ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

ΤΟ ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ

 

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα

κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,

από τις μοκέτες, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.

Σχετικά σκοτεινά ήταν,

γιατί όταν μπήκα –απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-

είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,

και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα

δεν άφηναν κανένα φως.

Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων

έμοιαζε το δωμάτιό σου,

σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.

Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο

και περπάτησα αρκετή ώρα,

το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,

η πανδαισία των χρωμάτων παντού,

και η ζεστή ατμόσφαιρα

που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου.

 

 

Η ΕΠΙΣΚΕΠΤΡΙΑ

 

Με τον αέρα της λυγερής και ωραίας γυναίκας,

προχωρούσε στο διάδρομο της μεγάλης επιχείρησης.

Γνώριζε αρκετά καλά τον διευθυντή

από κύκλους και δεξιώσεις.

Με αυτοπεποίθηση και φόρα

μπήκε στο γραφείο του

-η πόρτα ήταν μισάνοικτη-

κάτι να ζητήσει.

Την έβγαλε έξω με άγριες φωνές

επειδή δεν κτύπησε την πόρτα.

Εξάλλου στους χώρους της εξουσίας

μπαίνουν με κάποιο σεβασμό,

με κάποια συστολή.

 

Όταν στις δεξιώσεις τής έκανε τα γλυκά μάτια

ούτε μια ελάχιστη ελπίδα δεν του έδινε.

Γι’ αυτό σαν δηλητήριο εναντίον της

οι άγριες φωνές του.

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα