«ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΛ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΗΤΑ: ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Το ερώτημα είναι φαινομενικά απλό: Μου άρεσαν οι «Ιστορίες του Χαλ»;  Θα πρότεινα το βιβλίο σε έναν φίλο που διαβάζει λογοτεχνία; Δεν επείγομαι να δώσω την απάντηση. Ακριβώς δηλαδή ό,τι μου συνέβαινε και κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, τρεις διαδοχικές νύχτες: είχε σταματήσει το μυαλό μου να τρέχει.

Υπάρχουν βιβλία που διαβάζονται γρήγορα, λαίμαργα. Ακόμη και στις καλύτερες των περιπτώσεων, στο τέλος νιώθω εξαπατημένος. Κανένας τέτοιος κίνδυνος εδώ. Ο Γιώργος Μητάς δεν κάνει κόλπα για να ενεργοποιήσει ταυτίσεις και αυτοματισμούς. Γυρνούσα τις σελίδες αργά, έμενα σε μια πρόταση και άφηνα να κατακάτσει το αίσθημα που μου δημιουργούσε.

Από παιδί προτιμώ τους διαλόγους από τις περιγραφές. Είναι διπλή απόλαυση όμως να διαβάζω κόντρα στις ευκολίες μου. Οι περιγραφές στις «Ιστορίες του Χαλ» δεν είναι στατικές ή καλλωπιστικές. Και ποτέ φλύαρες. Γενικά, δε νομίζω ότι βρήκα μια παραπανίσια λέξη σε όλο το βιβλίο. Η οικονομία του έμοιαζε σαν αυτή ενός φυσικού τοπίου. Μα στη φύση δεν υπάρχει πρόθεση. Εντάξει, ό,τι πιο κοντινού: μιας παγωμένης πόλης. Του Χαλ μέσα από τα μάτια του αφηγητή.

Υπάρχει ζωή στο Χαλ, υπάρχουν ιστορίες να ειπωθούν για τους ανθρώπους που ζουν εκεί; Βέβαια, αρκεί ο αναγνώστης να εισέλθει σε μια κατάσταση ελάχιστα πιο ενεργή από αυτή της χειμέριας νάρκης. Να κάνει τη δουλειά του και να παρατηρεί, όπως οι τρεις φοιτητές μάρτυρες (και οριακά συμμέτοχοι) των ιστοριών: ο Ισπανός, ο Έλληνας κι ο Τούρκος. Στο περιθώριο των υποχρεώσεων τους θα συναντήσουν τρεις ανθρώπους του Βορρά, τη μοναχική ηλικιωμένη ταξιθέτρια, τον τυφλό ερωτευμένο με τον σκύλο-οδηγό, και τον γίγαντα νοσταλγό μιας περασμένης εποχής.

Είναι αυτές οι ιστορίες ενδιαφέρουσες, μας αφορούν με κάποιο τρόπο; Λάθος ερώτημα. Δεν υπάρχει εδώ κάτι γαργαλιστικό ή διδακτικό. Το είπα ξανά, ο αναγνώστης θα πρέπει να ρίξει το εγώ του και τις επιθυμίες του σε βαθμό υποθερμίας. Να σταματήσει να συμπεριφέρεται λες κι ο ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό ειδικά για να τον ζεστάνει. Θα πρέπει να ακολουθήσει σιωπηλός τα φωτεινά σήματα που του κάνει ο συγγραφέας. Και σε αυτό, ο Γιώργος Μητάς είναι εξαιρετικός οδηγός. Ένας αριστοτέχνης στη διαδοχή των σκηνών, στην ανάπτυξη του μύθου.

Μακάρι να βρισκόταν ένας σκηνοθέτης να έπαιρνε ένα συνεργείο εκεί στη βορειοανατολική Αγγλία, να γυρίσει σε ταινία το βιβλίο, τρία επεισόδια από μισή ώρα το καθένα. Αν μπορούσε να μεταφράσει κινηματογραφικά το λογοτεχνικό όραμα του συγγραφέα, θα είχαμε κάτι υπέροχο μπροστά στα μάτια μας. Κι όμως, ο αναγνώστης είναι ακόμη πιο τυχερός: έχει την ευκαιρία να δημιουργήσει αυτό το έργο μόνος του, πίσω από τα μάτια του. Ακόμη κι αν κάποιες στιγμές θα χρειαστεί να τα κλείσει.

Ο Γιώργος Μητάς γνωρίζει το θέμα του, έχει κυριολεκτικά περπατήσει στους δρόμους της πόλης που περιγράφει. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απαιτητική, ποτέ όμως δεν παρασύρεται σε υφολογικές επιδείξεις. Δεν ξέρω πώς θα είναι το επόμενο βιβλίο του, αυτό όμως έπεσε σαν μετεωρίτης.

Έτσι λοιπόν, μετά τους Thin Lizzy και τους Housemartins (σε μερικές σελίδες η λυτρωτική μουσική τους φτάνει στα αυτιά του αναγνώστη), με το βιβλίο αυτό, το Χαλ εγγράφεται  εις το εξής (και για πάντα) στον χάρτη της φαντασίας μου. Σας χρωστάω μια απάντηση στο αρχικό ερώτημα:  ναι, να το διαβάσετε!

Γιώργος Στόγιας