Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΗΣ ΤΖΑΜΑΪΚΑ

Πώς αγάπησα τις ιστορίες με φόνους και μυστήριο

«Επειδή δεν υπάρχει θεός» ήταν η απάντηση συγγραφέα στην ερώτηση γιατί αγαπάμε τις αστυνομικές ιστορίες συμπληρώνοντας πως «την απουσία του θεού καλείται να καλύψει ο ντετέκτιβ που χαρίζει πίσω στον κόσμο την ισορροπία και την αρμονία που διατάραξε ο φόνος. Η παρουσία του ντετέκτιβ δρα ανακουφιστικά, λυτρωτικά.».

Δεν ξέρω αν πράγματι είναι έτσι. Ίσως να μην υπάρχει ερμηνεία στο γιατί αγαπάμε ένα βιβλίο ή έστω ένα λογοτεχνικό είδος, όπως ακριβώς είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε γιατί αγαπήσαμε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και όχι κάποιον άλλο. Τα βιβλία που έχουν μια κάποια αξία για μας είναι μάλλον κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας, συνδέονται με βιώματα και αισθήματα και φόβους που εκφράστηκαν αλλά κυρίως με αισθήματα και φόβους που δεν κατάφεραν να εκφραστούν.

Τη δεκαετία του ’70 κοντά στο σπίτι μου υπήρχε μια ταβέρνα με την επωνυμία «Τζαμάικα». Δεν ήταν όμως μια πραγματική ταβέρνα. Δύσκολα θα έβλεπες μεσημέρι της Κυριακής μια οικογένεια να ανοίγει τη βαμμένη πράσινη αλουμινένια πόρτα, να κάθεται σε μια γωνιά και να δίνει παραγγελία. Ήταν ένας αντρότοπος με αρκετά τραπέζια εκ των οποίων μερικά ήταν στρογγυλά με στρωμένη τσόχα, είχε στον ένα τοίχο ένα μικρό ράφι πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένο ένα πλαστικό φυτό μέσα σε ένα πήλινο βάζο και στον άλλο είχε τοποθετημένο ένα ραδιόφωνο, από αυτά που σήμερα τα στολίζουν στα σπίτια γιατί θεωρούνται ωραία καθώς σε συνδέουν με άλλες εποχές, αλλά τότε ήταν απλώς συσκευές που είχαν ένα λειτουργικό ρόλο να επιτελέσουν. Δεν ξέρω αν όλα αυτά υπήρχαν στα αλήθεια ή απλώς τα φανταζόμουν καθώς τα τζάμια της «Τζαμάικα» ήταν μονίμως θολά και το φως στο εσωτερικό τόσο θαμπό και μόλις που μπορούσα να διακρίνω τι γινόταν εκεί μέσα, τι έκαναν οι ανδρικές φιγούρες που ήταν σκυμμένες πάνω από τα τραπέζια. Ήταν για μένα ένας περίκλειστος κόσμος, γεμάτος μυστήριο, που μου προκαλούσε περιέργεια και φόβο. Δεν θα τολμούσα ποτέ να ανοίξω την πόρτα, να μπω μέσα και να πω στον ιδιοκτήτη «συγνώμη κύριε, μήπως θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» ή «συγνώμη κύριε, μήπως θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα σας;» όπως έκανα σε άλλες περιπτώσεις, όταν καταλάβαινα πως δεν θα μπορούσα να κρατηθώ μέχρι το σπίτι. Δεν χρειάζεται βέβαια να πω πως αυτή τη «Τζαμάικα» έβλεπα, κόντρα στις περιγραφές και με τρόπο σχεδόν παράλογο, όταν διάβασα το βιβλίο της Δάφνης ντι Μωριέ «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα».

Αν η «Τζαμάικα» μου δίδαξε τη γοητεία και το δέος που προκαλεί το μυστήριο, ένα άλλο περιστατικό μου έμαθε πως ο φόνος είναι κάτι που υπάρχει, πως δεν είναι μια λέξη αφηρημένη που επινοήθηκε για να τρομοκρατεί. Αρκετά μέτρα από τη Τζαμάικα και πολύ κοντά στο δικό μου σπίτι, υπήρχε ένα μπακάλικο του οποίου γνώριζα πολύ καλά τον ιδιοκτήτη μιας και η οικογένειά μου ψώνιζε πάντα από εκεί. Τον έλεγαν Βασίλη και ήταν ένας ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, με μια αστείρευτη επιθυμία για πειράγματα. Στο μπακάλικο από το μεσημέρι και μετά μαζευόταν κόσμος, άνδρες βέβαια, δεν χρειάζεται να το ξεκαθαρίσω αυτό, που τσιμπούσαν ρέγκες κι ελιές, έπιναν τα τσίπουρά τους κι έλεγαν τα δικά τους. Εκείνο το απόγευμα όμως, μάλλον μετά από πολλά τσίπουρα, ένας από τους θαμώνες, γείτονας επίσης, θύμωσε τόσο πολύ με τα πειράγματα του Βασίλη, που έφυγε από το μπακάλικο, πήγε σπίτι του, πήρε ένα μαχαίρι και επέστρεψε για να σκοτώσει τον Βασίλη. Είπαν πως έφαγε τη μαχαιριά κάπου κοντά στην καρδιά, με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του κι όχι τον φόβο, βγήκε παραπατώντας από το μαγαζί του και πέθανε στο δρόμο.

Είχε ήδη πέσει το σκοτάδι, πρέπει να ήταν Νοέμβριος, όταν επιστρέφοντας απογευματινή από το σχολείο, μόνη φυσικά γιατί τότε κανένας δεν μας πηγαινοέφερνε, είδα αστυνομία και κόσμο συγκεντρωμένο και άκουσα τις έξαλλες φωνές. Πλησιάζοντας είδα τις κηλίδες του αίματος πάνω στην άσφαλτο, τον νεκρό τον είχαν ήδη απομακρύνει. Είδα επίσης σχεδιασμένη τη θέση του θύματος με κιμωλία, αλλά τίποτε δεν αποκλείει να είναι αυτό μια μεταγενέστερη προσθήκη στις αναμνήσεις μου. Ο δολοφόνος του Βασίλη συνελήφθη αμέσως. Είπαν πως καθόταν και περίμενε την αστυνομία στην κουζίνα του σπιτιού του δίπλα σε μια γυναίκα που έκλαιγε και ούρλιαζε και τραβούσε τα μαλλιά της, τη γυναίκα του. Θυμάμαι και το δικό του όνομα αλλά δεν θέλω να το γράψω, καταδικάστηκε νομίζω σε ισόβια, αυτό δεν το θυμάμαι, και πέθανε λίγα χρόνια μετά στη φυλακή. Ο φόνος άφησε πίσω μια χαροκαμένη οικογένεια που μετακόμισε λίγο καιρό μετά.

Μέχρι σήμερα βλέπω μερικές φορές στο κέντρο της Θεσσαλονίκης τους γιους του Βασίλη, να περπατούν ο ένας δίπλα στον άλλο με μαύρα ή γκρίζα πουκάμισα κουμπωμένα ως το λαιμό. Αν και ο ένας πρέπει να είναι λίγο πάνω από 50 και άλλος μερικά χρόνια νεώτερος, δίνουν την εντύπωση πως δεν μεγάλωσαν ποτέ. Παρά τη λύτρωση που υπόσχεται η αστυνομική λογοτεχνία, στη ζωή έξω από τις σελίδες, η διαλεύκανση του φόνου δεν έφερε πίσω την ισορροπία και την αρμονία για κανέναν. Όσο βρίσκονται ακόμη στη ζωή τα πρόσωπα του δράματος, εκείνος ο ανόητος, ο βλακώδης φόνος, με το γελοίο κίνητρο, είναι μια πληγή ανοιχτή, τεκμήριο ενός παράλογου κόσμου.

Υπήρχε βέβαια και ο πατέρας μου. Συγχωρείστε τον άνθρωπο που ονειρεύονταν να γίνει εγκληματολόγος, μέγα θαυμαστή της Αγκάθα Κρίστι αλλά και του Χάμετ, φανατικό συλλέκτη της Μάσκας, που είδε μια μέρα τη μαμά του να βάζει φωτιά στο πλυσταριό τον θησαυρό του. Το όνειρο της εγκληματολογίας δεν πραγματοποιήθηκε φυσικά. Έγινε επιπλοποιός και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του δουλεύοντας στο εργαστήριό του που μύριζε ροκανίδι κάτω από μια τεράστια αφίσα του Μπόγκαρντ.

Αν και δεν μου λείπει ο μπαμπάς μου πια, όταν πέφτει ένα καλό αστυνομικό στα χέρια μου αναρωτιέμαι για την εντύπωση που θα του προκαλούσε. Θα του άρεσε άραγε ο Τζο Νέσμπο; Δεν μπορώ να απαντήσω. Θα τον διάβαζε το πιο πιθανό αλλά θα του έλειπε η παλιά φρουρά και κυρίως οι Εγγλέζες του, στις οποίες είχε αδυναμία κι ας μην το ομολογούσε. Ένα από τα τελευταία βιβλία που διάβασε στην ζωή του ήταν «Το νυχτερινό δελτίο» του Μάρκαρη. Όταν πριν από λίγα χρόνια έκανα μια συνέντευξη στο ραδιόφωνο με τον Μάρκαρη, είχα τον μπαμπά μου συνεχώς στο μυαλό μου και είμαι σίγουρη πως θα του έκανε μεγάλη όρεξη να χωθεί στη συζήτηση για να κάνει τις παρατηρήσεις του σχετικά με την πλοκή και τον τρόπο σκέψης του Χαρίτου.

Το πρώτο αστυνομικό που διάβασα στην ζωή μου ήταν δικό του. «Μπορώ να το πάρω μπαμπά;» τον ρώτησα χωρίς λόγο μιας κι ήξερα την απάντησή του εκ των προτέρων. Δεν έβλεπε κινδύνους για τα παιδιά στα βιβλία με φόνους πιστεύοντας απολύτως στα σοβαρά πως τα διαβάζουν «μόνο οι καλοί άνθρωποι». Το περίεργο είναι πως πια δεν θυμάμαι τον τίτλο ή τον συγγραφέα του βιβλίου, αλλά το ίδιο το βιβλίο, ένα καταταλαιπωρημένο πατσαβούρι με αχνό κιτρινωπό εξώφυλλο, που πρέπει να το ρούφηξε με μια ανάσα σε ώρα δουλειάς, γεμάτο σημάδια και τσακισμένες σελίδες. Θυμάμαι όμως πολύ καλά το δεύτερο που ήταν το «Διπλό είδωλο σε σπασμένο καθρέφτη» της Αγκάθα Κρίστι, ένα από τα χειρότερά της κατά τη γνώμη μου, υπερβολικά τεχνικό, με αντιπαθέστατους χαρακτήρες και σαχλή λύση. Το τρίτο όμως ήταν η Αποκάλυψη. Έπεσα με τα μούτρα στη «Μυστηριώδη υπόθεση Στάιλς», νομίζω μάλιστα πως ήταν και το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε η Αγκάθα Κρίστι και δίπλα του δεν βάζω κανένα, ούτε το κάπως ανέντιμο «Η δολοφονία του Ρότζερ Ακρόυντ», ούτε το παθιασμένο «Έγκλημα στο Εξπρές Οριάν». Θα με κατηγορήσετε, το ξέρω, αλλά το «Στάιλς» είναι το πιο συναρπαστικό αστυνομικό που διάβασα ποτέ.

Δεν ταυτίστηκα ποτέ ούτε με δολοφόνους, ούτε με θύματα, ούτε με εκείνους που αναλάμβαναν να δώσουν λύση στο δράμα. Βέβαια είχα συμπάθειες και αντιπάθειες, με τις συμπάθειες να είναι οι πιο πολλές. Παρά την απόλαυση που άντλησα από τις περιπέτειές τους έβρισκα πάντα λιγάκι αχώνευτους τον Σέρλοκ Χολμς, τον Πουαρώ και τη μις Μαρπλ, τον λόρδο Πήτερ Γουίμσεϊ. Αντιθέτως συμπάθησα πολύ την Τούπενς Μπέρεσφορντ, τον Σαμ Σπέηντ και τον Μάρλοου φυσικά, τον Γουέξφορντ και τον Νταλγκλίς, τον Βαλάντερ και τον Χάρι Χόλε, τον Μπλούμκβιστ όμως όχι και τόσο πολύ.

Πολύ συχνά την προσοχή μου τραβούσαν περιφερειακοί χαρακτήρες, όπως για παράδειγμα η ανέμελη μεγαλοαστή Ελοΐζ, η γυναίκα του Ρίπλεϋ, που δεν είχε ιδέα πλάι σε τι τέρας κοιμόταν, όχι πως θεωρούσα τον Ρίπλεϋ τέρας, δεν μου άφησε κανένα περιθώριο να τον δω έτσι η δημιουργός του ή την Κέιτ Μίσκιν της οποίας η δουλειά δίπλα στον Νταλγκλίς την βοήθησε να ανέλθει κοινωνικά, να εγκαταλείψει την άθλια πολυκατοικία στην οποία μεγάλωσε και να κλείνει τις μέρες της πίνοντας πάντα το βράδυ ένα ουίσκι με θέα τον Τάμεση από το καινούργιο διαμέρισμά της.

Σήμερα παραδέχομαι πως διαβάζω πολύ λιγότερο βιβλία με σκοτωμούς και μυστήρια, αγνοώ πολλούς συγγραφείς και νέα ρεύματα, αναρωτιέμαι αν έχω καν το δικαίωμα να γράφω ένα σημείωμα σαν αυτό. Έρχεται, βλέπετε, κάποια στιγμή που μας εγκαταλείπουν τα νεανικά μας πάθη και μάλιστα χωρίς να δώσουν τη θέση τους σε νέα.

Όμως ακόμη και τώρα, στην κάπως παιδιάστικη ερώτηση «ποιο βιβλίο θα θέλατε να είχατε μαζί σας αν ναυαγούσατε σε ένα ερημονήσι;» δεν θα σκεφτόμουν ούτε τον Όμηρο, ούτε τον Σαίξπηρ, ούτε τον Μούζιλ, ούτε τον Μπολάνιο. Θα ήθελα μια δυνατή ιστορία με φονικά, κατά προτίμηση μια που δεν αποκαλύπτει απ’ την αρχή τον δολοφόνο. Δεν μπορώ ωστόσο να αποφασίσω ποια. Αν καταφέρω να απαντήσω στην ερώτηση αυτή ίσως και η στιγμή του ναυαγίου να μου φανεί λιγότερο φρικτή.

 

Εύη Καρκίτη