ΜΟΝΟ ΑΓΑΠΗ

Υπάρχει μια σύντομη παράγραφος στις κάπου 1200 σελίδες του «Δον Κιχώτη», που με συγκινεί περισσότερο από τις περισσότερες άλλες και τη θυμάμαι χρόνια τώρα απ’ έξω. Ο Δον Κιχώτης δεν έχει δει ποτέ τη Δουλτσινέα του ή, μάλλον, δεν είναι σίγουρος αν έχει βρεθεί ποτέ στ’ αλήθεια κοντά της ή όχι. Ρωτάει λοιπόν τον πιστό του Σάντσο, ο οποίος τη συνάντησε, να του πει εκείνος: «Δε θα μου αρνηθείς όμως ένα πράγμα, Σάντσο: όταν τη ζύγωσες, δεν κατάλαβες μια μοσχοβολιά, μιαν αρωματική γλύκα, κάτι όμορφο που δεν μπορώ να του βρω όνομα;» κι εκείνος απαντάει: «Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι κατάλαβα μια μυρωδιά ανθρωπίλας». Αυτό ακριβώς, νομίζω, είναι που μένει και στον αναγνώστη της ποιητικής συλλογής του Αύγουστου Κορτώ «Ο ταξιτζής των ουρανών» μόλις ολοκληρώσει την ανάγνωσή της: απ’ τη μία η ανθρωπίλα που αντιλαμβάνεται ο Σάντσο και απ’ την άλλη η μοσχοβολιά που περιγράφει ο Δον Κιχώτης. Και επίσης ο τρόπος να βλέπεις τον άνθρωπο και την πραγματικότητα και από τις δύο πλευρές ταυτόχρονα, χωρίς η μία να αναιρεί την άλλη

Η διπλή εικόνα είναι ένα από τα μοτίβα που εμφανίζεται σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής, με διαφορετική κάθε φορά μορφή: τη μία ο ποιητής στέκει μπρος στον καθρέφτη του και κοιτάζει το είδωλό του να τον κοιτάζει, την άλλη οι πεθαμένοι έχουν τον εφιάλτη ότι είναι πάλι ζωντανοί, όπως οι ζωντανοί τρομάζουν με τη σκέψη ότι θα πεθάνουν· πιο κάτω ο χειμώνας είναι ευλογία και κατάρα συγχρόνως, ενώ ο Παράδεισος είναι ένα πολύ μοναχικό μέρος για τον μοναδικό του κάτοικο. Ένα δέντρο έξω από το παράθυρο παίζει με τον ήλιο και τον άνεμο κι ας είναι οι ρίζες του βυθισμένες στ’ αποτσίγαρα και τις ακαθαρσίες κι ένας φανατικός και βίαιος ποδοσφαιρόφιλος μιλάει στοργικά στην τριανταφυλλιά του. Ένας άλλος εαυτός βρίσκεται διαρκώς μέσα στον ποιητή και βλέπει την πραγματικότητα όπως σπανίως καταφέρνουμε να τη δούμε: γνωρίζει πολύ καλά και έχει δοκιμάσει, όπως όλοι μας, την ασχήμια, την κακία, τον πόνο, τον θάνατο, το φαρμάκι, τα δάκρυα, μα δίχως να τα παραγνωρίζει καταφέρνει να βλέπει ταυτόχρονα και την ομορφιά, την καλοσύνη, τη χαρά, τη ζωή, το όνειρο, το γέλιο.

 

Είναι ένα δέντρο έξω απ’ το παράθυρό μου

ποτέ δεν έχω μάθει τ’ όνομά του

 

τα βράδια ο ίσκιος του παίζει στο πάτωμα

τα πρωινά ο ήλιος πρασινίζει διαπερνώντας το

κι ο άνεμος του λέει τα βάσανά του

 

αυτό είναι το δέντρο που βλέπω

φυτρώνει κάτω σε παρτέρι ένα επί ένα

πνιγμένο από πεζοδρόμια στραβά σαν δόντια

κατάστικτο από γόπες

σκουπιδάκια ακαθαρσίες σκύλων

η ωραιότης κι ο τυφλός ο κόσμος

 

είναι ένα δέντρο έξω απ’ το παράθυρο

ποτέ δεν έχω μάθει τ’ όνομά του

 

Τέτοια είναι η πραγματικότητα που βιώνει και αποτυπώνει στα ποιήματά του αυτός ο ποιητής, πλήρης και πολυδιάστατη, και πάνω απ’ όλα χειροπιαστή, σωματική, ανθρώπινη. Αυτή η διαρκής παρουσία του ανθρώπου, με το σώμα του και την ψυχή του, αποτελεί το δεύτερο, κι ίσως το πιο κύριο, χαρακτηριστικό της ποίησης του Κορτώ. Διαβάζουμε για το αίμα, τον πυρετό, το γέλιο και τις μύξες, για τον βήχα, το φιλί, τα σάλια, το κλάμα, τους ψιθύρους και τα χάδια, για τα όνειρα και τους εφιάλτες, τις μαύρες σκέψεις και τις στιγμές της χαράς, για τη μοναξιά, για την παγωνιά και την αγάπη. Η αγάπη είναι το μυστικό, μας λέει διαρκώς ο ποιητής. Η αγάπη μπορεί ν’ αλλάξει τον άνθρωπο, η αγάπη μάς δείχνει ακόμη και τ’ αντικείμενα διαφορετικά, τα κάνει οικεία, η αγάπη προσφέρεται δωρεάν, είναι η μουσική που μας εξημερώνει, η αγάπη μόνο μπορεί να ανοίξει τον άνθρωπο και να τον δούμε έτσι όπως πραγματικά είναι, «οστρακόδερμο ο άνθρωπος / θέλει αγώνα να τον αγαπήσεις», η αγάπη δεν αφήνει εκείνο το αγόρι να κάνει το τελευταίο βήμα από την άκρη της ταράτσας. Σε κάθε σχεδόν σελίδα του βιβλίου είναι η αγάπη που μεταμορφώνει την πραγματικότητα σ’ ένα μέρος όπου μπορεί κανείς να ζήσει.   

 

Αύγουστος Κορτώ,

Ο ταξιτζής των ουρανών, ποιήματα,

Εκδόσεις Οδός Πανός, 2012

 

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος