ΥΠΟΓΕΙΩΣΗ

        

Το ισόγειο

Για την Υπογείωση* του Γιώργου Λαμπράκου μπορούν να γραφτούν πολλά, αλλά θα περιοριστώ σε όσα, επιλεκτικά, έρχονται στο νου μετά από δύο-τρεις, ίσως πρώιμες, αναγνώσεις. Την αφορμή για τούτο εδώ το σημείωμα, άλλωστε, τη γέννησε όχι η υποχρέωση, μα η ανάγκη να μιλήσω για την ομορφιά ενός λόγου που πασχίζει να κρύψει τεχνηέντως τα θέλγητρά του. Το κείμενο είναι σκληρό, απαλλαγμένο από τον λεκτικό πληθωρισμό των καιρών, με γλώσσα δραστική, αλλά τιθασευμένη. Το βιβλίο μικρό, διαβάζεται απνευστί, αλλά όχι εξαιτίας των λιγοστών σελίδων του. Η θητεία του Γ.Λ. στη φιλοσοφία είναι εμφανής (ιδιαίτερα στους επίγονους, αλλά και τους αρνητές του Χάιντεγκερ) κι ο λόγος του ξετυλίγεται πυκνός δυσκολεύοντας το μυαλό να βάλει τις λέξεις στη σειρά.

Η ένοικος                                                                                                                                                                     

   «… ό,τι πεθαίνει αγαπάει ό,τι πεθαίνει»

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Ο αναγνώστης –ή καλύτερα ακόμα ο θεατής– του κειμένου θα χρειαστεί να κρατηθεί γερά από το κάθισμά του: η πτήση είναι χαμηλή και τα κενά αέρος πολλά, όπως πολλά είναι και τα αδειανά, τα έρημα τοπία στην ψυχή της μοναδικής ηρωίδας του βιβλίου, της Άννας. Το σώμα της τσακισμένο, άρρωστο, πολύπαθο· η ψυχή της κατάκοιτη. Κατοικία της, το «υπόγειο» –πιο κάτω από τα βήματα των περαστικών (εκεί, δηλαδή, που ο νους εγκλωβίζει το κορμί κι όχι το αντίθετο). Ο αέρας μέσα στο «υπόγειο» αυτής της ζώνεκρης γυναίκας πνιγηρός· μυρίζει αποσύνθεση, αλλά η αποφορά που σπάει τα ρουθούνια και ποτίζει τον νου είναι αυτή της ψυχής κι όχι του κορμιού. Συντροφιά της έχει το ποτό, ένα σκυλί που αρνείται πεισματικά να εμφανιστεί και την ίδια της τη φωνή (οι λέξεις, το ποτό και η Ελένη μού απέμειναν). Ο λόγος της όμως αφήνει αναπάντητα τα ερωτήματα, που ο νους θέτει, κι επιστρέφει στ’ αφτιά της Άννας βουβός, δίχως ήχο, επιβεβαιώνοντας και το διαβρωτικό υπαρξιακό της άγχος. Τ’ ομολογεί κι η ίδια: […] δεν ακούω πια. Αν ακούσω κάτι τότε θα καταλάβω ότι ακούω. Η γυναίκα του υπογείου έχει ανάγκη να ακούσει, για να πειστεί πως ακούει, έχει ανάγκη από την παρουσία ενός σκύλου, ενός εξωτερικού παρατηρητή, για να πειστεί ότι ζει κι η ίδια.

Κατά βάθος, γνωρίζει ότι η ουσιαστική μοίρα του ανθρώπου είναι η μοναξιά της ύπαρξής του, η μονόδρομη ευθεία της γέννησης, της ζωής, και του θανάτου. Στο μόνο που μπορεί ίσως να ελπίσει είναι στην παρηγοριά του συνοδοιπόρου και τίποτε παραπάνω· όμως δεν έχει ούτε αυτό: Είμαι πιο μόνη κι απ’ τον τοίχο. Αυτός έχει και τρεις φίλους, τους όμοιούς του. Παράλληλα, καθώς η Άννα οδεύει προς το επέκεινα του αρχέγονου φόβου, προσπαθεί να γιατροπορέψει, όπως μπορεί, το τραύμα της επίγνωσης, μα τελικά παραδίδεται εξημερώνοντας κι αγκαλιάζοντάς το: Εγώ δεν είμαι η δύση. Είμαι η δύση της Δύσης, είμαι η δύση που δεν μπορεί να δύσει ακόμα […] Κι ο θάνατος. Ποιος; Ο θάνατος. Τον συνήθισα κι αυτόν, τίποτα δεν είναι. Η Άννα του Γ.Λ. πασχίζει, λοιπόν, να κρατηθεί όπως όπως μέσα στη φθορά της, μα και από την ίδια τη φθορά της. Δεν μοιάζει να είναι μια επικαιρική και μόνο μεταφορά, μια φωτογραφία της χώρας στον παρόντα χρόνο, σφηνωμένη γερά στο εδώ και τώρα. Η σκέψη της δεν κοντοστέκεται. Ο σιωπηρός «μονόλογος της λογικής για την παράνοια», που αποκήρυττε ο Φουκώ, ξεδιπλώνεται εδώ γυρισμένος ανάποδα ως  πραγματική folie nécessaire: Μισώ τη λογική μέχρι τρέλας. Και δεν δίνω δυάρα! Χέστηκα για τη λογική! Η Άννα επιλέγει την έλλογη παράνοια από την άλογη λογική, επιλέγει το «άλλον της λογικής», τη δύση της Δύσης γιατί και το παράλογο έχει λογική. Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, το βρίσκουμε στο Εγκώμιον της Μωρίας, το αντικρίζουμε στους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, του Μπρέγκελ του Πρεσβύτερου, του Ότο Ντιξ, το συναντάμε στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, στον Χάιντεγκερ και το θέτουν πιεστικά οι υπαρξιστές.

Το υπόγειο        

                                                                                                                                                            «… ὄψις γὰρ τῶν ἀδήλων τὰ φαινόμενα»

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ

Ποιο είναι όμως αυτό το υπόγειο και πού βρίσκεται; Αυτό το γνωρίζει μόνον ο αναγνώστης. Η Άννα, άλλωστε, ζωγραφίζει μες στο παραλήρημά της ένα πολύσημο χάος. Η υπόγεια σκηνογραφία, η frons scenae μπροστά από την οποία εκτυλίσσεται η τραγικωμωδία, δεν συνιστά απλώς ένα Τheatrum Greciae, μα ένα φιλόδοξο Theatrum Mundi, (-Vitae, -Animae, -Mentis κοκ.) με πρωταγωνιστή τη γυναίκα του υπογείου – μια πραγματική Homo (Ir)rationalis. Για τον Γ.Λ., άλλωστε, σκηνὴ πᾶς ὁ βίος καὶ παίγνιον, όπως αποκαλύπτει το αλεξανδρινό επίγραμμα που προτάσσει στο βιβλίο του. Κι επειδή τα ανθρώπινα συχνά δεν απέχουν πολύ από τη φάρσα, οι σκηνές από τη ζωή της Άννας δεν θα μπορούσαν να είναι μονότονα τραγικές· έρχονται στιγμές που το εύτακτο χάος αποδιοργανώνεται σε μια διασκεδαστικότατη commedia dell’arte, με όλους τους γκροτέσκους μπουφόνους και τα παραφερνάλια του είδους. Τα αστεία, βέβαια, είναι  μετρημένα «με το κουτάλι του καφέ»· πότε φέρνουν το γέλιο και πότε το χαμόγελο  στα χείλη – αν και το δεύτερο διαγράφεται πάντα σαρδόνιο.

Το «υπόγειο» έχει πάμπολλες ιδιότητες, εγκλωβίζει μα και περιέχει, ξορκίζει και συνάμα ορίζει. Η γυναίκα περιέχεται μέσα στο υπόγειο, μα το περιέχει κι η ίδια μέσα της. Δανείζεται τις ιδιότητές του και παρουσιάζεται μπροστά μας πρωτεϊκή, σε μια αδιάκοπη (εν)αλλαγή: είναι τρελή, λογική, ανθρώπινη, απάνθρωπη, καταγγελτική, συμβιβασμένη, συγκαταβατική, στοργική, άστοργη, αυτοκαταστροφική, απεγνωσμένη, αθυρόστομη, μα πρώτα και πάνω απ’ όλα «α-θυρόψυχη». Το αποτέλεσμα προκαλεί μούδιασμα, οι διακειμενικές αναφορές –ίσως πιο πολλές απ’ όσες χρειάζονταν– ερεθίζουν, αλλά δεν αποπροσανατολίζουν –το κείμενο επιπλέει και χωρίς αυτές–, και το δεύτερο μισό του αλεξανδρινού επιγράμματος στην προμετωπίδα ἢ μάθε παίζειν τὴν σπουδὴν μεταθείς, ἢ φέρε τὰς ὀδύνας προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις, καθώς η Άννα δεν κατόρθωσε ή δεν της έδειξε κανείς πώς να βλέπει τη ζωή ως παίγνιον. Η αλήθεια είναι ότι προς στιγμήν ο αναγνώστης-θεατής ίσως να ξεγελαστεί, ίσως να πιστέψει ότι ο συγγραφέας προσπαθεί να γίνει επικαιρικός – όμως δεν είναι έτσι. Ο Γ.Λ. διαθέτει βαθιά φιλοσοφική και ψυχολογική σκέψη – αρετές σπάνιες στις μέρες μας. Είναι οξυδερκής παρατηρητής και ξεφλουδίζει την ανθρώπινη ψυχή ανελέητα κατεβαίνοντας ένα ένα τα σκαλιά που οδηγούν στο υπόγειο. ψις λοιπόν τῶν ἀδήλων τὰ φαινόμενα και φρονώ πως το ίδιο θα αντιληφθούν όσοι νιώθουν, βλέπουν κι ακούνε όλα τ’ ανομολόγητα που ξεστομίζει η Άννα.

 

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά                           

                                                                                                               «I quit shaving

but the eyes that glanced at me

remained in the mirror»

ALEN GINSBERG

Τι είναι όμως αυτό που κάνει την Υπογείωση του Γ.Λ. τόσο ενδιαφέρουσα;  Πρώτα πρώτα το γεγονός ότι ο συγγραφέας φαίνεται πως ύφανε το λόγο του με εμφανή κόπο και ίσως αρκετή αυτολογοκρισία – σπουδαία προτερήματα και τα δύο, αν και από μόνα τους δεν αρκούν. Το δεύτερο στοιχείο, το βιωματικό, συμπληρώνει τα προηγούμενα και δεν γίνεται να το παραβλέψει κανείς εύκολα, καθώς μάλιστα προσδίδει γνησιότητα στο ίδιο το έργο: εννοείται ότι δεν ενδιαφέρουν και δεν πρέπει να ενδιαφέρουν τα προσωπικά περιτρίμματα του δημιουργού όταν έχουμε μπροστά μας ένα έργο τέχνης, όμως όταν ο ψίθυρος της ψυχής του μουρμουρίζει πίσω από τις λέξεις, τα χρώματα, τους ήχους ή τις κινούμενες εικόνες δεν μπορεί κανείς παρά να κοντοσταθεί και να αναρωτηθεί κι ανθρώπινα. Η θέαση της ομορφιάς (που παρεμπιπτόντως θέλει πάντα τουλάχιστον δύο κοινωνούς για να πραγματωθεί ως τέτοια) δεν είναι αισθητικό επιφαινόμενο, αλλά αισθητηριακό και ψυχικό φαινόμενο. Βιώνεται σ’ εκείνο το κομμάτι της ψυχής όπου λιγοστεύουν οι σκιές. Το αληθινό έργο είναι το βιωμένο –είτε το βίωμα γεννιέται από την πείρα είτε από την ενσυναίσθηση του «εκηβόλου» παρατηρητή. Ο Γ.Λ., λοιπόν, βάζει τη γυναίκα του υπογείου να απαρνιέται το προσωπείο για να αγκαλιάσει τον πραγματικό εαυτό. Την παρακολουθούμε να γδύνεται λίγο λίγο πετώντας από πάνω της τα ράκη των επινοημένων ή παρελθόντων εαυτών. Και δεν διστάζει να μας το ξεστομίσει κατάμουτρα: Υποκριτής δεν είναι ο ηθοποιός, αλλά κάθε άνθρωπος που νομίζει πως είναι ο εαυτός του. Ο Oσκαρ Γουάιλντ, που γνώριζε καλά τι σημαίνουν οι πολλαπλοί εαυτοί, δήλωνε με περισσή ευθύτητα ότι «those who go beneath the surface do so at their own peril» και τούτο ισχύει τόσο για τον συγγραφέα όσο και για τον προσεκτικό αναγνώστη-θεατή.

Εν προκειμένω, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το θαμμένο τραύμα που κρύβεται πίσω απ’ όλες τις πράξεις της ζωής, μα και με τον αληθινό εαυτό που τόσο λίγοι γνωρίζουμε κι ακόμα λιγότεροι τολμούμε να αντικρίσουμε. Αυτόν που είτε «κατ’ ὄναρ φαίνεται» είτε αποκαλύπτεται καμιά φορά τα βράδια –«pur nel sonno almen talora»–, όταν «υπογειωνόμαστε», όταν κατεβαίνουμε κι οι ίδιοι στα υπόγεια του νου και καταλαγιάζει η τύρβη που μόνοι μας δημιουργούμε· μόνο τότε, λοιπόν, γίνεται δύσκολο να καταπνίξουμε την ήδη στραγγαλισμένη εσωτερική φωνή, κι ακόμα πιο δύσκολο να κλείσουμε τα μάτια μπροστά στο πραγματικό είδωλο (όπως αυτό παρουσιάζεται στον –για πολλούς– σπασμένο καθρέφτη της ψυχής). Τα κομμάτια αυτού του καθρέφτη στέκονται αντικριστά κι εμείς, στη μέση, βλέπουμε την εικόνα (μα ποτέ τον εαυτό) να αντανακλάται ad infinitum. Ο Γ.Λ., αντιθέτως, στήνει απέναντί μας τον δικό του ύπουλο καθρέφτη, όπου το χέρι το δεξί παραμένει δεξί και στο κορμί και στο καθρέφτισμά του.

Η Άννα μέσα σε αυτό το κλειστοφοβικό υπόγειο μοιάζει να μονολογεί, όμως ο ψεύτικος εαυτός διαλέγεται με τον πραγματικό και η κατακερματισμένη dramatis persona, (παρα)ληρεί και (παρα)λογίζεται. Ληρεί γιατί μιλά δίχως τελείες και (προσ)κόμματα και λογίζεται γιατί αναστοχάζεται τα πιο άτεγκτα –και εν τέλει άφευκτα– ερωτήματα. Ο συγγραφέας παλεύει, καταπώς βλέπω, να χωρέσει σπουδαίες ερωτήσεις στις λέξεις του (τον θάνατο, τη φθορά του σώματος και της ψυχής, την απουσία του νοήματος, την υπαρξιακή μοναξιά, την ελευθερία, τη σχέση με τους γεννήτορες, την πάλη με την εξάρτηση, και εν ολίγοις τα ultimate concerns, όπως μας τα διδάσκει η υπαρξιακή ψυχανάλυση, μα και, ο Σαρτρ, ο Χάιντεγκερ, ο Κίρκεγκαρντ, αλλά και ο Ιονέσκο, ο Καμύ, ο Μπέκετ, κ.ά. που κρύβονται μεταμφιεσμένοι πότε στις «λέξεις» και πότε στα νοήματα του κειμένου) και φρονώ ότι το καταφέρνει. Από τους λίγους που κατορθώνουν κάτι παρόμοιο είναι, θαρρώ, ο Δημήτρης Δημητριάδης, με τον οποίο ίσως υπάρχουν και εκλεκτικές συγγένειες (για να μην παρεξηγηθώ: δεν ισχυρίζομαι ότι ο Γ.Λ. γράφει σαν τον Δημητριάδη, όμως χειρίζεται με παρόμοια επιδεξιότητα –κι εδώ αξίζει τον θαυμασμό μας– την τεχνική του «παραληρηματικού» μονολόγου). Η πρόθεση είναι οπωσδήποτε φιλόδοξη, μα είναι ανάγκη να καταπιανόμαστε πότε πότε και μ’ αυτά τα άδηλα και τα άρρητα και να μιλάμε και για τη ζωή και για την ύπαρξη, και για τη βίωση και για την επιβίωση, μα και για τον άνθρωπο που χάνεται ανώνυμος στις ρωγμές της ιστορίας.

Γιώργος Τζήμας


* Το κείμενο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη σε φροντισμένη επιμέλεια της Ευτυχίας Παναγιώτου και παρουσιάστηκε υποδειγματικά από τη Ματίνα Μόσχοβη, τον Δημήτρη Αθηνάκη και τη Σοφία Μυρμηγκίδου σε εκδήλωση που έγινε στον πολυχώρο των εκδόσεων.