ΤΟ ΝΗΜΑ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΕΙ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

Μία από τις μικρές αλλά γλυκές απολαύσεις που προσφέρει η ανάγνωση είναι η ανακάλυψη των μυστικών νημάτων με τα οποία κάποια βιβλία συνδέονται μεταξύ τους. Δεν αναφέρομαι στην επίδραση που ένας συγγραφέας μπορεί να έχει στη γραφή κάποιου άλλου ή στη συνειδητή μίμηση του ύφους ή των θεμάτων που συχνά συμβαίνει· μιλάω για εκείνα τα σπάνια και ελάχιστα κοινά στοιχεία που δυο ξένα μεταξύ τους βιβλία μπορεί να έχουν και τα οποία περνούν απαρατήρητα από τον αναγνώστη, αν η τύχη δεν τα φέρει κοντά το ένα στο άλλο. Παράδειγμα των ημερών:

Έχω προσέξει, μελετώντας το τελευταίο καιρό το έργο του Ρέιμοντ Τσάντλερ, πόσο προσεκτικά περιγράφει τα χαμόγελα των χαρακτήρων του, ιδίως των απατεώνων και των εγκληματιών και πόσο επιμένει στην ειλικρίνεια τους ή όχι. Λέει φερ’ ειπείν κάπου: «Του χαμογέλασα. Αυτός χτύπησε ελαφρά το πούρο του στην άκρη ενός σταχτοδοχείου και ανταπέδωσε το χαμόγελο. Κανένα από τα χαμόγελά μας δεν ήταν ειλικρινές».

Διαβάζοντας πριν από μερικούς μήνες το εξαιρετικό δοκίμιο του George Steiner «Δέκα (πιθανοί) λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης» βρήκα το σχόλιο που συνοδεύει τέλεια την παρατήρησή μου: «Η άλλη τάξη εμπειρίας της σκέψης όπου σχίζεται ο πέπλος είναι το αυθόρμητο γέλιο. Τη στιγμή που “πιάνουμε” το αστείο ή τυχαίνει να πέσουμε πάνω στο κωμικό θέαμα, η νοοτροπία μας εκτίθεται ολόγυμνη. Προς στιγμήν, δεν υπάρχουν ωριμότερες σκέψεις. Αυτό όμως το άνοιγμα στον κόσμο και στους άλλους διαρκεί ελάχιστα και έχει τη δυναμική του αθέλητου. Απ’ αυτή την άποψη, τα χαμόγελα είναι σχεδόν το αντίθετο του γέλιου. Τον Σαίξπηρ τον ανησυχούσε πάρα πολύ το χαμόγελο των καθαρμάτων.»

Η αναφορά στον Σαίξπηρ με οδήγησε να ξεφυλλίσω ορισμένα από τα έργα του, χωρίς όμως να καταφέρω να εντοπίσω την ακριβή πηγή του Steiner. Ώσπου τις προάλλες, διαβάζοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα της Louise Welsh «Το τελευταίο καρέ», έπεσα στην εξής παράγραφο: «Την κοίταξα σαστισμένος, ύστερα χαμογέλασα θλιμμένα και κατένευσα. Από μέσα μου όμως δεν συμφώνησα σε τίποτα. “Να ‘χει μπορεί κανείς χαμογελαστά χείλη και να ‘ναι κακούργος”, όπως λέει και ο Άμλετ.» Αυτό ακριβώς που γύρευα!

Ιδού, λοιπόν, πώς ένα χαμόγελο δένει με το (οδοντικό) νήμα του τέσσερα βιβλία, τα οποία δύσκολα θα συνδέονταν μεταξύ τους με άλλον τρόπο και έτσι, για λίγο έστω, δεν μοιάζουν τόσο ασυνάρτητα και ασύνδετα τα διαβάσματά μας.  

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος