ΜΟ ΓΙΑΝ, ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2012

Κάθε βραβείο αποτελεί μιαν επικίνδυνη άσκηση ισορροπίας, πόσο μάλλον ένα βραβείο παγκοσμίου βεληνεκούς όπως είναι τα βραβεία Νόμπελ για τη λογοτεχνία. Γι’ αυτό οφείλουμε πλέον, μετά από τόσες δεκαετίες, να θεωρούμε δεδομένη την πολιτική τους διάσταση και ούτε να τα απαξιώνουμε, όπως συνηθίζουμε κάθε χρόνο επειδή δεν βραβεύτηκε ο συγγραφέας που ο καθένας από εμάς γνωρίζει και προτιμάει, ούτε να υπερεκτιμούμε τη σημασία που έχουν για την αξία ενός δημιουργού. Έτσι η Σουηδική Ακαδημία βράβευσε πριν από δώδεκα χρόνια τον Κινέζο (αλλά πολιτογραφημένο Γάλλο) συγγραφέα Γκάο Ζίνγιαν, επιδιώκοντας, όπως αποδείχθηκε, όχι τόσο να τιμήσει έναν σημαντικό συγγραφέα, γιατί ο Γκάο Ζίνγιαν δεν είναι πραγματικά μεγάλος, αλλά περισσότερο να κάνει ένα άνοιγμα προς την Κίνα – σε μια εποχή μάλιστα που και η ίδια η Κίνα επιχειρούσε το δικό της προσεκτικό άνοιγμα προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Η φετινή επιλογή της Ακαδημίας θεωρήθηκε από την πρώτη στιγμή μια απόφαση με παρόμοια κίνητρα. Δεν είναι όμως τέτοια. Ακριβέστερα, δεν είναι μόνο τέτοια. Γιατί ο Μο Γιαν είναι ένας μεγάλος και πρωτότυπος συγγραφέας που μοιάζει να ικανοποιεί, συγχρόνως, και το κριτήριο της αναμφισβήτητης λογοτεχνικής αξίας και τις επιδιώξεις και επιθυμίες τόσο της δυτικής όσο και της κινεζικής πλευράς για αμοιβαία προσέγγιση. Πόσο μάλλον που το έργο του και η ζωή του δεν τον εντάσσουν ξεκάθαρα ούτε στους υποστηρικτές της κινεζικής κυβέρνησης ούτε στους αντιφρονούντες. Με τα μυθιστορήματά του ο Μο Γιαν έχει ασκήσει οξύτατη κριτική στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση της χώρας του και έχει υποστεί διώξεις γι’ αυτό τον λόγο, αλλά από την άλλη ποτέ δεν την εγκατέλειψε, παρόλο που, όπως κάθε αντικαθεστωτικός συγγραφέας στην Κίνα, έχει δεχθεί συχνά διευκολύνσεις για να το κάνει. Μα ο Μο Γιαν είναι πολύ βαθιά ζυμωμένος με το χώμα και τους ανθρώπους του τόπου του, για να τον εγκαταλείψει.

Γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1955 στο Γκαόμι, στη βορειοανατολική Κίνα, και μεγάλωσε σε μια εκτεταμένη οικογένεια που περιλάμβανε δεκατέσσερα μέλη, γονείς, παιδιά, παππούδες, θείους και ξαδέρφια. Στον παππού του οφείλει ο Μο Γιαν τη βαθιά γνώση της προφορικής, ανεπίσημης ιστορίας του τόπου του και των θρύλων και δοξασιών που τόσο συχνά εμφανίζονται στα μυθιστορήματά του. Η συμμετοχή του στην έκδοση μιας «ενοχλητικής» σχολικής εφημερίδας είχε ως αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από το σχολείο στην ηλικία των δώδεκα ετών και να δουλέψει στο εξής στα χωράφια· παρόλη την εξάντληση και τη διαρκή πείνα (διαρκώς παρούσες στα μυθιστορήματά του) δεν έπαψε ωστόσο να μελετάει, τις νύχτες πια από τα βιβλία του μεγαλύτερου αδελφού του. Το 1976 κατατάχτηκε εθελοντικά στον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, μια και αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να ξεφύγει από τη βαριά χειρωνακτική εργασία και να εξασφαλίσει κάποιον χρόνο για μελέτη και συγγραφή.

Το πρώτο του διήγημα, με τον τίτλο «Ακατάπαυστη βροχή μιαν ανοιξιάτικη νύχτα», δημοσιεύτηκε το 1981. Πολλά ακόμη ακολούθησαν ως το 1987, οπότε κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα «Οι κόκκινοι αγροί» με το οποίο καθιερώθηκε αμέσως ως ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της μεταμαοϊκής Κίνας. «Οι μπαλάντες του σκόρδου» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη) που εκδόθηκαν το 1987 του δημιούργησαν προβλήματα με τη λογοκρισία, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από τον στρατό. Δεν σταμάτησε όμως ποτέ να γράφει. Το πραγματικό του όνομα είναι Γκουάν Μογιέ. Μο Γιαν σημαίνει «μη μιλάς», μια προτροπή που ποτέ δεν την ακολούθησε. Άλλα έργα του: «Η ζωή και ο θάνατος με φθείρουν», «Μεγάλα στήθη και φαρδιές περιφέρειες», «Η δημοκρατία του κρασιού».

Κύριο χαρακτηριστικό του έργου του Μο Γιαν είναι ο τρόπος που συνδυάζει στοιχεία που μοιάζουν ασύνδετα μεταξύ τους: τον σκληρό ρεαλισμό με μιαν ιδιότυπη νοσταλγία για όσα αφηγείται· την πολιτική κριτική για τα ιστορικά σφάλματα της Κίνας με τον τραχύ ερωτισμό· τη σάτιρα με τη φαντασία. Μια σκηνή έντονης βίας (εκατοντάδες τέτοιες σε όλα τα βιβλία του) ακολουθείται από μια ονειρική περιγραφή της φύσης ή από την αφήγηση μιας μαγικής συνάντησης πεθαμένων με ζωντανούς. Μια απαισιόδοξη ματιά στην παρελθόν και το παρόν της Δημοκρατίας της Κίνας μετριάζεται από έναν προαιώνιο τοπικό θρύλο που καθησυχάζει τον αναγνώστη με τη διάρκειά του. Τον συγκρίνουν με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και με τον Ουίλιαμ Φώκνερ. Ο ίδιος ομολογεί τη συγγένεια που αισθάνεται και με τους δύο αυτούς συγγραφείς, αλλά η στέρεη σύνδεσή του με την κινεζική επαρχία και τους ανθρώπους της, η βαθιά πολιτική ματιά του και η μοναδική φαντασία του δημιουργούν ένα ξεχωριστό και πρωτότυπο μείγμα και τον αναδεικνύουν σε παγκόσμιο συγγραφέα που αξίζει να διαβαστεί.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος