ΣΤΟΥΣ ΚΟΚΚΙΝΟΥΣ ΑΓΡΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΟ ΓΙΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΖΑΝΓΚ ΓΙΜΟΥ

Αν υπάρχει ένα βιβλίο που ξεχωρίζει στην βιβλιογραφία του Νομπελίστα – πλέον – Κινέζου συγγραφέα Μο Γιάν αυτό σίγουρα είναι οι «Κόκκινοι Αγροί». Το 1987 ο Ζανγκ Γιμού αποφάσισε να μεταφέρει το εν λόγω βιβλίο στον κινηματογράφο. Η αφήγηση της ταινίας μάς μεταφέρει στην κινέζικη επαρχία της δεκαετίας του ’30, πιο συγκεκριμένα την εποχή του Β΄ Σινοϊαπωνικού πολέμου, την αιματηρότερη σύγκρουση που συνέβη στην Άπω Ανατολή κατά τον 20ο αιώνα και μια από τις επιμέρους πτυχές – όπως εξελίχθηκε – του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Μια νεαρή γυναίκα (πρόκειται για τη γιαγιά του αφηγητή) αναγκάζεται από τους συγγενείς της να παντρευτεί έναν ευκατάστατο ηλικιωμένο γαιοκτήμονα, που πάσχει από λέπρα. Τελικά η γυναίκα χηρεύει και ερωτεύεται έναν συνομήλικό της άντρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα για την ίδια, αφού κληρονομεί τον άντρα της και καλείται να διαχειριστεί μια μεγάλη έκταση με αμπέλια αλλά και μια επιχείρηση παραγωγής κρασιού.

Αυτό το μοτίβο της καταπίεσης των γυναικών στη φεουδαρχική Κίνα των αρχών του 20ου αιώνα απασχόλησε τον Γιμού πολύ έντονα σε άλλες δύο ταινίες του, που ακολούθησαν: το Ζου Ντού-Σιωπηλοί Εραστές (1990) και Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια (1991). Αν αυτές οι δύο ταινίες απογείωσαν την κινηματογραφική καριέρα του Γιμού στα ύψη, καθιερώνοντας τον ως έναν σπουδαίο σκηνοθέτη παγκόσμιας κλάσης, οι Κόκκινοι Αγροί υπήρξαν το διαβατήριο και η αφετηρία αυτής της σπουδαίας διαδρομής. Και οι τρείς ταινίες άλλωστε αποτελούν ένα τρίπτυχο με κοινή θεματολογία αλλά και κοινή αισθητική γραμμή. Η ταινία αποτέλεσε επίσης το ντεμπούτο της πρωταγωνίστριας της Γκονγκ Λι, η οποία έκτοτε απογειώθηκε ως η πλέον δημοφιλής και αναγνωρίσιμη σταρ του Κινέζικου κινηματογράφου.

Έχοντας ήδη μια σπουδαία εμπειρία ως κινηματογραφιστή σε ταινίες άλλων συναδέλφων του, η φωτογραφία αποτέλεσε προτεραιότητα για τον Γιμού. Τα κάδρα της ταινίας, όπως συμβαίνει συνολικά και στο υπόλοιπο κινηματογραφικό έργο που ακολούθησε, αποτελούν μια εικαστική ποιητική πανδαισία χωρίς να αγνοούν τον ρεαλισμό της καθημερινότητας στην κινέζικη επαρχία αλλά και των συνεπειών του πολέμου. Η κινηματογραφική μεταφορά θα γίνει χάρη στις υπέροχες εικόνες του φωτογράφου Γκου Γκανγκβεϊ αλλά και την μουσική του Κινέζου συνθέτη Ζάο Τζιπίνγκ (σταθερός συνεργάτης στα πρώτα βήματα του Γιμού). Οι Κόκκινοι Αγροί έχουν αισθητικά κάτι από την αύρα του παλιού κινηματογράφου. Άλλωστε η τεχνοτροπία του Σινεμασκόπ και του Τεχνικολόρ  θεωρούνταν από τον αμερικάνικο κινηματογράφο, που αναζητούσε τεχνολογικά πιο οικονομικές και πιο μοντέρνες λύσεις, ως ξεπερασμένη. Παρ’ όλα αυτά η ταινία είναι πλημμυρισμένη από χρώματα και εικόνες που μαγεύουν τον θεατή.

Για τον Γιμού (όπως και για τον Γιαν) η ταινία είναι ένας ύμνος σε αυτούς τους ανθρώπους της κινέζικης επαρχίας και στον τρόπο που αντιστάθηκαν την περίοδο του πολέμου. Είναι ακόμα μια ειλικρινής αναπαράσταση της καθημερινότητας τους. Η εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας χτίζει τον ρυθμό και τη μυθολογική ατμόσφαιρα μιας κινηματογραφικής ιεροτελεστίας που εισάγει τον θεατή στη θεματολογία που θα απασχολήσει τον σκηνοθέτη αφηγηματικά, σε μια ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας και του πάθους.

Για τον Μο Γιάν οι Κόκκινοι Αγροί υπήρξαν μια μεταφορά σε μια περιοχή με έντονα προσωπικά βιώματα. Η μνήμη αποτελεί κυρίαρχο συστατικό για τον συγγραφέα, στοιχείο που ακολουθήθηκε σχεδόν ευλαβικά και από τον σκηνοθέτη Ζανγκ Γιμού. Το βιβλίο ισορροπεί ανάμεσα στον λυρισμό των περιγραφών αλλά και στον ρεαλισμό αυτής της καθημερινότητας, επιλογή που του στοίχισε προβλήματα με τη λογοκρισία. Με μια πρώτη ματιά πάντως η ιστορία δείχνει ελαφρώς αφελής, ηθικοδιδακτική και μελοδραματική. Κι όμως σε αυτό το μελοδραματισμό κρύβεται σεναριακά και η μαγεία των Κόκκινων Αγρών. Είναι ένα στοιχείο, που όπως επισημαίνει ένας από τους πλέον έγκυρους μελετητές και κριτικούς του αμερικάνικου κινηματογράφου, ο Ρότζερ Εμπέρτ “οαμερικάνικος κινηματογράφος έχει ξεχάσει πλέον να χρησιμοποιεί για να δημιουργεί αυτή τη μαγική συγκίνηση”.

Αν ο Γιαν είχε προβλήματα με τη λογοκρισία αντιθέτως ο Γιμού κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματα αυτά με τη διεθνή επιτυχία της ταινίας, η οποία κορυφώθηκε με τη βράβευση της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 1998 με τη Χρυσή Άρκτο. Η ταινία είχε μια εξαιρετική διεθνή διαδρομή στην εποχή της συμμετέχοντας σε αρκετά διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ (Μόντρεάλ, Βρυξέλες, Σίδνεϋ, Χονγκ Κονγκ, Αβάνα κ.α.). Η πετυχημένη πορεία των Κόκκινων Αγρών σηματοδότησε τη δημιουργική πορεία της Πέμπτης Γενιάς (ή Πέμπτου Κύματος) του Κινέζικου Κινηματογράφου, μιας γενιάς περισσότερο κοσμοπολίτικης και αρκετά εξωστρεφούς και δημιουργικής σε σύγκριση με το παρελθόν. Με αυτή τη διάκριση και την πορεία που ακολούθησε, ο Γιμού θεωρήθηκε ως ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της στο εξωτερικό. 

Οι δύο άντρες ξανασυναντήθηκαν το 2000 καλλιτεχνικά χάρη σε μια νέα διασκευή που αποφάσισε να κάνει o Γιμού πάνω σε μια μικρή νουβέλα του Γιάν. Πρόκειται για τις Ευτυχισμένες Μέρες, μια γλυκόπικρη ιστορία ενός ηλικιωμένου άντρα που μετά από μια σειρά παρεξηγήσεων και απρόσμενων καταστάσεων αποφασίζει να αγοράσει ένα εγκαταλειμμένο αστικό λεωφορείο και να το μετατρέψει σε ξενώνα ημιδιαμονής για τα παράνομα ζευγαράκια της περιοχής. Ο ξενώνας έχει την ονομασία “Happy Times”. Η ταινία προβλήθηκε αρχικά στους κινέζικους κινηματογράφους και έκανε την πανευρωπαϊκή πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2002.

Γιάννης Γκροσδάνης