ΡΕΖΙΣ ΖΟΦΡΕ – ΜΙΚΡΕΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ

 

εύθραυστη στιγμή

Όταν ξύπνησα, ήταν μόλις έξι το πρωί. Είχε σύννεφα, αλλά ο ήλιος  άρχισε να τα διαπερνά. Το γνώριζα ήδη. Θα είχαμε μία από αυτές τις ωραίες μέρες του Σεπτέμβρη που σου γεννούν την επιθυμία να αφήσεις τη δουλειά σου και να παρατείνεις τις διακοπές μέχρι το τέλος του μήνα. Κοιμόσουν ακόμη. Πήρα το ποδήλατο για να αγοράσω ψωμί από το χωριό. Η θάλασσα ήταν  γαλήνια, τα πλοία παρέμεναν ακίνητα, δεμένα στη σημαδούρα τους σαν υπάκουοι σκύλοι. Η φουρνάρισσα μου είπε ότι ήμασταν από τους τελευταίους παραθεριστές. Την Κυριακή, ο άντρας της δεν  ετοίμασε παραπάνω από τριάντα γλυκά.

– Αλλιώς θα μας ξέμεναν.

Δεν είχα φέρει το μαγιό μου. Πέρασα από το σημείο και κολύμπησα ανάμεσα στα βράχια. Είχαμε κατορθώσει να καθαρίσουμε ένα από τα εγκαταλειμμένα στρατιωτικά οχυρά που γεμίζουν με  κύματα τον καιρό της θύελλας.  Κοιμηθήκαμε εκεί κάποιες νύχτες για να ξεχάσουμε το θόρυβο των αυτοκινήτων, όπως τα παιδιά που κατασκευάζουν δεντρόσπιτα και εν συνεχεία κατοικούν μέσα θεωρώντας τους εαυτούς τους ναυαγούς. Μείναμε λοιπόν κάποιες νύχτες, στις οποίες κάναμε έρωτα. Έρωτα άγριο, έρωτα όπως ο πόλεμος, από τον οποίο όμως στο τέλος βγήκαμε και οι δύο νικητές.

-Ο γυμνισμός απαγορεύεται στο νησί.

Είναι μια ηλικιωμένη που με κοιτάει επίμονα καθώς ξαναντύνομαι. Με λούζει με προσβολές στα βρετονικά, πριν να φύγει σέρνοντας τα κοντά της πόδια από τα οποία το ένα κουτσαίνει και την κάνει να φαντάζει καθώς ξεμακραίνει με μια χοντρή χορεύτρια που πειραματίζεται πάνω σε μια καινούργια φιγούρα.

-Ξύπνα, θα σου ετοιμάσω καφέ.

Συνεχίζεις να κοιμάσαι, και όταν σε σκουντάω παραμένεις σε μια στάση εμβρυακή. Φοβάμαι ότι πέθανες. Μπορούμε να πεθάνουμε στον ύπνο μας όταν ένα αγγείο σπάει στον εγκέφαλο. Όμως, τελικά τεντώνεσαι, χασμουριέσαι και κοιτάζοντάς με χαμογελάς. Μου φαίνεται πως δεν θα λογοφέρουμε απόψε, θα αφεθούμε να γλιστρήσουμε σε μια γλυκιά διάθεση ως το απόγευμα. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, έχουμε γνωρίσει και την αμεριμνησία και τη γαλήνη.

-Σπάνιες φορές όμως, είναι η αλήθεια.

Δεν είμαστε από αυτούς τους άπληστους, τους οποίους η ευτυχία καταλήγει να τους αηδιάζει εξαιτίας της μανίας τους να την καταβροχθίσουν όλη. Την εκτιμάμε όπως μια εκλεκτή σαμπάνια που δεν την πίνουμε όμως παραπάνω από μία ή δύο φορές το χρόνο. Παίρνεις τον καφέ σου σιωπηλή. Σβήνω το ραδιόφωνο. Σωπαίνω.

-Υπάρχουν στιγμές τόσο εύθραυστες, που η παραμικρή  λέξη τις κάνει κομμάτια.

ανυπότακτες ιστορήσεις

Ο συγγραφέας είναι ένας εν ζωή θεός, και δεν μπορεί να αποδεχτεί ούτε την αντίρρηση ούτε την κριτική. Το έργο του προσελκύει τους πιστούς όπως οι Γραφές. Όσοι πιστεύουν πως μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτό είναι παρόμοιοι με τους άθεους που συναντάμε στις όχθες του Τάμεση με τις τσέπες γεμάτες πέτρες. Αυτοί μετά από έναν βίο γεμάτο εσωτερική μιζέρια καταλήγουν στο να επιλέξουν το θάνατο. Είστε ελεύθεροι να μην καταθέσετε τον οβολό σας στο βιβλιοπώλη, να στερηθείτε αυτό το έργο, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να χάσετε την πολύτιμή σας αυτοεκτίμηση. Είναι ίδιον των φιλάργυρων που δε διαθέτουν πραγματική αγάπη για τον εαυτό τους, να προτιμάνε τις οικονομίες τους από τη λύτρωση.

– Όμως έξω από τη μυθοπλασία δεν υπάρχει σημείο σωτηρίας.

Εν αρχή ήταν η φαντασία, ο λόγος προέκυψε αργότερα. Το σύμπαν πριν να υπάρξει συνελήφθη από τη φαντασία και δε δημιουργήθηκε αλλιώς, παρά μόνο ακολουθώντας πιστά την ιδέα που το εφηύρε. Αυτή η διαδικασία ακολουθήθηκε για το πλαγκτόν, τα δέντρα, τα διάφορα είδη. Οι άνθρωποι, κάθε φορά που γεννιούνται, ταξιδεύουν με τη φαντασία τους και έπειτα περνάνε το υπόλοιπο του βίου τους προσπαθώντας να πραγματώσουν σταδιακά όσα φαντάστηκαν. Των συγγραφέων η φαντασία καλπάζει σε κάθε φράση, και επειδή αυτό συμβαίνει τόσο συχνά, δηλαδή να διασκορπίζουν στο κείμενο το δημιουργικό τους εαυτό, να παράγουν ψευδαισθήσεις, εκτοπλάσματα, πρόσωπα μέσα στα οποία κατοικούν για σύντομο διάστημα (λες και είναι δωμάτια ξενοδοχείου), οι συγγραφείς φτάνουν στο τέλος να μετατρέπονται σε χίμαιρες μέσα σε χιλιάδες εγκεφάλους, σε υπάρξεις που πολλαπλασιάζονται τόσο πολύ ώστε να μπορούμε να τις πάρουμε στα χέρια μας όπως έναν ποντικό ή έναν αρουραίο και να αναλύσουμε τον ψυχισμό τους μέσα στο γυάλινο κλωβό ενός εργαστηρίου.

– Ο συγγραφέας είναι μόνος του και ταυτόχρονα είναι πολλοί, όπως οι κάτοικοι μιας μεγαλούπολης.

Καταλήγει στο να διαλύεται μέσα στην τρέλα των ανθρώπων που κατασκευάζει. Γίνεται ανεπαίσθητος όπως η σκόνη μέσα στον αέρα, και τόσο άπιαστος ώστε δεν ξέρουμε πού υπάρχει.

– Δεν υπάρχει πλέον.

Και αν, παρά ταύτα, συνεχίζει ακόμη από κάπου να αναπνέει, αυτό συμβαίνει από πολύ μακριά, μέσα στην ενότητα των δυστυχιών, των συναισθημάτων, της χαράς, που ορδές ολόκληρες τον διασχίζουν, σαν μια αποδεκατισμένη χώρα.

– Είναι όπως μια έρημος, όπως ένα σύννεφο.

Δεν σας προσβάλλω ούτε σας νανουρίζω με γλυκόλογα, σας διηγούμαι. Προφορική παράδοση, η φαντασία που ξετυλίγεται δίχως να της θέτουμε προσκόμματα. Ιστορίες που αφήνονται να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο, χωρίς ποτέ να τις διακόπτουμε, να τις σταματάμε σαν να παρανόμησαν. Ιστορίες χωρίς δεσμά, χωρίς χειροπέδες. Ανυπότακτες.

– Η λογοτεχνία δεν είναι αστυνομικό τμήμα.

Ο συγγραφέας, σταχτοδοχείο γεμάτο από τις γόπες της ματαιοδοξίας. Παρομοιάζεται με το Θεό. Κι αυτό γιατί μοιράζεται μαζί του το προνόμιο της ανυπαρξίας.

οι υπέρμικρες διηγήσεις ενός σκληρού κόσμου

Οι δύο παραπάνω διηγήσεις προέρχονται από το έργοMicrofictions του Ρεζίς Ζοφρέ. Ένας ογκωδέστατος τόμος που περιλαμβάνει πεντακόσιες ιστορίες. Κάθε μία από αυτές δεν υπερβαίνει τις δύο σελίδες. Πρόκειται λοιπόν για μία τεράστια συλλογή αφηγηματικών μινιατούρων. Οι μικροαφηγήσεις μάλιστα είναι ταξινομημένες κατά αλφαβητική σειρά εν είδη λημμάτων ενός εγκυκλοπαιδικού λεξικού.

Στο έργο αφουγκραζόμαστε τις φωνές εκατοντάδων  προσώπων που παρελαύνουν μπροστά μας. Κάθε κειμενάκι και μία αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Όλες όμως οι μικροδιηγήσεις συγκλίνουν σε ένα σημείο. Μας περιγράφουν με ψυχρή, χειρουργική ματιά έναν κόσμο γεμάτο σκληρότητα. Η καταπίεση, η σεξουαλική εκμετάλλευση, τα βασανιστήρια κυριαρχούν. Ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Οι ήρωες είναι νεκρωμένοι από κάθε ίχνος αλληλεγγύης και συμπόνιας και κοιτάζουν μόνο το στενά προσωπικό τους συμφέρον αδιαφορώντας πλήρως για τον πόνο που θα προκαλέσουν στους γύρω τους.

Οι παρενθέσεις σε αυτόν το ζόφο είναι ελάχιστες. Από τη μία είναι η περίοδος της ρέμβης των καλοκαιρινών διακοπών, όπου περιγράφονται πρόσκαιρες στιγμές χαλάρωσης και ευτυχίας. Και από την άλλη είναι τα κείμενα που με βιτριολικά χιουμοριστικό τρόπο αναφέρονται στη ζωή των συγγραφέων.

Οι φράσεις του τόμου είναι κοφτές και το κείμενο ρέει απροβλημάτιστα.

Ο Ζοφρέ γεννήθηκε το 1955 στη Μασσαλία. Στα ελληνικά είχαν κυκλοφορήσει στο παρελθόν τα έργα του Κάτι σαν έρωτας και Σεργιάνι, τα οποία επίσης σκιαγραφούσαν με πολύ μεγάλη δύναμη ήρωες συναισθηματικά ακρωτηριασμένους.

Microfictions
Régis Jauffret
Gallimard, 2007

Γιάννης Φλυτζάνης