«ΣΠΑΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΑΝΟΥΔΗ

«Στη γη εκείνη,

ΣΠΑΣΜΟΣ

μια ακόρεστη σπερματική λωρίδα διαχεόταν στις σάρκες, από κορμί σε κορμί κι από σύμπλεγμα σε σύμπλεγμα, σαν το νήμα μες απ’ το μάτι της βελόνας, χωρίς ποτέ ν’ αφήνει κατάλοιπο στο πέρασμά της, ούτε ένα τυχερό ωάριο που ν’ ανθίζει την πιθανότητα της ζωής, κανένα ελπιδοφόρο έμβρυο που να επιμηκύνει την ανάπτυξή του πέρα από μερικές ώρες, αφού η αμέσως επόμενη διείσδυση ερχόταν ορμητική και το κάρφωνε σαν μήλο στο κεφάλι αλυσοδεμένου ζώου…».

Ο συγγραφέας μάς δίνει εξ αρχής το στίγμα του: το έργο του πρόκειται να είναι «σπασμικό», τόσο κατά περιεχόμενο, όσο και κατά την εκφορά του. Υπό μία έννοια, μάς ενημερώνει και ταυτόχρονα είναι σαν να προειδοποιεί: όσοι αναγνώστες δεν ενδιαφέρονται για κάτι τέτοιο, ας εγκαταλείψουν καλύτερα από τώρα.

Πράγματι, όπως ακριβώς προοιωνίζεται, το κείμενο είναι στο σύνολό του «σπασμικό» και από τις δύο παραπάνω επόψεις. Κάνει λόγο, σε όλη του σχεδόν την έκταση, για την πράξη της ανθρώπινης αναπαραγωγής, αφενός, και, αφετέρου, το κάνει κατά τέτοιον τρόπο, σαν, ταυτόχρονα, το ίδιο το κείμενο, να την απομιμείται: σαν να αναπαριστά την αναπαραγωγική διαδικασία: οι προτάσεις του μιλούν για τη συνουσία και παράλληλα είναι – και συντακτικά – καβαλημένες η μία πάνω στην άλλη. Το κείμενο είναι επομένως, κατά τούτο, διττά «σπασμικό». Εξ άλλου, ως γνωστό, η φόρμα εν σχέσει με το περιεχόμενο, δεν είναι απαραιτήτως κάτι διακριτό: απεναντίας, μπορεί η πρώτη ενίοτε να παρακολουθεί το περιεχόμενο και με τον τρόπο της, να το εξυπηρετεί και να το αναδεικνύει: όπως εν προκειμένω.

Ο «Σπασμός» θεματικά, ασχολείται με και απασχολείται από μία κοσμογονική εκδοχή: σε έναν τόπο που δεν προσδιορίζεται και σε χρόνο άγνωστο επίσης, διεξάγεται ένα γεννητικό πείραμα με σκοπό τη διάσωση και εκ θεμελίων αναδημιουργία του ανθρώπινου γένους. Συλλέγονται λοιπόν προς αυτήν την κατεύθυνση και με την απαιτούμενη επιστημονική ακρίβεια, ψυχρότητα και προσοχή, οι πιο άρτιοι εκπρόσωποι και των δύο φύλων, όλοι τους ανεξαιρέτως, ηλικίας δεκαέξι ετών, με σκοπό την αναπαραγωγή, ούτως ώστε, από την ανά ζεύγη ένωσή τους, να προκύψει ένα είδος καθαρό και υγιές, απαλλαγμένο από κάθε μορφής γενετικές ή άλλες ανωμαλίες: το μελλοντικό ανθρώπινο είδος. Οι εκπρόσωποι ανδρών και γυναικών, είκοσι τρεις χιλιάδες και είκοσι τρεις χιλιάδες τον αριθμό, παρθένοι και παρθένες, αντίστοιχα, κατά την εφαρμογή και υλοποίηση του πειράματος, αφήνονται να έρθουν σε επαφή σε συνθήκες εργαστηρίου, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες και τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν. Πλην όμως, η φύση τους, η ανδρική και γυναικεία ακόρεστη φύση τους, η εξ άλλου πολυγαμική ανθρώπινή τους φύση, τούς προκαλεί μιαν ασταμάτητη διέγερση, έναν θα λέγαμε ορμονικό αφηνιασμό, με αποτέλεσμα να αγνοήσουν βαθμιαία παντελώς τους κανόνες και τις επιταγές του πειράματος και να επιδοθούν, ακούγοντας αποκλειστικά τα κελεύσματα των ορμών τους, σε αλλεπάλληλες μεταξύ τους και εντελώς απελευθερωμένες σεξουαλικές επαφές, οι οποίες ωστόσο διόλου δεν αποσκοπούν στην τεκνοποίηση αλλά (και τούτο αμιγώς) στην ικανοποίηση των σωματικών ενστίκτων των συμμετεχόντων σε αυτές.

Οι συνευρέσεις που περιγράφονται και από τις οποίες ελλείπει κάθε ίχνος συναισθήματος, είναι αέναες μέχρις εξαντλήσεως, μέχρι θανατικής κατάληξης, ενώ η χειμαρρώδης γλώσσα που χρησιμοποιείται για να τις αποτυπώσει, κυμαίνεται από το να είναι λόγια και ποιητική, διάσπαρτη με τύπους της καθαρεύουσας και της αρχαίας ελληνικής, μέχρι του σημείου να είναι καθομιλουμένη, έως και ωμή, λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους και ως έχουν. Ο συγγραφέας είναι καταιγιστικός, αξιοποιώντας στο έπακρο τον λεξιλογικό πλούτο της γλώσσας και συχνά καταφεύγοντας επί πλέον και στη λεξιπλασία.

Σαν από αεροφωτογραφία ακριβείας, διακρίνουμε και παρακολουθούμε το αχανές σύμπλεγμα των ανθρωπίνων σωμάτων, το οποίο διαρκώς πάλλεται, δονείται και συσπάται, χωρίς τίποτε και κανείς να μπορεί να το σταματήσει ή έστω να διακόψει τη δραστηριότητά του, καθιστώντας τους ιθύνοντες του πειράματος άχρηστους και περιττούς, αφαιρώντας τους κάθε ισχύ, απαλλοτριώνοντας κάθε τους εξουσία, κάθε νόημα ύπαρξης και οδηγώντας το πείραμα σε πλήρη και παταγώδη αποτυχία.

Η αλληγορία είναι εμφανής, αν και ανοιχτή και σε περισσότερες της μιας ερμηνείες: οι άνθρωποι, έχουν εγγενή την τάση προς το φυσικό. Δεν είναι πλασμένοι να υπηρετούν εξουσίες και μάλιστα αμφιβόλου ήθους: απεναντίας, αφηνόμενοι ελεύθεροι, ακόμη και υπό την εντολή μιας συγκεκριμένης διενέργειας, ή μάλλον, ακόμη περισσότερο τότε, όταν δηλαδή είναι εντεταλμένοι προς κάτι, οδηγούνται εν τέλει από το ένστικτό τους, από αυτήν την (ενίοτε τόσο παρεξηγημένη) πυξίδα που καλείται ένστικτο και η οποία, ενώ προς στιγμήν φαίνεται να τούς οδηγεί στην αυτο- και ετεροκαταστροφή, στο τέλος, η φύση προ-νοεί ή επι-νοεί, και το είδος… επιβιώνει.

Ο νέος κόσμος, το νέο ανθρώπινο γένος, προκύπτει και αναδύεται όντως τελικά, στο πλαίσιο της παραβολικής αφήγησης του Δημήτρη Τανούδη, αλλά με άλλον τρόπο: όχι όπως είχαν υπολογίσει και επιδιώξει οι εμπνευστές του πειράματος. Το μήνυμα του «Σπασμού» είναι κατά τούτο μοναδικά αισιόδοξο. Σαν μια αχτίδα φωτός που βρίσκει το δρόμο της και διαπερνά στο τέλος ένα ολόκληρο και πυκνό δάσος.

Όπως ωστόσο επισημάναμε και στην αρχή, το εδώ προτεινόμενο μυθιστόρημα, δεν είναι «σπασμικό» μόνον κατά το περιεχόμενο αλλά και κατά την εκφορά αυτού: κατά τη φόρμα που ακολουθεί. Ή, πιο σωστά, κατά το ότι δεν ακολουθεί καμία από τις έως τούδε γνωστές, αναγνωρισμένες και ταξινομημένες φόρμες.

Αυτό το οποίο πριν από οτιδήποτε άλλο μας κεντρίζει, είναι που ο Δημήτρης Τανούδης τολμά κάτι ιδιαίτερα ρηξικέλευθο, κινδυνώδες και πειραματικό σε σχέση με τη στίξη: επί 120 σελίδες, δεν χρησιμοποιεί πουθενά και για κανέναν λόγο τελεία. Ούτε καν μία άνω τελεία. Το μοναδικό σημείο στίξης στο οποίο καταφεύγει είναι το κόμμα, προσδίδοντας έτσι στο έργο του μίαν αίσθηση απείρου: σαν να μην υπάρχει αρχή, μέση, τέλος. Η περαίωση δεν έρχεται γιατί δεν χρειάζεται ή ακόμη και δεν πρέπει να έρθει, οπότε η αφήγηση είναι συνεχής, αέναη και αδιάλειπτη, όπως ακριβώς και αυτό το οποίο περιγράφει και στο οποίο αναφέρεται. Έτσι το βιβλίο επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις, με διαφορετική κάθε φορά αφετηρία.  

Πέραν ωστόσο της ιδιαιτερότητας αυτής, ο συγγραφέας επινοεί και κάτι άλλο, κάτι πραγματικά unprecedented: χρησιμοποιεί εν είδει παρεμβολής τον τίτλο του έργου του, τη λέξη «ΣΠΑΣΜΟΣ», επανειλημμένως και σε όλη την έκταση του κειμένου του. Θεωρώ προσωπικά το εύρημα αυτό ανυπέρβλητα ευφυές, όχι μόνον λόγω της άκρατης πρωτοτυπίας και καλαισθησίας του αλλά και εν όψει της αφάνταστης λειτουργικότητάς του: η περιοδική εμφάνιση της λέξης «ΣΠΑΣΜΟΣ», προσδίδει στο κείμενο ιδιαίτερη ταυτότητα, ενώ ταυτόχρονα παρέχει στον αναγνώστη τον χρόνο και τη δυνατότητα να πάρει μιαν ανάσα. Εξ άλλου, θα έλεγε κανείς, ότι η χρήση της λέξης, με τον τρόπο που αυτή αξιοποιείται ακόμη και μορφικά, παραπέμπει και σε μια ιδιότυπη μορφή αναγκαίας παραγραφοποίησης του κειμένου. Η λέξη «σπασμός» εμβολίζει το κείμενο στα σημεία που κρίνει ο γράφων με μία διόλου τυχαία συχνότητα και περιοδικότητα, εξυπηρετώντας λοιπόν ποικιλοτρόπως τις κειμενικές ανάγκες και δη υποκαθιστώντας ιδιόρρυθμα την τελεία. Τέλος, είναι σαν μια εμμονική υπόμνηση, υπό τη μορφή επωδού, πως, ό, τι κι αν γίνει, το μόνο που δεν θα αλλάξει, το μόνο που δεν θα πάψει ποτέ, το μόνο που δεν πρόκειται να εκλείψει, είναι ο σπασμός, ο σπασμός της σύλληψής μας, της έλευσής μας στον κόσμο, μα και ο σπασμός της αναχώρησής μας από αυτόν. Ο εν γένει σπασμός της αγωνιώδους ύπαρξής μας.

Θα μπορούσε ίσως κανείς να διακρίνει στο «Σπασμό» επιρροές από τη γραφή του Δημήτρη Δημητριάδη και κυρίως από το έργο του «Πεθαίνω Σα Χώρα». Οι εν λόγω επιρροές ωστόσο, και τυχόν ανιχνευθείσες, έχουν διϋλισθεί βασανιστικά και έχουν αφομοιωθεί, το λιγότερο που θα μπορούσα να πω, γόνιμα και απολύτως δημιουργικά. Πρόκειται σε κάθε περίπτωση για δύο έργα γραμμένα με ανείπωτη ορμή σκέψης και λόγου, μα κατά τα λοιπά και πάντοτε κατ’ εμέ μη συγκρίσιμα.

Κλείνω με την εκτίμηση πως ο «Σπασμός» του Δημήτρη Τανούδη θα αποτελεί παραπομπή και θα διδάσκεται – συντομότερα ή αργότερα – ως λογοτεχνικό ορόσημο της ενότητας του μοντερνισμού, τόσο λόγω της απύθμενης γλωσσικής του δεινότητας όσο και – ίσως κυρίως – ένεκα του ιδιότυπου συντακτικού του, στοιχεία τα οποία καθιστούν το έργο οπωσδήποτε και κατά κυριολεξία sui generis, και, αν και τύποις πεζό, στην ουσία του έργο βαθύτατα, ουσιαστικότατα και καθ’ όλα, ποιητικό.

* Το μυθιστόρημα «Σπασμός» απέσπασε Τιμητική Διάκριση-Υποτροφία Συγγραφής στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ, το Δεκέμβριο του 2011. Είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Τανούδη.

 

Κατερίνα Χανδρινού