Ο ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ ΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΑΒΓΑ ΚΑΙ ΜΠΕΪΚΟΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΪΜΟΝΤ ΚΑΡΒΕΡ

Το 1958 ο Ρέιμοντ Κάρβερ είναι είκοσι χρονών και είναι ήδη παντρεμένος με την κατά τρία χρόνια μικρότερη φίλη του Μαίρη-Ανν και πατέρας δύο παιδιών. Στη διάρκεια των δύσκολων εκείνων χρόνων της πρόωρης πατρότητας ο Κάρβερ θα εξασκήσει ένα σωρό ετερόκλητα επαγγέλματα, προκειμένου να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του (όπως εξάλλου θα κάνει και η Μαίρη-Ανν όσο της επιτρέπει η φροντίδα των μικρών παιδιών): θα κάνει τον θυρωρό, τον εργάτη σε πριονιστήριο, τον μικρό για τα θελήματα σε κάποιο φαρμακείο, τον πωλητή εγκυκλοπαιδειών. Έτσι, η ζωή του Ρέιμοντ Κάρβερ, στα είκοσι-είκοσι δύο του χρόνια, δεν διέφερε, ουσιαστικά, σε τίποτε από τη μίζερη και απεγνωσμένη ζωή που ζούσε με τους γονείς του όλον τον προηγούμενο καιρό και την οποία άφησε, για να δημιουργήσει τη δική του διαφορετική οικογένεια – ακόμη και η όλο και συχνότερη καταφυγή στο αλκοόλ δεν άργησε να γίνει μέρος της καθημερινότητας του νεαρού Κάρβερ, όπως ήταν και για τον πατέρα του δηλαδή, αν και ο αλκοολισμός ως πλήρης και αποκλειστική απασχόληση δεν θα έρθει προτού να περάσουν επτά-οχτώ χρόνια ακόμη.

Και όμως, υπήρχε μια καθοριστική όσο και αναπάντεχη διαφορά: Ήμουν δεκαοχτώ ή δεκαεννιά χρονών, θα θυμηθεί πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος, βασανιζόμουν από την ανάγκη να “γράψω κάτι” και είχα ήδη ως τότε κάνει μερικές αδέξιες προσπάθειες να γράψω ποιήματα. Ο νεαρός Κάρβερ, λοιπόν, μπορεί να είχε χίλιους δυο λόγους για να μην πιάσει ποτέ μολύβι στα χέρια του (δεν υπήρχε καν στα διαδοχικά σπίτια που νοίκιαζε με τη γυναίκα του ο παραμικρός χώρος ή η ελάχιστη ησυχία για να συγκεντρωθεί κανείς, πόσο μάλλον ο ελεύθερος χρόνος ή το κουράγιο για να το κάνει), είχε όμως, ήδη από τότε έντονη και πιεστική την εσωτερική ανάγκη να γράψει, δηλαδή να εκφραστεί, αλλά και να επικοινωνήσει – αφού το γράψιμο, ως το τέλος της ζωής του, ήταν για τον Κάρβερ κυρίως τρόπος επικοινωνίας. Γράφουμε για να κάνουμε φίλους, κατά την καίρια, ως συνήθως, διατύπωση του Μπρετόν.

«Δεν με ενδιαφέρουν τα έργα που είναι μόνον υφή και καθόλου σάρκα και αίμα», θα δηλώσει ο ίδιος ο Ρέιμοντ Κάρβερ. «Το γράψιμο, και κάθε είδος καλλιτεχνικής δημιουργίας, δεν είναι απλώς έκφραση, είναι επικοινωνία. Όταν ένας συγγραφέας παύει να ενδιαφέρεται ειλικρινά να επικοινωνήσει με κάτι κι ο μόνος του στόχος είναι να εκφράσει κάτι, κι αυτό όχι και τόσο καλά – ε, τότε ας εκφραστεί καλύτερα πηγαίνοντας έξω στη γωνιά του δρόμου να μπήξει τις φωνές. Ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα πρέπει να σου καταφέρνει κάποιες συναισθηματικές γροθιές. Μπορείς να ζυγίσεις ένα έργο από το πόσο δυνατές είναι αυτές οι γροθιές και με τι συχνότητα πέφτουν». Στην περίπτωση του Κάρβερ ισχύει ωστόσο το εξής φαινομενικά παράδοξο γεγονός (που είναι όμως τόσο συνηθισμένο στη μεγάλη τέχνη), κάθε γραπτό του να είναι συγχρόνως μια συναισθηματική γροθιά στο στομάχι του αναγνώστη αλλά και ένα παρηγορητικό βάλσαμο για την ψυχή του.    

Το πρώτο διήγημα τού νεαρού Κάρβερ θα δημοσιευτεί τον χειμώνα του 1960–61, ενώ το πρώτο του ποίημα δεν θα γίνει δεκτό για δημοσίευση παρά δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1962, από το περιοδικό Targets. Στο ίδιο εκείνο φθινοπωρινό τεύχος, το οποίο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο Κάρβερ θα το διάβασε πολλές φορές απ’ την πρώτη ως την τελευταία του σελίδα, εμφανίζεται και ένα ποίημα του Τσαρλς Μπουκόφσκι και είναι τότε που για πρώτη φορά τα ονόματα των δύο συγγραφέων θα βρεθούν το ένα δίπλα στο άλλο, κάτι που έκτοτε θα γίνεται όλο και πιο συχνά. Γιατί μπορεί οι δυο τους να μη συναντήθηκαν παρά μία μόνο φορά στη διάρκεια της ζωής τους, το περιεχόμενο, όμως, των έργων τους και το ύφος γραφής που δημιούργησαν τούς φέρνει αρκετά κοντά τον ένα στον άλλο – διαπίστωση που επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, και από τις μελέτες που διαρκώς εμφανίζονται και επισημαίνουν κοινά στοιχεία στο έργο των δύο αυτών αμερικανών συγγραφέων. Τα ονόματά τους εξάλλου είναι τα πρώτα που αναφέρονται όταν η συζήτηση φτάνει στον βρόμικο ρεαλισμό, στο λογοτεχνικό εκείνο κίνημα που εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του ’70 στην Αμερική και για πολλά χρόνια υπήρξε το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι της πεζογραφικής παραγωγής των Ηνωμένων Πολιτειών.  

Για τι πράγμα όμως μιλάμε όταν μιλάμε για βρόμικο ρεαλισμό;   

Κύριο χαρακτηριστικό των συγγραφέων που με τη γραφή τους θεμελίωσαν το λογοτεχνικό αυτό κίνημα αποτελεί, ως προς το περιεχόμενο, η στροφή στην καθημερινότητα και την εντοπιότητα, η επίμονη περιγραφή της σκοτεινής πλευράς της ζωής. Ήρωές τους είναι οι αποτυχημένοι και οι απελπισμένοι, οι φτωχοί και οι περιθωριακοί, οι καταπονημένοι και τσακισμένοι από τη στείρα προσπάθεια για επιβίωση. Όσοι βρίσκουν ύστατο καταφύγιο και διέξοδο από τον πανικό του παρόντος και από τον τρόμο για το μέλλον τους στο αυτοκαταστροφικό αλκοόλ και στην ενδοοικογενειακή βία, στην τρομαγμένη απομόνωση και στη συρρίκνωση του συναισθηματικού τους κόσμου.

Ως προς το ύφος όμως και την τεχνική του, ο βρόμικος ρεαλισμός έλκει σε μεγάλο βαθμό την καταγωγή του από τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Η οικονομία των λέξεων και η λιτότητα των εκφραστικών μέσων, η σχεδόν δημοσιογραφική σαφήνεια και η υφολογική στεγνότητα, η προσκόλληση στην προφορικότητα και τη λακωνικότητα και η εστίαση στην περιγραφή του συγκεκριμένου και του εξωτερικού αποτελούν αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά των μινιμαλιστικών διηγημάτων του Χέμινγουεϊ, τα οποία υιοθετήθηκαν, λίγο-πολύ, από τους περισσότερους, τυπικούς ή άτυπους, εκπροσώπους του βρόμικου ρεαλισμού.  

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, πρώτος, και ο Ρέιμοντ Κάρβερ κατόπιν (όπως επίσης, την ίδια περίπου εποχή, και ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Τομπάιας Γουλφ, η Τζέιν Αν Φίλιπς) είναι από τους λίγους αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα που έδωσαν φωνή και υπόσταση στον βουβό και αγνοημένο κόσμο της κατώτερης εργατικής τάξης της χώρας τους. Αυτή η κοινή ζοφερή δεξαμενή από την οποία αλιεύουν, ευρισκόμενοι ευθύς εξαρχής και οι ίδιοι μέσα, τους ήρωες και τα θέματά τους καθώς και οι ομοιότητες του λιτού και απογυμνωμένου ύφους τους κάνουν εύλογη τη σύνδεση των δύο συγγραφέων τόσο στο μυαλό του αναγνώστη όσο και στα βιβλία των μελετητών. Υπάρχουν παρόλα αυτά μια-δυο ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους.

Οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν στο έργο του Ρέιμοντ Κάρβερ ακόμη κι όταν εμφανίζονται ολότελα απεγνωσμένοι και τσακισμένοι από τις μικρές και μεγάλες τραγωδίες της ζωής τους, παρόλα αυτά διατηρούν μια σπίθα ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον ή, έστω, περιμένουν ένα θαύμα (που ποτέ δεν έρχεται όμως) να τους βγάλει από την απελπιστική πραγματικότητα που βιώνουν. «Η ζωή μου θ’ αλλάξει. Το νιώθω», λέει η ηρωίδα ενός διηγήματος του Κάρβερ κι ας ξέρει τόσο η ίδια όσο και οι αναγνώστες πως τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει – αισθάνεται όμως την ανάγκη να το πει και να το πιστέψει. Οι ήρωες του Μπουκόφσκι, αντιθέτως, δεν τρέφουν αυταπάτες. Αναγνωρίζουν ποια είναι η κατάσταση της ζωής τους και η μοίρα τους και τη δέχονται αδιαμαρτύρητα απολαμβάνοντας μάλιστα τις μικρές στιγμές ευτυχίας που μπορεί να τους προσφέρει: το ποτό, το σεξ, την τεμπελιά, τη συζήτηση, την ανευθυνότητα, γνωρίζοντας πως ποτέ τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Από κει και το διαβολεμένο χιούμορ που ξεχειλίζει σε όλο το έργο του Μπουκόφσκι, ενώ απουσιάζει παντελώς από το έργο του Ρέιμοντ Κάρβερ.

Και μια άλλη ουσιαστική διαφορά: ο Μπουκόφσκι γράφει σχεδόν πάντα σε πρώτο πρόσωπο (ακόμα κι όταν η αφήγησή του είναι τριτοπρόσωπη, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι και πάλι είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που μιλάει) και μπορεί έτσι ευκολότερα να αστειευτεί χωρίς να δώσει την εντύπωση ότι κοροϊδεύει ή σαρκάζει τους ήρωές του – γιατί στην πραγματικότητα είναι πάντα ο ίδιος. Ενώ ο Κάρβερ σε όλο του το πεζογραφικό έργο αυτό που κάνει είναι να υποδύεται τραγικούς ρόλους (κι ας τους είχε και ο ίδιος βιώσει για πολλά απελπισμένα χρόνια στην πραγματική του ζωή). Μια διαφορά που γίνεται πιο φανερή αν αναλογιστούμε την κατάληξη των δύο συγγραφέων. Ο Μπουκόφσκι μπορεί να κατέληξε πλούσιος και διάσημος, ποτέ όμως δεν έγινε αποδεκτός από το ακαδημαϊκό κατεστημένο, γιατί οι πάντες καταλάβαιναν ότι η σκέψη και η συμπεριφορά των ηρώων του ήταν η δική του. Ο Κάρβερ, αντιθέτως, πέρασε αρκετά από τα τελευταία χρόνια της ζωής του διδάσκοντας σε διάφορα πανεπιστήμια, ενώ το έργο του περιλαμβάνεται εδώ και πολλά χρόνια στον Κανόνα των έργων που μελετώνται από τους φοιτητές.

Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως ο Κάρβερ δεν ήξερε για τι πράγμα μιλούσε όταν αφηγούνταν τις κοινότοπες και ταυτόχρονα τραγικές ιστορίες των αποτυχημένων και μοναχικών ηρώων του. Γιατί και η δική του ζωή θα είναι τέτοια που θα τον οδηγήσει σ’ έναν απεγνωσμένο, μακροχρόνιο και σαρωτικό αλκοολισμό, που θα τον αποξενώσει πλήρως και από τη γυναίκα και τα παιδιά του, θα του απαγορεύσει κάθε βιοποριστική απασχόληση, θα ακυρώσει κάθε δημιουργικό του εγχείρημα και θα τον οδηγήσει, τέσσερις φορές, ετοιμοθάνατο στο νοσοκομείο. Ως εκ θαύματος, θα γλιτώσει και τις τέσσερις φορές και, ως εκ θαύματος επίσης, στις 2 Ιουνίου του 1977, ο Ρέιμοντ Κάρβερ θα κόψει εντελώς το ποτό και θα αρχίσει να ζει αυτό που ο ίδιος ονομάζει τη δεύτερη ζωή του. «Είχα δύο ζωές», θα πει ο ίδιος. «Μία ζωή που τελείωσε όταν τελείωσε και η σχέση μου με το πιοτό και μια νέα που άρχισε όταν σταμάτησα το πιοτό και γνώρισα την Τες. Η δεύτερη αυτή ζωή είναι τόσο γεμάτη, τόσο ανταποδοτική, και γι’ αυτό χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη».

Ακόμα και ο Μπουκόφσκι, ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός με όποιον έκοβε το ποτό (μια απόφαση που ποτέ του και για κανέναν άνθρωπο δεν κατάφερε να κατανοήσει και να δεχτεί), παραδεχόταν ότι «ο Ρέι έκοψε το ποτό, μα δεν είχα πρόβλημα μ’ αυτό, γιατί αυτός τότε άρχισε στ’ αλήθεια να γράφει. Εγώ είμαι διαφορετικός. Εγώ πίνω και γράφω, γράφω και πίνω κι υπάρχει ένας ρυθμός σε αυτό που δουλεύει μια χαρά για μένα». Η μοναδική συνάντηση των δύο συγγραφέων έγινε, πιθανότατα, γύρω στο 1970, κάμποσα χρόνια δηλαδή πριν ξεκινήσει η νηφάλια δεύτερη ζωή του Κάρβερ. Γνώριζαν και εκτιμούσαν ιδιαιτέρως ο ένας το έργο του άλλου, μα δεν είχαν ποτέ ως τότε καμία επικοινωνία.

Ο Κάρβερ παρακολούθησε μια ανάγνωση ποιημάτων που έκανε ο Μπουκόφσκι κάπου στην Καλιφόρνια και τα ήπιαν οι δυο τους παρέα ολόκληρη εκείνη τη νύχτα σε κάποιο μπαρ της περιοχής. Είναι τότε που ο Κάρβερ έγραψε το μεγαλύτερο σε έκταση ποίημά του, το εξαιρετικό “Εσείς δεν ξέρετε τι είναι η αγάπη (μια βραδιά με τον Τσαρλς Μπουκόφσκι)”, το οποίο αποτελεί την πιο πρώιμη και την εναργέστερη, ίσως, αφήγηση των θρυλικών ποιητικών αναγνώσεων του καταραμένου αμερικανού ποιητή και ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του ίδιου του Κάρβερ. Το επόμενο πρωί ο Κάρβερ χτύπησε την πόρτα του δωματίου του Μπουκόφσκι για πρωινό. «Μεγάλο λάθος!», θυμάται ο Μπουκόφσκι. Ο Κάρβερ δεν χρειάστηκε πάνω από μία ματιά στα αβγά και στο μπέικον για να φύγει τρέχοντας για την τουαλέτα. Όταν επέστρεψε πάλι στην κουζίνα, ο Μπουκόφσκι, που είχε αδειάσει το πιάτο του, λέει: «Κανένα πρόβλημα, Ρέι. Τελειώνω και το δικό σου και πάμε έξω να βρούμε κανένα μπουκάλι ακόμα».   

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος