ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ EX-LIBRIS: ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

Jan Cernos, Πηνελόπη

Η απόγνωση της Πηνελόπης

Δεν ήτανε πως δεν τον γνώρισε στο φως της παραστιάς· δεν ήταν

τα κουρέλια του επαίτη, η μεταμφίεση, – όχι· καθαρά σημάδια:

η ουλή στο γόνατό του, η ρώμη, η πονηριά στο μάτι. Τρομαγμένη,

ακουμπώντας τη ράχη της στον τοίχο, μια δικαιολογία ζητούσε,

μια προθεσμία ακόμη λίγου χρόνου, να μην απαντήσει,

να μην προδοθεί. Γι’ αυτόν, λοιπόν, είχε ξοδέψει είκοσι χρόνια,

είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων, για τούτον τον άθλιο,

τον αιματόβρεχτο ασπρογένη; Ρίχτηκε άφωνη σε μια καρέκλα,

κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες στο πάτωμα, σαν να κοιτούσε

νεκρές τις ίδιες της επιθυμίες. Και: «καλωσόρισες», του είπε,

ακούγοντας ξένη, μακρινή, τη φωνή της. Στη γωνιά, ο αργαλειός της

γέμιζε το ταβάνι με καγκελωτές σκιές· κι όσα πουλιά είχε υφάνει

με κόκκινες λαμπρές κλωστές σε πράσινα φυλλώματα, αίφνης,

τούτη τη νύχτα της επιστροφής, γυρίσαν στο σταχτί και μαύρο

χαμοπετώντας στον επίπεδο ουρανό της τελευταίας της καρτερίας.

Γιάννης Ρίτσος, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα

Vladislav Kvartalny, Πηνελόπη

 Πηνελόπη

Αυτός στον ανοιχτό του κόσμο

στα φονικά του και στα φαγοπότια

στις σκευωρίες και στα γιουρούσια του

– να μηχανεύεται, όλο να μηχανεύεται

ο άνοστος.

Και στις γυναίκες του,

καν μια καν δυο.

Όλες τους να συντρέξουν τον ταλαίπωρο –

τάχα η ξενιτιά τον φαρμακώνει

και θαλασσοδέρνεται.

Να σπέρνει μούλικα μην και χαθεί η φύτρα του.

Ποιο μώλυ

ποιο θεϊκό αντιφάρμακο

στα μαγικά της Κίρκης.

Περιττό.

Ο χοίρος δεν μεταμορφώνεται σε χοίρο.

Είναι.

Ως και στον Κάτω Κόσμο κατηφόρισε

για να αργοπορήσει.

Να μάθει λέει απ’ τις σκιές των πεθαμένων.

Τον Παλαμήδη

ούτε τον ρώτησε ούτε που τον απάντησε.

Πού κότσια ο δίος

να υποστεί το αίμα του αδικημένου.

Κι εγώ κλειστή περίκλειστη

να σέρνεται ένα νιάνιαρο στα πόδια μου

να σέρνεται του κόσμου το φαρμάκι

φίδι να με φάει.

Και παίρνω την απόφαση

να κάνω πράξη όσα η δολερή τους γλώσσα

πέταγε.

Αυτός ο δόλος ο δικός μου.

Η μηχανή μου.

Μια νύχτα δέσποσαν στο κούφιο σώμα μου

οι πάντες.

Αμέτοχο κορόιδευε την πείνα των μνηστήρων,

ζέχναν τα χνότα τους κρασί και ήττα.

Ήρθε γεννήθηκε ο Πάνας.

Μες στ’ όνομά του κρύφτηκε

η ψυχρή ψυχρότατή μου εκδίκηση

όπως κι εγώ μες στο δικό μου όνομα

κρυβόμουν χρόνους είκοσι

να υφαίνω να ξεϋφαίνω την απάρνησή μου

η απαρνημένη.

Γύρισε κάποτε ο χορτασμένος

κι ούτε που γύρεψε

μα την ελιά στα στήθη μου

μα την ελιά κρεβάτι.

Αυτά τα λένε οι ποιητές.

Μα πώς να νιώσει να νοιαστεί

τον πόνο της γυναίκας ο αλλόφυλος.

[Παντελής Μπουκάλας, Ρήματα]


Jan Cernos, Ελένη

Ελένη

Δέκα χρόνια πήρε στους Έλληνες

να ετοιμάσουνε το στόλο

μετά από τη φυγή της Ελένης με τον Πάρη.

Ακόμα δέκα πολεμήσανε στην Τροία

για να την πάρουν πίσω.

Όταν λοιπόν η Ελένη επέστρεψε στη Σπάρτη

ήταν ώριμη πια, γυναίκα σαραντάρα, που λέμε,

απάνω που η ομορφιά αρχίζει να μαραίνεται.

Εξάλλου, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που την απήγαγαν.

Δεκαπεντάχρονη παιδούλα ακόμα

είχε γνωρίσει την απαγωγή από το Θησέα.

Κι ο έρωτας με τις περιπέτειές του

αντιμάχεται την ομορφιά με τη σπατάλη.

Σ’ αυτή την ώριμη ηλικία, τη φθινοπωρινή,

πριν από τη δύση,

προτιμώ να φαντάζομαι τη σπάνια ομορφιά της.

Σκεφτική μες στα δωμάτια ή μπρος στο ηλιοβασίλεμα

χαμένη σε συλλογισμούς

να αναλογίζεται

τα πάθη που άναβε το ολύμπιο πέρασμά της,

τ’ αδέλφια της, τους Διόσκουρους

όταν την γλίτωσαν από τα χέρια του Θησέα·

το σμίξιμο της Λήδας με τον Δία.

Να συλλογιέται ακόμα

την αδελφή της, που πήγε νύφη στις Μυκήνες

κι ό,τι ακολούθησε στο σπιτικό των Ατρειδών,

και λεπτομέρειες απ’ όταν ήτανε μικρή

στο σπίτι του Τυνδάρεω, του γονιού της.

Έτσι προτιμώ να φέρνω στο νου μου την Ελένη:

σαν τα παλιά μινωικά σκαριά τα δουλεμένα,

γλυκόπιοτη όπως παλιό κρασί της Σάμου,

λίγο βαριά στη μέση, στους γοφούς

και με το βλέμμα μελωμένο από τις θύμησες. 

[Ρήγας Καππάτος, Όλη η Ελλάδα]


Vladislav Kvartalny, Καλυψώ

«Επέστρεφε και παίρνε με»

Όχι ο ύπνος. Ο ούριος άνεμος

φέρνει τα όνειρα

αυτός που έστειλαν οι θεοί

να βυθίσει την άπνοια

ν’ αλυσοδέσει τη φουρτούνα

ώστε ταχύς και ανεμπόδιστος

να πλεύσει ο χωρισμός του Οδυσσέα

από την Καλυψώ

σε κείνην δε αυστηρά διεμήνυσαν

«Φτάνει.

Έτη επτά τον κράτησες αιχμάλωτο

στου έρωτά σου τη σπηλιά.

Διάστημα μεγάλο που κουράζει

και το εφικτό και το ανέφικτο.»

Υπέκυψε η Καλυψώ

αλλά εντός της θρήνος.

Άκουγε κείνος ο φταίχτης

ο ούριος για τους χωρισμούς άνεμος

τον έζωσε μια θυελλώδης ενοχή

μη δέρνεσαι

θα ναυπηγήσω όνειρα τής έταξε

για την παράνομη επιστροφή του Οδυσσέα κοντά σου

νύχτα θα σου τον φέρνουνε

αφώτηγο θα σού τονε στερούν.

Από τότε σιωπηρά καθιερώθηκε

με αυτό το μέσον

μέσω δηλαδή των τύψεων της πραγματικότητας

να εξυπηρετούνται πέρα δώθε

και τα δικά μας όνειρα.

Αληθεύει άραγε η επιστροφή;

Δευτερεύον πόθος.

Προέχει

αυτό το ονειρώδες πηγαινέλα

των ονείρων ν’ αληθεύει.

(Κική Δημουλά, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)  


 

Jan Cernos, Ναυσικά

Ναυσικά Ι

ο ιάπωνας μπασό είχε μια μπανανιά

για σπίτι και για όνομα

ο έλληνας φύτεψε μιαν άλλη

στο περιβόλι

χωρίς μεταφυσική

την ήθελε για να ταΐζει το παιδί

ο άλλος έλλην – αχαιός αυτός –

συνάντησε στην ακροποταμιά

στην εκβολή στην θάλασσα μία κόρη φοινικιά

μόνον την φοινικιά της Δήλου ξέρω να ξεπετάγεται

από τη γη

ένας βλαστός καθώς εσύ το δέος να μου προξενεί

 – έτσι της είπε –

καημένη ναυσικά

ούτε που άγγιξε τα γόνατά σου

τα ωραία λόγια άκουσες μία μοναδική φορά

για να τον χάσεις ύστερα για πάντα

τον πεσμένο στα πόδια σου ικέτη

ιδιοκτήτη φορτηγού

ναυαγισμένου καραβιού

ήταν – ποιος άλλος – ο αγαπημένος σου πατέρας

η βέβαιη ώθηση του ξένου στο επέκεινα

από όπου ούτε η βάρκα που τον έπεμψε

ούτε αυτός δεν θα επιστρέψει

γιατί εκείνος προς πέρα – εκεί ήταν ο νόστος του

ο νόστος των ανδρών είναι ο προορισμός τους

μακριά από τη ναυσικά

ξέχνα λοιπόν του ξένου τα όλο μέλι λόγια

προς ώρας φάρμακο για την καρδιά

φάρμακο βέλος να ανοίγει πληγή

αφού ποτέ δεν θα επαναληφθεί

η πράξη σφραγίδα το ανεξίτηλο σημάδι

ενώ εσύ ακόμα αναρωτιέσαι αναπολώντας:

καλύτερα να ήταν που τον γνώρισες;

για τους θνητούς δεν είναι ασπίδα

της ευτυχίας η άγνοια;

[Φοίβη Γιαννίση, Ομηρικά]

Vladislav Kvartalny, Ναυσικά

Ναυσικά

Σβήσε το λύχνο, γριά Ευρυμέδουσα, τι κάνεις τόσην ώρα;

Μήτε πεινάω, σου λέω, μήτε νυστάζω. Το μόνο που θέλω

είναι να κλείσω τα μάτια μου. Ρίξε μου μια κουβέρτα ακόμα.

Και τι που κάνει ζέστη; Εγώ κρυώνω. Ολόγυμνο τον είδα, νένα,

δίπλα στα σκοίνα, κι είχε φύκια στα μαλλιά του. Άλλο δε θέλω

μονάχα να του βγάλω ένα προς ένα τα μικρά χαλίκια

που ‘χαν κολλήσει στις γυμνές πατούσες του και να του βάλω

ετούτο το λουλούδι, που κρατώ στον κόρφο μου, στα δυο του δάχτυλα

κει που χωρίζουν από το λουρί του σάνταλου. Τώρα,

κοιμάται δίπλα, σκεπασμένος με τα κόκκινα σκουτιά μου.

[Γιάννης Ρίτσος, Μαρτυρίες, σειρά δεύτερη]


Vladislav Kvartalny, Κίρκη

Το παλάτι της Κίρκης

Γύρω απ’ το συντριβάνι της που τρέχει

με τη φωνή ανθρώπου που πονεί

είναι λουλούδια που κανείς δεν έχει

ξαναδεί. Με μυρωδιά σιχαμερή

και πέταλα που στάζουν φαρμάκι.

Φυτρώνουν απ’ τα μέλη των νεκρών.

Ποτέ να μην ξανάρθουμε εδώ.

Πάνθηρες λιάζονται στη βρύση.

Το δάσος σκοτεινιάζει πιο πέρα.

Στις σκάλες του κήπου στριφογυρίζει

ο πύθωνας. Παγόνια περπατούν

αργά κι επίσημα. Και μας κοιτούν

με μάτια ανθρώπων που είχαμε γνωρίσει.

[T. S. Eliot, μτφ. Νάσος Βαγενάς]

 

Jan Cernos, Κίρκη

Κίρκη

Η πατρίδα μου είναι στα μάτια σου, το καθήκον μου είναι στα χείλη σου.

Ζήτα μου ό,τι θέλεις εκτός από το να σ’ εγκαταλείψω.

Αν ναυάγησα στις ακρογιαλιές σου, αν ξάπλωσα στην άμμο σου

είμαι ένας ευτυχισμένος χοίρος, είμαι δικός σου, τίποτε άλλο

δεν έχει σημασία.

Είμαι από τον ίδιο ήλιο μ’ εσένα.

Οι δάφνες μου στην ευδαιμονία σου, το χτήμα μου δικό σου.

[Γαμπριέλ Σάιντ, Η παρουσία της Ελλάδας στην ποίηση της Λατινικής Αμερικής, μτφ. Ρήγας Καππάτος]


Vladislav Kvartalny, Σειρήνες

Οι Σειρήνες

Δεν υπήρχαν πιο παράφωνα πλάσματα

στον κόσμο από τις Σειρήνες.

Κάποιος κουφός όμως θα πέρασε

πρώτος από τα μέρη εκείνα

που ξεκίνησε την ιστορία αυτή

για το σαγηνευτικό τραγούδι τους.

Χάθηκαν όλοι όσοι ακολούθησαν

μάταια προσπαθώντας να συγκρατήσουν

αυτό που χάνεται όσο και αν ακούς.

Επαληθεύθηκε έτσι η φήμη τους

όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις.

Ποιος θα τολμούσε τώρα πια

να αμφισβητήσει τέτοια υπόθεση.

Ο Οδυσσέας αγνοούσε τις Σειρήνες

αλλά γνώριζε τους ανθρώπους.

Στα αφτιά των συντρόφων του

το κερί τα στόματα βούλωσε.

Τίποτε δεν θα είχαν να πουν

ενώ εκείνος θα είχε αποδείξει

ότι και το πιο σαγηνευτικό 

τραγούδι δύσκολα γλυτώνει

από σφιχτά δεμένο άνθρωπο

που δεν θέλει να ακούσει.

[Γιώργος Χουλιάρας, Δρόμοι της μελάνης]

Jan Cernos, Σειρήνες

Fiat Uno

Σταμάτησε το αυτοκίνητό της λίγα μέτρα

από κει που στεκόμουν και περίμενε

κοιτάζοντας από τον καθρέφτη να πλησιάσω

και να της ανακοινώσω τον προορισμό μου

ή ν’ ανοίξω την πόρτα και να μπω μέσα.

Το αυτοκίνητο ήταν ένα Fiat, σκούρο μπλε,

σκονισμένο, με σπασμένο τον καθρέφτη

απ’ την πλευρά του οδηγού.

Έσκυψα στο παράθυρο του συνοδηγού

χαμογελώντας ευγενικά.

Έβγαλε τα γυαλιά της και με κοίταξε

μισοκλείνοντας τα μάτια της από την αντηλιά.

Τα μάτια της μου ‘φεραν στο μυαλό

ποτάμια με σκούρα άγρια νερά

και ψάρια να κολυμπάνε μέσα,

τα νερά να κυλάνε ορμητικά,

τα ψάρια να παρασύρονται,

να γδέρνονται στις πέτρες του βυθού

και νικημένα να χάνονται στην άβυσσο

και τα νερά ορμητικά και σκούρα, αδιάφορα

να συνεχίζουν να κυλάνε.

Δεν μπήκα μέσα. Γύρισα στη σκιά του δέντρου

που καθόμουν από πριν και ξανάπιασα το βιβλίο μου:

«Αν κάποιος πλησιάσει ανύποπτος κι ακούσει των Σειρήνων

τη φωνή, δεν γίνεται να τον χαρούν ξανά στον γυρισμό του

γυναίκες και μικρά παιδιά· τον θέλγουν οι Σειρήνες…»,

διαβάζω.  

[Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Γράμματα σ’ έναν πολύ νέο ποιητή]