας. Έτσι όπως ο Μερσώ στον Ξένο ή Ο Μοναχικός του Ιονέσκο που αποσύρονται και με τη σιωπή τους διαδηλώνουν την αντίδρασή τους προς την εγκληματικά νηφάλια κοινωνία μας, ή όπως ο γιατρός Αντώνιος Ιγνατίεβιτς Κερζεντζέφ στην Τρέλα του Αντρέγιεφ δηλώνει ότι το παν είναι ψέμα, με τον ίδιο τρόπο και ο Ντον αποσύρεται, σιωπά και με τον τρόπο του, με την αυτοκαταστροφική του παρέκκλιση, δηλώνει εύγλωττα τη διαμαρτυρία του: Η κοινωνία η ίδια είναι που σε συντρίβει, που αδυνατεί να σου επουλώσει τις πληγές, ειδικά αν ανήκεις στην κατηγορία των ευαίσθητων ιδιοσυγκρασιών που το παρελθόν έχει αφήσει επάνω σου τραυματικά χαράγματα.

Ο Μπέρναμ δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει το ποτό. Άλλοτε στο σπίτι του αδερφού του, που έφυγε για λίγες ημέρες στην εξοχή και τον άφησε μόνο, και άλλοτε στο μπαρ, η σαρωτική του παρόρμηση προς την οινοποσία τον κάνει να τελειώνει τα μπουκάλια και να στραγγίζει τα ποτήρια χωρίς να το αντιληφθεί. Αν ο Φάρρινγκτον ανήκει στους κοινωνικούς, εξωστρεφείς πότες, ο Ντον είναι το αντίθετο: Είναι ο μελαγχολικός, μοναχικός, εσωστρεφής μέθυσος. Είναι το πρότυπο, θα λέγαμε, του ατόμου που γνωρίζει ότι η αυτοπυρπόληση, η αυτοδιάλυση, μπορεί να γίνει, αν κάποιος το επιλέξει, και με σχετική έστω αξιοπρέπεια. Ο Ντον Μπέρναμ του Τζάκσον, δεν είναι ο Φάρρινγκτον του Τζόυς. Ο Τζόυς πλάθει στις μικρές του ιστορίες τον άνθρωπο της διπλανής μας πόρτας. Ο Τζάκσον έστησε επάνω στο χειρουργικό και ψυχαναλυτικό τραπέζι τον αλκοολικό μας φίλο ή γνωστό, γυμνό σαν στη διαδικασία της νεκροψίας, αυτόν που ξέραμε όπως την παλάμη μας, αλλά με μία βασική διαφορά: Έκανε η πορεία και η πτώση του να απέχει από τον μέσο όρο. Τον απέσυρε από τον εξευτελιστικό συναγελασμό με το πλήθος και φωτογραφίζει την πτώση του όπως αυτή εκδηλώνεται με αξιοπρέπεια ενώπιος ενωπίω ή το πολύ μπροστά από έναν καθρέφτη. Ο Μπέρναμ είναι ένας ευυπόληπτος πότης, ένας καλά εξοικειωμένος με το ποτό που ξέρει ότι για λόγους αυτοπροστασίας είναι προτιμότερο να μεθά μόνος, αντιμετωπίζοντας τον προσωπικό του πανικό και την προσωπική του αναπόφευκτη ήττα.

Η πιο συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη μέσα στο κείμενο μετά από τη λέξη ποτό, είναι η λέξη πανικός. Και το πιο συχνά επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι οι τεχνικές που επινοεί ο Ντον για να βρει λίγα δολάρια και κατόπιν να προμηθευτεί τη δόση του που την παίρνει χωρίς καμία προνοητικότητα για την επόμενη στιγμή δίψας: Μην αφήνεις γι’ αύριο αυτό που μπορείς να πιεις σήμερα, είναι το σύνθημά του. Αν μάλιστα είχε χρήματα, θα έπινε μέχρι θανάτου. Έτσι, μέσα από αυτές τις αχαλίνωτες οινοποσίες, λογικό είναι να διατρέξει όλη το φάσμα των επιπτώσεων που αναλογούν σε έναν συνεπή αλκοολικό: Κλάμα, αίσθηση τρόμου, παραληρήματα, απώλεια της αίσθησης του χρόνου, ονειροπολήσεις, φαντασιώσεις, οξυμένη διαίσθηση, αναδρομές στο παρελθόν, αιφνίδιες ψυχολογικές μεταπτώσεις από τον δημιουργικό οίστρο στην απογοήτευση και τη συντριβή, ανασφάλεια, διψομανία για αλκοόλ ήδη από το πρωί, σοβαρός σωματικός τραυματισμός, σύνδρομο στέρησης, τάσεις μόνωσης, αδυναμία επικοινωνίας με τον περίγυρο, διχασμός (αίσθηση ενός διπλού εγώ: Του μεθυσμένου και του νηφάλιου), υπερσυνειδητότητα, αίσθημα ασφυξίας, αίσθημα αυτολύπησης, κατάρρευση των αισθήσεων, αδυναμία αυτοσυγκράτησης σε σωματικό επίπεδο, ενοχές, τύψεις, μεταμέλεια, τεντωμένα νεύρα, αίσθηση της ανάγκης για βοήθεια και ταυτόχρονη άρνησή της, παραίτηση από όλα, πλήρης εξασθένηση, κατάρρευση.

Ο Μπέρναμ μόνο στα μπαρ αισθάνεται πλήρης και αυτάρκης ή μόνο όταν θυμάται πού έχει κρύψει κάποιο μπουκάλι με αλκοόλ σε κάποια κόγχη μέσα στο σπίτι. Και όταν ξεσπά, ποτέ δεν ξεσπά σαν τον κοινό μέθυσο, σαν τον Φάρρινγκτον φερ’ ειπείν πάνω στο παιδί του, αλλά το ξέσπασμά του στρέφεται πάντα ενάντια στον ίδιο. Και ο στόχος πάντα ο ίδιος: Το να φτάσει, δηλαδή, σ’ εκείνο το σημείο, που πάντα δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο εκτός από ένα και μοναδικό πράγμα: το ποτό, κι άλλο ποτό, και πάλι ποτό, ώσπου να έρθει η αμνησία. Κι αύριο, ξανά ποτό. Για τον Ντον, η μέθη δεν είναι μόνο ένας μονόδρομος αλλά και ένας εμπλουτισμός της εμπειρίας του, είναι σαν τον Πρόξενο Φέρμιν η συνεχής κίνηση στη μεθόριο του ζην επικινδύνως που ή σου βελτιώνει/ λαδώνει τον μηχανισμό με τον οποίο αισθάνεσαι ή σε οδηγεί στο ρείθρο της ζωής. Το σίγουρο είναι ότι τον ίδιο, τα άδεια μπουκάλια τον είχαν αποστασιοποιήσει από τον περίγυρό του, τον είχαν κλείσει στο δωμάτιο μετατρέποντάς τον σε αόρατο και ανώνυμο, σε έναν εξαρτημένο που σε εκείνα τα σπαρακτικά πρωινά προσπαθεί να συγκεντρώσει λίγες έστω σταγόνες ποτού, το φάρμακό του, που απέμειναν στο ποτήρι ή τα μπουκάλια από τη χθεσινή οινοποσία του. Και το θεωρούσε κυριολεκτικά φάρμακο καθώς δεν έπινε γιατί του άρεσε αλλά για το αποτέλεσμα, ακριβώς όπως ο Λόντον στον JohnBarleycorn. Μόνο όμως που εκείνος μπορούσε μέσα από τον ήχο του πάγου μέσα στο ποτήρι του να γράφει, ενώ ο Ντον ποτέ δε θα μπορέσει να γράψει τη νουβέλα που σχεδιάζει, ποτέ δε θα γίνει συγγραφέας. Όλα τα σχέδια καταρρέουν, όπως του μελαγχολικού, δειλού και απλώς ονειροπόλου Τσάντλερ στο Ένα μικρό σύννεφο από τους Δουβλινέζους και πάλι. Αυτός ποτέ δε θα καταφέρει να διαβάσει ένα βιβλίο και πολύ περισσότερο να γράψει ένα που, όπως πίστευε, θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή του. Θα έμενε ισόβια φυλακισμένος στο Δουβλίνο, και ο Ντον ισόβια φυλακισμένος στον σχεδιασμό ενός βιβλίου και κυρίως στην αναζήτηση του αλκοόλ, στη θολούρα από το ποτό και στα μικρά και μόνο διαλείμματα νηφαλιότητας στον ιδιωτικό του πάντα κόσμο που ο ίδιος είχε επινοήσει: Στον κόσμο τού ανώνυμου πότη.

Σχεδόν πάντα ο Ντον έμπαινε σε έναν ακόμη μαραθώνιο οινοποσίας χωρίς να έχει ανανήψει αρκετά από τον προηγούμενο κύκλο μέθης, και πολύ συχνά το νηφάλιο μέρος της προσωπικότητάς του έθετε το αναπόφευκτο ερώτημα στο μεθυσμένο κομμάτι του διχασμένου του εαυτού: Γιατί να φέρνει πάντα τον εαυτό του σε τούτο το γνώριμο αδιέξοδο, σ’ αυτή την απελπισία, σ’ αυτή την κατάπτωση, στις τύψεις αυτές. Οι τύψεις όμως εξασθενούσαν με το πρώτο ποτό και τα ερωτήματα μετατρέπονταν σε αγώνα για την εξοικονόμηση μερικών μισόλιτρων που θα οδηγούσαν στη φθορά, στην απώλεια της συνείδησης, στην απορύθμιση του ευαίσθητου σεισμογράφου του, αυτού που τον είχε οδηγήσει στη συνειδητοποίηση ότι η ζωή του δεν είναι όπως την είχε φανταστεί, η εφηβεία του ήταν μια σειρά από ματαιώσεις και τραύματα, η ενηλικίωσή του σήμανε την είσοδό του σε ένα μέλλον γεμάτο αυταπάτες και ήττες ώσπου να γίνει ειδήμων στην αποτυχία και τις χαμένες ευκαιρίες. Και ο Τζάκσον αναπλάθει και προβάλλει αριστοτεχνικά τον διχασμένο μέθυσο, τα δύο εγώ, μέσα από την παρουσία μιας δεύτερης φωνής που σαν ένα πατρικό Υπερεγώ προσπαθεί να ελέγξει, να παρηγορήσει και να συμβιβάσει το τραυματισμένο Εκείνο, την πιο ευαίσθητη χορδή τού κάθε μελλοντικού αυτοκτόνου μέθυσου. Εκείνου του επαγγελματία πότη που το βλέμμα του είναι μονίμως στραμμένο στην παιδική του ηλικία, εκείνου που έχει αναπόδραστα καθηλωθεί στην εποχή της (δήθεν) αθωότητας, πληγωμένος από κάποια απώλεια, κάποια αποτυχία, κάποια ανεπάρκεια. Μια αγκυλωμένη νεότητα και μια εγκλωβισμένη ενηλικίωση στα αδιέξοδα της κοινωνίας αποτελούν για τον Τζάκσον την ερμηνευτική του προσέγγιση στο θέμα του αλκοολισμού το 1944.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του βιβλίου είναι στο τρίτο μέρος η κινηματογραφική περιγραφή της μάταιης αναζήτησης από τον Μπέρναμ ενός ενεχυροδανειστηρίου, κουβαλώντας μια βαριά γραφομηχανή Ρέμιγκτον η οποία θα του προσπόριζε τα μέσα για λίγα μπουκάλια αλκοόλ. Πρόκειται για ένα εφιαλτικό όνειρο δοσμένο με κινηματογραφικό ρυθμό. Η πόλη περιγράφεται στην πιο εφιαλτική της εκδοχή, έτσι όπως την εισπράττει ο εξασθενημένος Ντον από την ατελείωτη πορεία, από την πορεία – Γολγοθάς πάνω σε μια ατελείωτη, δραματικά  ευθεία λεωφόρο, κάτω από τον ήλιο με το έντονό του φως, δίπλα στα τρένα και τα οχήματα που πηγαινοέρχονται μανιακά και θορυβούν σε βαθμό παράνοιας και ανάμεσα από αδιάφορους, περαστικούς ανθρώπους που το μόνο που ξέρουν είναι πάντα να προσπερνούν αδιάφορα κυνηγώντας τον λίγο χρόνο που τους αναλογεί. Κι αυτός εξαντλημένος, στα πρόθυρα της κατάρρευσης, συντετριμμένος χωρίς όμως να αφήνεται να φτάσει στον πάτο διότι τον συγκρατεί η επιθυμία, η παρόρμηση, η πρόθεση, η ανάγκη για τη δόση του που πρέπει να τον οδηγήσουν στον προορισμό: Το ενεχυροδανειστήριο. Ο αλκοολικός θα κάνει τα πάντα για να βρει οινόπνευμα. Τα πάντα. Όπως ο ναρκομανής, για να βρει ναρκωτικά. Τα πάντα, εκτός από φόνο… Αλλά, δε θα σκοτώσει. Κι αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον αλκοολικό και το ναρκομανή. Αλλά, μονάχα αυτή. Σε αυτή την ασυνάρτητη σύνοψη αλλοφροσύνης, ο Ντον βαδίζει σαν υπνοβάτης, συνεχίζει την πορεία του με την απαίσια και ήρεμη απελπισία που νιώθεις λίγο πριν από την κατάρρευση, αλλά παρατηρεί και μπορεί να ασκήσει την κοινωνική του κριτική. Δεν είναι ο Μπέρναμ ένας αφελής μέθυσος που κάνει απλώς και μόνο μια τυφλή πτήση μέσα στο κενό. Η στάση του, ή και τα λόγια του, σχολιάζουν όλο το θέατρο της θορυβώδους πραγματικότητας γύρω του. Ζει στην εποχή του και την αντιμετωπίζει με τα μέσα που έχει. Υπομένει το βάρος της μόνο με την υπόσχεση του επόμενου ποτού που θα τον οδηγήσει στη λήθη και θα τον κάνει να μην καταρρεύσει. Ο Μπέρναμ κινείται στον εφιαλτικό κόσμο τού Πειρασμού του Αγίου Αντωνίου του Μπος: Περπατά ενάντια στην εξάντληση, τον χρόνο και τους δαίμονες. Όπως και στον παραληρηματικό πίνακα του Μπος το ενδιαφέρον βρίσκεται πίσω από τη φιγούρα τού Αγίου, έτσι και σε αυτό το βιβλίο ανατομίας του Τζάκσον, το ενδιαφέρον του αναγνώστη καλό είναι να παρεκκλίνει σταδιακά από την επικέντρωσή του στο νατουραλιστικό προσκήνιο, πηγαίνοντας στα πίσω από τη σκηνή συμβαίνοντα, από την ιστορία της μέθης και της συντριβής, στο υπόβαθρο της συγγραφής του λιμπρέτου, στην κοινωνιολογία του βιβλίου.

Η πορεία του Μπέρναμ δείχνει προδιαγεγραμμένη. Το βαρόμετρο του εσωτερικού του κόσμου προμήνυε ταραχές, είχε διαβάσει. Αλλά δεν επρόκειτο τώρα για ταραχές, όχι. Επρόκειτο για ένα λήθαργο, ναι, για χαύνωση, για νάρκη. Για ατροφία. Όλα ήταν έτσι, όλα ατροφούσαν, εκτός από την  καρδιά του που χτυπούσε δυνατά, όλα ήταν βαθμιαία απολίθωση, αργός θάνατος. Κι εκεί, πάνω στο τραπέζι ήταν τα αναμνηστικά της ευωχίας… τα άδεια κολλώδη μπουκάλια, οι νεκροί στρατιώτες… Ναι, με ένα άδειο μπουκάλι, που ήταν πριν από λίγο γεμάτο μ’ αυτό που ήταν η κόλασή του, αλλά και η ζωή του μαζί… κανείς, επίσης, δεν ήξερε γιατί το έκανε αυτό, ή τι θα έβγαζε τελικά απ’ όλα τούτα. Μόνον ο ίδιος… Ήταν, φυσικά, μια αλυσίδα δίχως τέλος. Ένας φαύλος κύκλος. Μια ατελείωτη αλληλουχία επιδεινώσεων, όπου η μια ταραχή παράγει την άλλη… έως ότου κατρακυλήσει σε ένα ναδίρ σαν το τωρινό –δίχως, μάλιστα να είναι το έσχατο… Δίχως να υπολογίζει τις χαμένες μέρες, τον χαμένο χρόνο, το αλόγιστο, γρήγορο ξόδεμα της ζωής. Μια ατέρμονη σπατάλη για να πίνει, να κοιμάται και να ξεχνά. Μια άσκηση αντοχής που σταδιακά τον οδηγεί στην έξοδο χωρίς ακόμη να έχει έρθει μόνο και μόνο επειδή η φαντασία του κατόρθωνε να μετατρέπει το μαρτύριο του μεθυσμένου και του νηφάλιου βίου του, τις εκδρομές αυτές στην οδύνη, σε εμπειρία με κέρδος την αυτογνωσία και την ικανοποίηση της περιέργειας και της τάσης του για αναζήτηση. Και ίσως επειδή ο Ντον είχε διπλή φύση, όντας ταυτόχρονα δράστης και παρατηρητής, δεν είχε φτάσει ακόμα στον πάτο, δεν είχε κατρακυλήσει εντελώς σε μια παγίδα που ο ίδιος μέρα με την ημέρα έστηνε στον εαυτό του. Και η νύχτα ξέρει πολύ καλά να στήνει την παγίδα. Τελειωμένος σωματικά, δεν έβλεπε μπροστά του παρά τις νύχτες τού τρόμου που θα τον οδηγούσαν στην παραφροσύνη, στην τρέλα και στο τέλος στην πλήρη κατάρρευση ή, εκτός και ένα μπουκάλι τον ξεμπέρδευε με την  απόγνωση, τον πόνο, την απελπισία και την οδύνη, όπως πάντα την τελευταία στιγμή πριν το κενό. Και ο Μπέρναμ ξέρει να αποφεύγει την πτώση επιστρατεύοντας την περιέργεια και το ενδιαφέρον του για να γνωρίσει το τι πρόκειται να επακολουθήσει, για να διερευνήσει άλλο ένα σκοτεινό μονοπάτι του ναυαγίου της ζωής του. Χωρίς ποτό ευχόταν τον θάνατο για να απαλλαγεί από τον εφιάλτη της στέρησης, από αυτές τις νύχτες του μοναχικού τρόμου. Ήταν τότε που όλες οι αιτίες που μπορούσαν να δικαιολογήσουν το άδειασμα τόσων μπουκαλιών έπαυαν να έχουν πρακτικό νόημα. Ο αλκοολικός βρίσκεται σε πτώση, σε πλήρη υποχώρηση, κι όταν πίνει, κι όταν αδειάζει το ένα ποτήρι μετά το άλλο, τα «γιατί» δεν έχουν σημασία. Στο διάβολο οι αιτίες, θα φωνάξει ο Τζάκσον στο τέλος. Αυτές μπορούν να μπουν σε παρένθεση, σίγουρα υπάρχουν και κάπου οδηγούν αλλά, όταν είχες φτάσει στο σημείο που ένα ποτό ήταν ήδη υπερβολικά πολύ, και, ταυτόχρονα, εκατό δεν ήταν αρκετά, οι αιτίες περισσεύουν, μένει μόνο το αποτέλεσμα: Το τέλος είναι κοντά.

Ο Μπέρναμ δεν είναι ο μέσος μέθυσος, όπως δεν είναι ούτε ο Φέρμιν ούτε δευτερευόντως ο Λόντον. Ο Σελίν μπορεί να βάζει τον Μπαρνταμού να λέει ότι ο έρωτας είναι σαν το πιοτό, όσο πιο ανίκανος και μεθυσμένος είσαι τόσο περισσότερο περνάς τον εαυτό σου για δυνατό και μάγκα και σίγουρο για τα δικαιώματά του, αλλά αυτό δεν αγγίζει την περίπτωση του Μπέρναμ. Αυτός έχει πλήρη συναίσθηση της περίπτωσής του, είναι παιδί του τραυματισμένου του παρελθόντος, ένας ρακοσυλλέκτης των κουρελιασμένων του οραμάτων και απογοητεύσεων που εκμεταλλεύεται το μοναχικό, μακρύ Σαββατοκύριακο για να βρει με άνεση την πιστή του παρηγοριά στο οινόπνευμα. Ο Μπέρναμ αρρωσταίνει οικειοθελώς γιατί σε μια παράλογη κοινωνία όταν η απάντηση δεν είναι πουθενά, το ποτό είναι παντού. Μακριά από κάθε φιλοδοξία, μακριά από την καθημερινή ανοησία μέσα από το κυνήγι του χρήματος και της σταδιοδρομίας, πέρα από τον ίλιγγο της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας,θα γράψει ο Μπαμπασάκης, ο Μπέρναμ παραμένει ένας ακοινώνητος ονειροπόλος, ένας ηττημένος παρίας που απέναντι στην πλαστή ευτυχία που προβάλλει η κοινωνία, εκείνος, όταν δεν εγκλωβίζεται στις αναδρομές του, επικοινωνεί με την αλήθεια των βιβλίων. Όταν ως μόνη κοινωνική αξία προβάλλεται η μαζική ασθένεια του πλουτισμού, ο ηττημένος, ο απόβλητος, βιώνει την ήττα του με αξιοπρεπή άρνηση, αποχώρηση και τέλος πτώση. Και ο Τζάκσον ξέρει και αυτό να το χειρίζεται χωρίς καμία υποχώρηση και ενδοτικότητα προς την εποχή του και τις αξίες της: (Ένα) ευτυχισμένο τέλος (σε ένα βιβλίο ή σε μία ταινία) ανήκει στο ψεύδος που επιδιώκει να διαφημίσει μια ευημερούσα (δήθεν) κοινωνία –μια κοινωνία που μπορεί να πείσει ακόμα και τον απόβλητο, τον αλλόκοτο, τον μοναχικό να ενταχθεί κάποτε στους ρόδινους κόλπους της.

Το Χαμένο Σαββατοκύριακο, όπως και να διαβαστεί, σίγουρα πάντως όχι με τονισμένο το ερωτικό-συναισθηματικό στοιχείο, αποτελεί μια κορυφαία στιγμή στο πλαίσιο της ψυχολογικής διαγραφής των εξαρτημένων χαρακτήρων. Πρόκειται για ένα κείμενο που περιπλανιέται μαζί με τον αλκοολικό αντιήρωα Μπέρναμ στις θάλασσες του οινοπνεύματος που ο ίδιος δημιουργεί, καταγράφοντας τις ψυχικές και σωματικές αντιδράσεις του σε ένα εφιαλτικό αλκοολικό ημερολόγιο. Έτσι ο Τζάκσον συλλαμβάνει το 1944 όλο το φάσμα της εξαχρειωμένης ζωής του ήρωα και όλες τις όψεις μιας εξαρτημένης προσωπικότητας πριν ακόμα το κάνει η ίδια η επιστήμη, ταράζοντας τις υπνωτισμένες συνειδήσεις της εποχής του σχετικά με το υπαρκτό αλλά συσκοτισμένο πρόβλημα του αλκοολισμού. Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να εστιάσει στο εξαρτημένο από το αλκοόλ άτομο και να νιώσει κι ο ίδιος την απόγνωση και τη συντριβή του. Τίποτα στο κείμενο δεν είναι ρομαντικό, όλα κινούνται με την ταχύτητα της ζάλης και της χειρουργικής, λεπτομερειακής καταγραφής: Η τρέλα, ο φόβος, η ψυχική εξάρτηση με αποκορύφωμα τη συγκλονιστική πορεία του Ντον στην έκτη λεωφόρο της απωλείας, στην πορεία προς το ενεχυροδανειστήριο. Και πίσω από αυτά ο Τζάκσον αφήνει να φανεί το σκληρό πρόσωπο της κοινωνίας και των βαθύτερων ψυχολογικών τραυμάτων που ο αλκοολικός συνήθως φέρνει μαζί του. Το κείμενο πάντως σε καμία περίπτωση δεν αποπνέει φτηνό διδακτισμό ή την ατμόσφαιρα μιας σχολικής αίθουσας. Με περιορισμένα τα διαλογικά μέρη και την εξωτερική δράση και με χαλαρή δομή, Το Χαμένο Σαββατοκύριακο ανήκει στα βιβλία που διαβάζονται σε όποια σελίδα κι αν τα ανοίξεις.

Για όλα αυτά, το βιβλίο μόλις την αμέσως επόμενη χρονιά από την έκδοσή του, το 1945, γυρίζεται σε κινηματογραφική ταινία, κερδίζοντας τέσσερα βραβεία Όσκαρ. Ως κινηματογραφική μεταφορά ενός βιβλίου, η ταινία, ως συνήθως, υπολείπεται του πρωτοτύπου. Το μεγαλύτερό της μειονέκτημα είναι αφενός ο υπερτονισμός τού συναισθηματικού παράγοντα στη ζωή του Ντον, η υψηλή επιστασία του από μία γυναίκα φύλακα άγγελο, και αφετέρου η αφελής κατάληξη του έργου: Ο ψυχοσωματικά διαλυμένος αλκοολικός Μπέρναμ, αφήνει οικειοθελώς το μπουκάλι στην άκρη για το χατίρι της πιστής Έλεν, και δέχεται να αλλάξει ζωή έχοντας συνειδητοποιήσει το πρόβλημά του. (Και εύλογο είναι βέβαια να θυμηθείς βλέποντας την κατάληξη της ταινίας, τα λόγια του Μπάροουζ το 1953 στον Junky όταν αναφέρει και θέτει τα πράγματα σε ρεαλιστική βάση, ότι καμιά λογική καταγραφή των μειονεκτημάτων της και κανένας παράλογος φόβος για την πρέζα δεν σου δίνει το συναισθηματικό κίνητρο να την κόψεις). Αυτά τα σημεία είναι που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του κειμένου. Στα υπέρ βέβαια πρέπει να καταγραφεί η σκηνοθεσία, ο πρωταγωνιστής Ρέι Μιλάντ, η φωτογραφία, η πιστή αποτύπωση της πυρετώδους και κατά περιπτώσεις εφιαλτικής ατμόσφαιρας του βιβλίου όπως η σκηνή στην ψυχιατρική κλινική και η πορεία προς το ενεχυροδανειστήριο, που κυρίως γι’ αυτήν προμηθεύτηκα το DVD και το πρωτότυπο κείμενο, χωρίς όμως να το θεωρώ ανώτερο από τη μετάφρασή του. Τελικά, και το βιβλίο και η ταινία πετυχαίνουν να στρέψουν την προσοχή μας στους ανθρώπους που δεν έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή είτε γιατί δεν μπορούν είτε γιατί δεν θέλουν να παίξουν καλά έναν ρόλο που τους έχει επιβληθεί.

Αν οι μεγάλοι δημιουργοί με το γράψιμό τους σε αναγκάζουν να υποταχθείς στο όραμά τους και ξοδεύοντας το πρωινό σου διαβάζοντας Τσέχοφ, όπως θα πει η Zadie Smith, το απόγευμα περιδιαβαίνοντας στους δρόμους αισθάνεσαι ότι ο κόσμος έχει μετατραπεί, έχει μεταμορφωθεί σε τσεχοφικό με τα σκυλιά να χορεύουν γύρω σου, τότε και Το Χαμένο Σαββατοκύριακο του Τζάκσον σίγουρα έχει αυτή τη μετασχηματιστική ιδιότητα. Μετά από το διάβασμά του το εσωτερικό κύκλωμα της ευαισθησίας μας έχει μεταλλαχθεί, έχει ενεργοποιηθεί: Ο Ντον Μπέρναμ δεν μας είναι πλέον ξένος, κινείται πολύ κοντά μας, είναι ένας από εμάς, είμαστε εμείς, και οι τεχνικές που επινοεί για να επιβιώσει είναι τουλάχιστον σεβαστές. Δεν πίνει από αγάπη προς το οινόπνευμα αλλά από ανάγκη, για να καλύψει ένα κενό, για να επουλώσει ένα τραύμα, για να αντιδράσει, για να λυτρωθεί έστω και εφήμερα δημιουργώντας το δικό του κλειστό σύμπαν, για να μεθύσει την αγωνία του. Ο Κανέττι στη μεγαλειώδη Τύφλωση καίει στο τέλος τον Πέτερ Κην και το κλειστό του, αεροστεγές, λογικό σύμπαν. Ο κόσμος της λογικής αυτοαναφλέγεται. Ο Τζάκσον τώρα με τον Μπέρναμ πυρπολεί τον παρία της κοινωνίας, στην πραγματικότητα την ίδια την κοινωνία στους κόλπους της οποίας αυτός εκκολάφτηκε.

Δημήτρης Σαραντάρης