ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Τύμπορ Τάρντος

Παράξενοι μετανάστες της Ανατολής,

Μετάφραση Χριστίνα Σταματοπούλου.

Εκδόσεις Στοχαστής.

Πριν την ανάγνωση :

Κάποτε ο Ισθμός ήταν αναπόσπαστο μέρος του ταξιδιού με προορισμό την πρωτεύουσα. Τα χοιρινά καλαμάκια ήταν μεν πλούσια σε λίπος και ακριβά για τα γραμμάρια κρέατος αλλά τότε, στα μάτια μου, φάνταζαν ως τα πιο νόστιμα και ποθητά. Λίγο μετά τη στάση δινόταν το παράγγελμα και στρέφαμε το κεφάλι δεξιά και αριστερά με την ελπίδα πως θα αντικρύζαμε μία διέλευση.

Με το νέο δρόμο όλα αυτά αποτελούν παρελθόν, τις περισσότερες φορές ούτε που αντιλαμβάνεσαι τη στιγμή που περνάς στη Στερεά αφήνοντας πίσω σου το νησί του Πέλοπα, στάση για σουβλάκια δεν έχει και το ταξίδι, αν και πιο γρήγορο και ασφαλές, συχνά είναι άνοστο.

Πριν λίγο καιρό έκανα την παράκαμψη, πάρκαρα το αυτοκίνητο και περπάτησα τη γέφυρα. Δεν ήμουν τυχερός, το κανάλι ήταν άδειο και μόνο κάποιοι κυνηγοί της αδρεναλίνης δοκίμαζαν την τύχη τους στο bungee jumping. Βάδισα μέχρι το μνημείο που έχει στηθεί για να θυμίζει τους δύο Ούγγρους μηχανικούς που εργάστηκαν στη διάνοιξη. Πριν δύο χρόνια αποχαιρετούσα στο ίδιο σημείο μία κοπέλα, ένιωθα έντονη αμηχανία, η απόφαση του χωρισμού ήταν δική μου, αδυνατούσα να την κοιτάξω στα μάτια. Το βλέμμα μου βρήκε πρόσκαιρο καταφύγιο σε εκείνη την ταμπέλα. Ανάμεσα στις δεκάδες σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό μου και η απορία για το γεγονός πως δύο Ούγγροι ένωσαν δύο θάλασσες ενώ οι ακτές της χώρας τους δε βρέχονται από καμία. Παιχνίδια του μυαλού.

Η Ουγγαρία μου φέρνει στο μυαλό, πρωτίστως, τον τεράστιο σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ. Μετά και το χαμό του Θεόδωρου Αγγελόπουλου είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες εκπροσώπους του σινεμά των δημιουργών. Τα τελευταία χρόνια, κάποια αφιερώματα, μου έδωσαν την ευκαιρία να δω στη μεγάλη οθόνη το σύνολο σχεδόν του έργου του. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Άλογο του Τορίνο ήταν η αποχαιρετιστήρια ταινία του, απόφαση σεβαστή που όμως αφήνει ακόμα πιο φτωχή την έβδομη τέχνη.

Η γνωριμία μου με τον, επίσης Ούγγρο, συγγραφέα Τύμπορ Τάρντος οφείλεται στην τύχη ή για να ακριβολογήσω στο λάθος. Ενώ περίμενα στην ατέλειωτη ουρά για το ταμείο στο ετήσιο παζάρι που λαμβάνει χώρα στην Πλατεία Κλαυθμώνος, ζαλισμένος από τους εκατοντάδες τίτλους που είχα αντικρύσει, διάβασα Τοπόρ αντί για Τύμπορ και έσπευσα να προσθέσω το Mini-Passeport στη στοίβα με τα βιβλία που κρατούσα στην αγκαλιά μου (αρνούμενος το αντιαισθητικό καλαθάκι της εισόδου). Αργότερα στο σπίτι, όταν ξεφύλλιζα, ένα ένα, τα νέα μου αποκτήματα κατάλαβα το λάθος και νευρίασα, το βιβλίο παρέμεινε σιωπηλό στο πυθμένα με τα προσεχώς για αρκετούς μήνες. Όταν τελικά αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία, με μηδαμινές προσδοκίες, ευχαρίστησα την τότε ζαλάδα, υπαίτια του λάθους και της τύχης.

Το μίνι διαβατήριο ήταν ένα έγγραφο το οποίο επέτρεπε στους κατοίκους των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ να ταξιδεύουν εντός αυτών. Μυθιστόρημα δρόμου με τον «αλήτη» ήρωα να αναζητά στο ταξίδι την περιπέτεια. Ένας μπίτνικ από την Ουγγαρία. Μία διαφορετική προσέγγιση της «κομμουνιστικής» πραγματικότητας, μια άλλη διάσταση με τεράστιο ενδιαφέρον, τόσο ιστορικό, όσο και κοινωνικό. Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις των διαβασμάτων μου.

Δίπλα μου στέκουν Οι παράξενοι μετανάστες της Ανατολής, οι προσδοκίες είναι μεγαλύτερες για τη δεύτερη αυτή συνάντηση με τον Τύμπορ Τάρντος.

Η ανάγνωση ξεκινά.

«Το επίσημο όνομα της τοποθεσίας είναι Τραισκίρχεν της Κάτω Αυστρίας. Οι ταξιδιώτες την αποκαλούν Τράνζιτβιλ ή ακόμα καλύτερα Αίθουσα αναμονής, ο καθένας στη μητρική του γλώσσα.»

Μετά την ανάγνωση

Ο Τύμπορ Τάρντος, Ούγγρος συγγραφέας που ζει εξόριστος στη Γαλλία, αποφασίζει να επισκεφθεί το Τραισκίρχεν της Αυστρίας, πόλη που λειτουργεί ως αίθουσα υποδοχής και αναμονής για δεκάδες ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κατάφεραν να υπερκεράσουν το σιδηρούν παραπέτασμα που χωρίζει την Ανατολή από τη Δύση. Σκοπός του ταξιδιού του είναι να καταγράψει τις μαρτυρίες των φυγάδων, τα όνειρα και τις ελπίδες τους.

Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αντίθετα με τα όσα υπόσχεται το εξώφυλλο των Εκδόσεων Στοχαστής, αλλά για μια συλλογή μαρτυριών που συγκέντρωσε ο συγγραφέας κατά την παραμονή του εκεί. Δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να μαρτυρά πως πρόκειται για μυθοπλασία. Ως προς αυτό η αλήθεια είναι πως απογοητεύτηκα καθώς περίμενα κάτι ανάλογο του συναρπαστικού Mini-passeport.

Εντούτοις η ανάγνωση των μαρτυριών αυτών παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον. Έως τώρα, οι αντίστοιχες μαρτυρίες, τις οποίες γνώριζα, προέρχονταν από ανθρώπους των τεχνών και οι λόγοι είχαν να κάνουν κυρίως με θέματα λογοκρισίας. Εγκατέλειπαν τις χώρες τους συνήθως με ορθόδοξους τρόπους, κυρίως μετά από απαίτηση της κυβέρνησης, και δε δυσκολεύονταν να βρουν καταφύγιο σε κάποια χώρα του εξωτερικού. Βεβαίως υπάρχουν και αντίθετα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν το γνωστό κανόνα.

Εδώ όμως έχουμε τις μαρτυρίες απλών ανθρώπων που αποφάσισαν να καταφύγουν στη δύση, ο καθένας για τους λόγους του. Κατέστρωσαν σχέδια στα κρυφά και τα υλοποίησαν, στην Αυστρία έφτασαν όσοι τα κατάφεραν, οι υπόλοιποι, είτε άφησαν την τελευταία τους πνοή λίγα μέτρα μακριά από τον παράδεισο, είτε οδηγήθηκαν σε φυλακές. Δύσκολο να υπολογίσει κάποιος τον ακριβή αριθμό εκείνων που επιχείρησαν τη διαφυγή στη δύση και δεν τα κατάφεραν ή εκείνων που θέλησαν αλλά δεν το επιχείρησαν ποτέ. Οι αυστριακές αρχές συγκέντρωναν τους μετανάστες στο Τραισκίρχεν, με σκοπό να διαχειριστούν ευκολότερα την κατάσταση. Οι μετανάστες δούλευαν για κάποιο καιρό στις τοπικές επιχειρήσεις, στην αρχή χωρίς χαρτιά και ασφάλεια, για λίγα χρήματα. Έκαναν αιτήσεις για χορήγηση ασύλου στη χώρα που επιθυμούσαν να ζήσουν. Κάποιες από αυτές εγκρίνονταν, κάποιες άλλες όχι. Οι συνθήκες που συναντούσαν απείχαν πολύ από το να χαρακτηριστούν ιδανικές, αντλούσαν όμως κουράγιο από την αίσθηση ελευθερίας και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Υπήρχαν και εκείνοι που μετάνιωσαν αλλά πλέον ήταν αργά.

Ο Τάρντος επέλεξε και ο ίδιος το δρόμο της εξορίας, 25 χρόνια πριν από το ταξίδι του στο Τραισκίρχεν, βρίσκοντας καταφύγιο στη Γαλλία. Όταν θα φτάσει στα αυστριακά σύνορα θα έρθει σε επαφή με τον εφιάλτη της γραφειοκρατίας, βασικό γνώρισμα υποτίθεται του ανατολικού μπλοκ. Αρχικά δεν του επιτρέπεται η είσοδος στο χώρο που βρίσκονται οι μετανάστες, στη συνέχεια, του ζητούν να κάνει αίτηση η οποία και εγκρίνεται μετά από μία εβδομάδα, την ημέρα που είχε προγραμματίσει την αναχώρησή του. Έτσι αναγκάζεται να κινηθεί στα όρια της νομιμότητος για να μην αποβεί μάταιο το ταξίδι του.

Ο συγγραφέας αποφεύγει να πάρει ξεκάθαρη θέση, οι ιστορίες των ανθρώπων που συνάντησε του αρκούν. Με τον τρόπο αυτό μένει πιστός στις αρχές της έρευνας και του αντικειμενικού ρεπορτάζ αποφεύγοντας την, αναίτια, συναισθηματική επιβάρυνση του κειμένου. Αν και το κείμενο δεν έχει ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, αποτελεί εντούτοις μια ενδιαφέρουσα ιστορική μαρτυρία.

Καλογερόπουλος Γιάννης

no14me.blogspot.gr