ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Κοιτάζω τις βιβλιοθήκες μου και δυσκολεύομαι να πιστέψω πως όλα αυτά τα βιβλία είναι δικά μου, πως τα έχω διαβάσει κι έχω ζήσει μαζί τους από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όπως κάθε βιβλιόφιλος που σέβεται τον εαυτό του έχω μια στοίβα με αδιάβαστα που μεγαλώνει ή μικραίνει ανάλογα με τα οικονομικά, ποτέ όμως δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τα διαβασμένα. Με άλλα λόγια δεν είμαι συλλέκτης βιβλίων, δεν τα κυνηγάω στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να τα σωρεύσω και να μην τα διαβάσω, δεν τα έχω τρόπαια, συχνά δεν ασχολούμαι με τις εκδόσεις, δε με νοιάζει καθόλου το χαρτί, το εξώφυλλο, ο τρόπος που είναι τοποθετημένα. Αγαπώ τις ιστορίες τους, τους ήρωες, τα νάζια της γραφής τους, όμως δεν είμαι φανατικός συλλέκτης του αντικειμένου. Τότε γιατί αντιστέκομαι τόσο στην ιδέα ενός ηλεκτρονικού αναγνώστη;

            Στην αρχή κρυβόμουν πίσω από τον αστιγματισμό, ό,τι φωτίζεται μου δημιουργεί δυσκολία· τώρα όλοι με διαβεβαιώνουν πως τέτοιο θέμα δεν υπάρχει, πως το ηλεκτρονικό χαρτί δεν κουράζει, πως ίσα ίσα κάνει την ανάγνωση ευκολότερη και ίσως και πιο πλήρη με την άμεση πρόσβαση στο ίντερνετ. Έπειτα αποφάσισα πως τα ηλεκτρονικά μαραφέτια είναι για κείνους μόνον που μετακινούνται με τα ΜΜΜ και δε θέλουν να σέρνουν μαζί τους ογκόλιθους. Μάλλον κι αυτό ήταν ψέματα. Τώρα κρύβομαι πίσω από την τιμή τους, περιμένω εκείνο το καλύτερο μοντέλο που θα αρχίσει να διατίθεται στη χώρα μας – αλλά μπορεί και να (ελπίζω πως θα) αργήσει – ανησυχώ για τη χρήση της πιστωτικής στο διαδίκτυο, και άλλα τέτοια

            Ο πραγματικός λόγος είναι εγωιστικός. Τα βιβλία που διάβασα στην εφηβεία από τη δανειστική βιβλιοθήκη του σχολείου, κι ας ήταν πολλά, τα θεωρώ  χαμένα. Δεν τα βλέπω κάθε μέρα και για αυτό δεν υπάρχουν. Έτσι θα είναι και με έναν ηλεκτρονικό αναγνώστη, θα έχω τις ευκολίες του, το διάβασμα θα στοιχίζει λιγότερο, αλλά θα λείπει η φυσική παρουσία των βιβλίων, η πρώτη ματιά το πρωί με τον καφέ. Κι ας μην τα λογαριάζω μετά, ας τους τσακίζω τις ακρούλες, ας τα στοιβάζω στην αποθήκη, ας τα χρησιμοποιώ για να στηρίζουν το κομοδίνο – κάποτε τα είχα ακόμα και σα στόπερ για να μην χτυπάει η πόρτα. Τα θέλω κοντά μου.

Κατερίνα Μαλακατέ