ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ: «ΣΑΝ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ»

Μία ιδιαίτερη αδυναμία τρέφω για τα βιβλία εκείνα που ασχολούνται με τη λογοτεχνία και την ανάγνωση. Έχει επικρατήσει ο όρος βιβιοφιλική λογοτεχνία, ανταποκρινόμενος σε μία σύγχρονη ανάγκη κατηγοροποίησης που συνοδεύει το σύνολο των τεχνών. Ως βιβλιοφιλικά λοιπόν, ορίζονται τα έργα εκείνα στα οποία οι αναφορές στη λογοτεχνία, αλλά και στην ανάγνωση γενικότερα, είναι τοποθετημένες στον πυρήνα και γύρω τους περιστρέφεται η υπόθεση του βιβλίου καθώς και οι σκέψεις του συγγραφέα.

Βιβλία που, για αναγνώστες με εμμονή στα νήματα όπως εγώ, αποτελούν μία βάση δεδομένων ικανή να φορτώσει ακόμα περισσότερο τις ατέλειωτες λίστες με τα προσεχώς. Αλλά δεν είναι μόνο τα νήματα, είναι και εκείνη η αγάπη που αναβλύζει από τις σελίδες των συγγραφέων όταν αναφέρονται στην ανάγνωση. Είναι η ηδονή της ταύτισης, η σχεδόν απόλυτη κατανόηση των δύο μερών. Οι λάτρεις της ανάγνωσης έχουν εμμονές, που στα μάτια των τρίτων συχνά φαντάζουν ως παραξενιές. Μόνο οι συμπάσχοντες δύνανται να κατανοήσουν.

Το άβατο της προσωπικής βιβλιοθήκης, το σύστημα καταχώρισης των βιβλίων σε αυτή, ο φόβος στη θέα της στίβας με τα αδιάβαστα, η μάταιη αναζήτηση ενός εξαντλημένου τόμου στα παλαιοβιβλιοπωλεία, οι απόλυτες απόψεις περί δανεισμού, η διαμόρφωση των ιδανικών συνθηκών για ανάγνωση, η αποστροφή στο τσάκισμα της σελίδας και τόσες άλλες ιδιαιτερότητες της φυλής των αναγνωστών.

Υπάρχει μία διάκριση ακόμα εντός της κατηγορίας αυτής, εκείνη που χωρίζει τα μυθιστορήματα από την προσωπική παράθεση απόψεων επί των βιβλίων και της ανάγνωσης. Η βιβλιοφιλική μυθοπλασία (λόγω ακριβώς του μύθου της) ξεφεύγει από το κατηχητικό ύφος καταφέρνοντας έτσι την απενοχοποίηση του λόγου. Ο συγγραφέας δίνει φωνή στους ήρωές του ώστε να μιλήσουν εκείνοι αντ’ αυτού.

Η «Τύφλωση» του Ελίας Κανέττι ξυπνά το φόβο της απώλειας της όρασης, αίσθησης πρωταρχικής για όποιον θεωρεί εαυτόν αναγνώστη. Το «Χάρτινο σπίτι» του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκεζ, μυθιστόρημα υπέροχο, με τον ήρωα να χτίζει ένα καταφύγιο χρησιμοποιώντας ως δομική ύλη τα βιβλία του. Τα βιβλία του Καταλανού Βίλα Μάτας με την τεράστια αγάπη για τη λογοτεχνία. Η «Μάχη των βιβλίων» του Τζόναθαν Σουίφτ με τη (γεμάτη χιούμορ) αντιπαράθεση αρχαίων και μοντέρνων βιβλίων. Το ιδανικό βιβλιοπωλείο που στήνουν οι ήρως της Λοράνς Κοσέ Στο «Καλό μυθιστόρημα». Αλλά και οι δικοί μας Βλαντής και Μαμαλούκας. Προφανώς και υπάρχουν πολλά ακόμα παρόμοια μυθιστορήματα που θα μπορούσαν να καταγραφούν ως βιβλιοφιλικα…

Σε πρόσφατη βόλτα, στο αγαπημένο μου παλαιοβιβλιοπωλείο, ανακάλυψα το «Σαν ένα μυθιστόρημα» του Ντανιέλ Πενάκ, βιβλίο το οποίο και αναζητούσα τον τελευταίο καιρό μετά από προτροπή διαφόρων αναγνωστών του ιστολογίου. Εδώ και μέρες στριφογυρνούσε στο μυαλό μου η επιθυμία να διαβάσω ξανά Βίλα Μάτας, ένιωθα την ανάγκη για ανάγνωσμα-ωδή στη λογοτεχνία. Η άφιξη στο σπίτι του Πενάκ δείχνει ικανή να ικανοποιήσει την αναγνωστική αυτή ανάγκη.

Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα όπως άλλωστε διευκρινίζει και ο τίτλος του βιβλίου. Ανακάλεσα στη μνήμη έναν άλλο Γάλλο συγγραφέα, τον Μποννέ, και το έργο του «Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα», γεμάτο με προσωπικούς προβληματισμούς γύρω από την ανάγνωση και το άμεσο νήμα που οδηγούσε στις «Λέξεις» του Σαρτρ. Το θέμα με το οποίο καταπιάνεται, σύμφωνα με το οπισθόφυλλο, είναι πολυσυζητημένο και επίκαιρο. Γιατί δε διαβάζουν τα παιδιά; Ο Πενάκ, πατέρας, καθηγητής και συγγραφέας, επιχειρεί να δώσει μία λύση στο πρόβλημα υπενθυμίζοντας πως η ανάγνωση είναι πρώτα, και πάνω απ’ όλα, απόλαυση. Η αλήθεια είναι πως οι πληροφορίες του οπισθόφυλλου μου δημιούργησαν έναν προβληματισμό σχετικά με έναν πιθανό διδακτισμό αλλά ταυτόχρονα μου προκάλεσαν το ενδιαφέρον. Θέλω να δω πως θα προσεγγίσει το θέμα κάποιος φαινομενικά ειδικός και τι λύσεις θα μπορούσε να προτείνει. Η άρνηση (ειδικά των νέων) ανθρώπων να διαβάσουν, θεωρητικά τουλάχιστον, έχει τις ρίζες της στο οικογενειακό και στο σχολικό περιβάλλον. Το λόγο όμως τώρα έχει ο συγγραφέας.

Η ανάγνωση ξεκινά.

«Το ρήμα «διαβάζω» δεν παίρνει προστακτική.»

Γιάννης Καλογερόπουλος