ΔΙΑΒΑΣΕ ΜΟΥ ΠΡΙΝ ΚΟΙΜΗΘΩ

Πιο πολύ έχω διαβάσει σε άλλους παρά μου διάβασαν. Δεν παραπονιέμαι. Μάλιστα θα έλεγα πως προτιμούσα τη θέση του αναγνώστη από εκείνη του ακροατή. Μόνο σε λίγες περιπτώσεις τα κείμενα που διάβασα σε άλλους ήταν δική μου επιλογή. Δεν έχει και τόση σημασία αυτό. Το σημαντικό είναι πως το κείμενο έγινε ο τόπος στον οποίο συναντήθηκα με άλλους ανθρώπους και γι’ αυτό το λόγο μού έμεινε αξέχαστο. Υπήρξα για πάρα πολλά χρόνια συστηματικός αναγνώστης της γιαγιάς μου που δεν ήξερε γραφή και ανάγνωση. Δεν μπορούσε να γράψει καν το όνομά της, ούτε και να το αναγνωρίσει όταν το έβλεπε γραμμένο. Κάπως έτσι ήταν κι η Χάνα στο μυθιστόρημα του Bernhard Schlink  ή η Γιούνις Πάρτσμαν στην «Τυφλή Ετυμηγορία» της Ruth Rendell  «που δολοφόνησε τους Κόβερντεϊλ επειδή ήταν αναλφάβητη». Όχι πως είχε κοινά σημεία μαζί τους. Ίσως ένα μόνο. Ντρεπόταν για την κατάστασή αυτή το ίδιο.

Ωστόσο δεν έκανε καμιά προσπάθεια να μάθει να διαβάζει. Αντιθέτως, αφιέρωσε πολύ χρόνο στο να βρει τρόπους ώστε να κρύψει το ότι δεν ήξερε να διαβάζει. Θα μπορούσε κάποιος να την κατηγορήσει γι’ αυτό αν η διαδικασία απόκρυψης δεν ήταν το ίδιο δημιουργική. Θα τολμούσα μάλιστα να ισχυριστώ πως της ταίριαζε περισσότερο. Για παράδειγμα, ποτέ δεν καταδέχτηκε να κάνει το σημάδι του σταυρού, όπως οι περισσότεροι αναλφάβητοι της γενιάς της, επινοώντας μια δική της γραφή, ένας είδος ιδεογράμματος. Έτσι, κάθε φορά που της ζητούσαν να υπογράψει  έβαζε την πραγματική της υπογραφή, που έμοιαζε με ζωγραφιά μικρού παιδιού, κάνοντας τους άλλους να κοιτούν με απορία και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και με θαυμασμό.

Θα πίστευε κανείς πως θα μου ζητούσε να της διαβάσω πράγματα όπως η «Αγία Γραφή» ή μυθιστορήματα σαν τα «Ματωμένα Χώματα». Λάθος. Το πάθος της ήταν τα γυναικεία περιοδικά. Λάτρευε την κάθε σελίδα τους, από τα φωτορομάντζα μέχρι τις συμβουλές για το σωστό μακιγιάζ των ματιών και τις στήλες που ζητούσαν από μια σοφή κυρία, που αν και κρυμμένη πάντα πίσω από ένα ψευδώνυμο, ήξερε πολύ καλά τι πρέπει να απαντήσει, πώς πρέπει να ζήσουν τις ζωές τους οι άλλοι. Της διάβασα αμέτρητες τέτοιες σελίδες, τελειώνοντας πολλές φορές δύο περιοδικά την ημέρα. Μάλιστα πρόλαβε και την ελληνική έκδοση του Cosmopolitan. Θυμάμαι ακόμη ένα real story όπου μια όμορφη και σέξι φιλότεχνη βρέθηκε στα εγκαίνια μιας γκαλερί νιώθοντας σφοδρό ερωτικό πάθος για τον ζωγράφο. Το πρόβλημά της ήταν πώς θα παρουσίαζε στον κύκλο της το αίσθημά της, έναν άσημο καλλιτέχνη, έναν μποέμ, έναν χίπι. Το άντεξε όμως γιατί το σεξ μαζί του ήταν συναρπαστικό, την ανέβαζε στους επτά ουρανούς, αποκαλύπτοντας μάλιστα πως την πρώτη φορά το έκαναν στο ατελιέ του, πάνω στην γούνα της από βιζόν. Δουλεύοντας πάνω από δυο δεκαετίες στα περιοδικά, έχοντας γράψει δεκάδες real story και διαβάζοντας  μυριάδες άλλα συνειδητοποιώ πως μόνο αυτό αποτυπώθηκε για πάντα στη μνήμη μου ως το πιο γελοίο real story από καταβολής κόσμου.

Αργότερα το κλίμα άλλαξε. Ήταν η εποχή που οι έρωτες πάντα αφορούσαν ένα λάθος πρόσωπο χωρίς βέβαια να μπορώ να πω με βεβαιότητα τι πήγαινε πια τόσο λάθος μαζί τους.  Με τη φίλη μου τη Σοφία βρήκαμε παρηγοριά στο ατέλειωτο δράμα μας διαβάζοντας η μια στην άλλη αποσπάσματα από τον «Βέρθερο» ανθολογημένα και αξιολογημένα από τον Roland Barthes: «Άφησέ με να υποφέρω ίσαμε το τέλος: παρ’ όλη την κούραση, έχω ακόμη αρκετή δύναμη για να φτάσω μέχρις εκεί» για να ανακαλύψουμε άναυδες και χωρίς ποτέ μέχρι τότε να έχουμε εργαστεί πραγματικά σκληρά πως «η ερωτική έγνοια συνεπάγεται ένα ξόδεμα που φθείρει το κορμί τόσο ανελέητα, όσο και μια σωματική εργασία.».

Αν και δυστυχισμένες από τους ανεκπλήρωτους έρωτές μας διαπιστώσαμε πως περνούσαμε τόσο καλά διαβάζοντας η μια στην άλλη που το συνεχίσαμε και με άλλα βιβλία όπως οι «Αόρατες πόλεις» του Italo Calvino. Τη θυμάμαι μάλιστα κάποια στιγμή να αποκοιμιέται σε ένα κόκκινο μαξιλάρι, πολύ μεγάλο, που τη βόλευε για να στηρίζει σωστά το κεφάλι της, κρατώντας ωστόσο ακόμη στο χέρι της ένα μπεζ πλαστικό ποτηράκι, το αγαπημένο της, στο οποίο έπινε πάντα τον καφέ της, ακριβώς τη στιγμή που της διάβαζα: «η μνήμη είναι στομφώδης: επαναλαμβάνει τα σημάδια ώστε η πόλη να αρχίσει να υπάρχει.».

Δυο φορές ευτύχησα ως ακροατής.  Η πρώτη ήταν σε μια εκδρομή στην Ολυμπιάδα, τέλη Μαΐου, με τεράστια παρέα, όπως συνηθίζονταν. Οι ουρανοί άνοιξαν στα δυο και έριξαν καρέκλες μόλις στήσαμε τις σκηνές μας. Δεν σταμάτησε να βρέχει όλη τη νύχτα. Οι σκηνές λύγισαν από το βάρος κι ακουμπούσαν στους υπνόσακους και η υγρασία άρχισε να περνά στο σώμα. Άυπνοι και βρεγμένοι ακούγαμε την Τασούλα όχι να διαβάζει αλλά να απαγγέλλει Baudelaire, δεν είχε ανάγκη το βιβλίο, τα ήξερε σχεδόν όλα απ’ έξω :

«Όχι να ζήσω πια, να κοιμηθώ ζητάω!

Μες σ’ έναν ύπνο σαν το θάνατο γαλήνιο

τον έρωτά μου δίχως τύψεις θα σου δίνω

το μπρούτζινο, στιλπνό κορμί σου θα φιλάω».

Η δεύτερη ήταν ακούγοντας το παραμύθι της Janet Planet, γυναίκας κάποτε του Van Morrison, το οποίο υπήρχε στο οπισθόφυλλο του «Moondance» και η ακρόασή του έκανε τον χρόνο να σταματήσει σε τέτοιο βαθμό που δεν ήμουν σε θέση να υπολογίσω με ακρίβεια αν έξω από τα κλειστά παντζούρια ήταν μέρα ή νύχτα.

Τις υψηλότερες επιδόσεις από τη θέση του αναγνώστη τις έκανα όταν διάβαζα στα παιδιά μου, σχεδόν κάθε βράδυ και πολύ συχνά τα ίδια και τα ίδια. Οι γονείς ξέρουν πόσο πολύ τα παιδιά απεχθάνονται τις αλλαγές και πώς για να τους διαβάσεις κάτι καινούργιο χωρίς διαμαρτυρίες θα πρέπει να συνοδεύεται με τα βιβλία που τα άκουσαν δεκάδες, εκατοντάδες φορές ώστε να μπορούν να λένε τα λόγια μαζί σου. Έμαθα κι εγώ απ’ έξω τις περιπέτειες του Αιμίλιου, του μικρού λαγού, όπως τον φαντάστηκε η Eve Tharlet και του έδωσε φωνή η Brigitte Weninger, αλλά με συνεπήρε πραγματικά εκείνη που ο Αιμίλιος δεν μπορούσε να φάει, ούτε να κοιμηθεί όταν έχασε στο δάσος το παιχνίδι του τον Άντυ, ένα μικρό λαγουδάκι. Δεν μπορώ να μετρήσω πόσες φορές διάβασα το «Ένα κιλό κρεμμύδια» του Giordano Lionel όπου η μαμά από τον πλανήτη Κάλαβροξ έστειλε τον Βίκτωρα και το Ζουξ στη γη να της φέρουν ένα κιλό κρεμμύδια για να μαγειρέψει μουσακά και εκείνοι ξεχάστηκαν χαζεύοντας συνεπαρμένοι τα καμώματα των γήινων. Θυμάμαι λέξη προς λέξη το «Απωλέσθη πράσινος σκύλος» του Pascal Biet, με τον Λούη τον σκύλο της Άννας που έφυγε γιατί δεν άντεχε την ντροπή να είναι ο μόνος πράσινος σκύλος του κόσμου αλλά, όταν βρήκε το θάρρος να γνωριστεί με άλλα σκυλιά, έκανε μόδα το χρώμα και έζησε σε μια πόλη όπου τα σκυλιά ήταν ροζ ή πουά ακόμη και καρώ. Μα πιο πολύ αγάπησα  τα «Φαντάσματα στο Λοχ Νες» του Jacques Duquennoy με την ιστορία τεσσάρων φαντασμάτων που αφήνουν τον πύργο τους για ολιγοήμερες διακοπές στο Λοχ Νες αναζητώντας τη Νέσι, το διάσημο τέρας. Μέχρι σήμερα όταν ζητώ κάτι επιτακτικά από τα παιδιά μου φωνάζω «Λούσυ, Ζωρζ, Εδουάρδε» και εκείνα καταλαβαίνουν κι ας έχουν μεγαλώσει πια.

Μερικές φορές σκέφτομαι πως αξίζει να συναντηθούν στις βιβλιοθήκες τα βιβλία που διαβάσαμε σε άλλους ή γνωρίσαμε μέσα από τη φωνή των ανθρώπων που αγαπήσαμε. Θα ήθελα να βάλω στο ίδιο ράφι τον Calvino και τον Duquennoy, τον Baudelaire με εκείνο το φθαρμένο τεύχος του Cosmopolitan και το LP του Van Morrison με τον Roland Barthes. Αν τελικά το κάνω και τα δει κάποιος ίσως να απορήσει. Εγώ θα ξέρω όμως πως  υπάρχουν πολύ γερά  νήματα που τα συνδέουν και από τα οποία προκύπτει μια ιστορία. Την ιστορία αυτή προσπάθησα να σας διηγηθώ.

Εύη Καρκίτη