ΕΛΙΑΣ ΚΑΝΕΤΤΙ: Ο ΑΥΤΗΚΟΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΑΓΓΕΛΤΡΙΑ

Η Βασιλική Αναγγέλτρια είναι γεμάτη μεγαλοπρέπεια, ξέρει πόσα χρωστάει στην αποστολή της και είναι γνωστή για το πόσο καλά περιποιείται τους προσκαλεσμένους της. Αλλά δε σταματά εκεί, στο φίλεμα, κι όλοι μαντεύουν ότι κάτι το εξαιρετικό επίκειται. Δε φανερώνει αμέσως περί τίνος πρόκειται αυτή τη φορά, αυτό ανεβάζει την ανυπομονησία. Κατώτερος από βασιλιά δεν μπορεί να είναι, δεν αναγγέλλει κάτι λιγότερο. Είναι ψηλή και επιβλητική κι έχει ανεξάντλητα αποθέματα περιφρόνησης. Με την παραμικρή κίνηση αναγνωρίζει τους υπηκόους και τους κρατά μακριά από το βασιλιά πριν ακόμα αναγγελθεί. Και τους αυλικούς τούς αναγνωρίζει με την πρώτη ματιά, ξέρει να τους υποστηρίζει με έξυπνο τρόπο και να τους χρησιμοποιεί για όλες τις αυλές. Δίνει την αίσθηση πως συγκεντρώνει τις δυνάμεις της και τις φυλάει για το μεγάλο γεγονός. Είναι σκληρή και περιφρονεί τους ζητιάνους, εκτός αν παρατάσσονται στη σειρά όταν χρειάζεται. Με ένα πλήθος από δαύτους, περιμένει ταπεινά όταν επίκειται η αναγγελία του βασιλιά. Τότε, ανοίγουν διάπλατα όλες οι πόρτες του σπιτιού της που μεταμορφώνεται σε παλάτι, άγγελοι ψέλνουν, επίσκοποι ευλογούν, και με τα καινούρια της άμφια διαβάζει ένα τηλεγράφημα από το Θεό και αναγγέλλει αλαλάζοντας το βασιλιά.

Είναι συγκινητικό να τη βλέπεις μαζί με τους λησμονημένους βασιλιάδες, δεν τους ξεχνά ποτέ, θυμάται ακόμα και τους πιο ξεπεσμένους, τους γράφει, τους στέλνει ταιριαστά μικρά δώρα, τους βρίσκει δουλειά κι όταν έχει περάσει η δόξα τους, αυτή είναι η μόνη που τους θυμάται. Ανάμεσα στους ζητιάνους με τους οποίους αναμένει ταπεινά τα μεγάλα γεγονότα, βρίσκεται όλο και κάποιος πρώην βασιλιάς.

 

Ο ΟΝΟΜΑΤΟΓΛΕΙΦΤΗΣ

Ο Ονοματογλείφτης ξέρει τι είναι καλό, το οσφραίνεται από απόσταση χιλίων χιλιομέτρων και δε φείδεται κόπων προκειμένου να πλησιάσει στο όνομα που σκοπεύει να γλείψει. Στη σημερινή εποχή, αυτό γίνεται εύκολα με το αυτοκίνητο και τα αεροπλάνα, δεν απαιτεί τόσο μεγάλη προσπάθεια, αλλά πρέπει να πούμε ότι θα κατέβαλε περισσότερες προσπάθειες αν παρουσιαζόταν ανάγκη. Ο πόθος του γεννιέται όταν διαβάζει την εφημερίδα, ό,τι δε γράφεται στην εφημερίδα, δε συγκινεί τη γλώσσα του. Αν επαναλαμβάνεται ένα όνομα στην εφημερίδα και μπει μάλιστα στους τίτλους, η όρεξή του γίνεται ασυγκράτητη και ξεκινά αμέσως. Αν έχει αρκετά χρήματα για το ταξίδι, έχει καλώς, αν όχι, τα δανείζεται και τα ξεπληρώνει με αντάλλαγμα τη δόξα του μεγάλου του σκοπού. Πάντα κάνει εντύπωση όταν τον αναφέρει. «Πρέπει να γλείψω τον Τάδε», λέει κι αυτό ακούγεται όπως παλιότερα η ανακάλυψη του Βόρειου Πόλου.

Καταφέρνει να φτάνει απροσδόκητα, είτε υποστηρίζεται από κάποιον είτε όχι, πάντα μοιάζει τρελός από δίψα. Τα ονόματα κολακεύονται, από επιθυμία γι’ αυτά θα μπορούσε κανείς να πεθάνει από τη δίψα, ο μεγάλος κόσμος ολόκληρος μια έρημος κι αυτά το μοναδικό φρέαρ. Έτσι, δηλώνουν πρόθυμα να δεχτούν τον Ονοματογλείφτη, όχι χωρίς να παραπονεθούν πρώτα λεπτομερώς για την έλλειψη χρόνου που υπάρχει. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι τον περιμένουν με κάποια ανυπομονησία. Τακτοποιούν τα καλύτερά τους κομμάτια, τα πλένουν, αλλά μόνον αυτά, πολύ προσεχτικά και τα γυαλίζουν ώσπου να λάμψουν. Ο Ονοματογλείφτης εμφανίζεται και θαμπώνεται. Η λαχτάρα του, εν τω μεταξύ, έχει μεγαλώσει και δεν την κρύβει. Πλησιάζει θρασύτατος κι αρπάζει το όνομα. Αφού το γλείψει πολλή ώρα και σε βάθος, το φωτογραφίζει. Δεν έχει τίποτα να πει, ίσως τραυλίσει κάτι που μοιάζει με σεβασμό, όμως κανείς δεν πέφτει στην παγίδα, γιατί είναι γνωστό ότι ενδιαφέρεται μόνο για ένα πράγμα, την επαφή με τη γλώσσα του. «Μ’ αυτήν εδώ τη γλώσσα», ανακοινώνει αργότερα, τη βγάζει έξω και δέχεται εκδηλώσεις σεβασμού που ποτέ δεν άρμοζαν σε κανένα άλλο όνομα.

 

Η ΑΥΤΟΔΩΡΗΤΡΙΑ

Αυτή ζει από τα δώρα που παίρνει πίσω. Ποτέ δεν ξέχασε κανένα δώρο. Τα θυμάται όλα, ξέρει πού βρίσκεται το καθένα, ερευνά όλα τα μέρη για να τα ξεσκεπάσει και πάντα βρίσκει δικαιολογίες. Της αρέσει να πηγαίνει σε ξένα σπίτια με την ελπίδα να ανακαλύψει ακόμα κι εκεί ένα δώρο που έχει κάνει η ίδια. Ακόμα και τα μαραμένα λουλούδια ξανανθίζουν, μόνο και μόνο για να τα πάρει πίσω.

Πώς είναι δυνατό να δώσει τόσα πράγματα και να μην τα ξαναπάρει πίσω; Αυτή, που έχει την τάση να ξεχνά τα πάντα, τα δώρα της δεν τα ξεχνά ποτέ κι αντιμετωπίζει δυσκολίες μόνο με τα δώρα που έχουν ήδη φαγωθεί. Είναι άσχημο όταν καταφτάνει και τα πάντα έχουν καταβροχθιστεί. Τότε κάθεται σκεφτική και χαμένη σαν να θυμήθηκε κάτι που θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Κρυφοκοιτάζει τριγύρω όλο ευγένεια, μήπως υπάρχει κάτι κρυμμένο. Με ιδιαίτερη ευχαρίστηση πηγαίνει στην κουζίνα, μια ματιά στα σκουπίδια και μια μαχαιριά στην καρδιά, να τα, τα φλούδια από τα πορτοκάλια της. Μακάρι να τα είχε φέρει πιο αργά ή να πήγαινε πιο νωρίς να τα πάρει.

«Η τσαγιέρα μου!», λέει και τη βουτάει. «Το φουλάρι μου! Τα λουλούδια μου! Η μπλούζα μου!» Αν κάποια φοράει την μπλούζα που της χάρισε, την παρακαλεί να τη δοκιμάσει, όχι χωρίς να καμαρώσει τον εαυτό της στον καθρέφτη, και φεύγει φορώντας την μπλούζα

Μα δεν περιμένει να της τα επιστρέψουν οι ίδιοι; Όχι, προτιμά να το κάνει μόνη της. Μα δεν κλέβει τίποτα; Όχι, μόνο για τα δικά της τα δώρα νοιάζεται. Σ’ αυτά αφοσιώνεται, αυτά θέλει, αυτά της ανήκουν. Γιατί τα έδωσε λοιπόν; Για να τα πάρει πίσω, γι’ αυτό τα έδωσε!

 

Ο ΦΟΡΕΑΣ ΜΥΣΤΙΚΩΝ

Ο Φορέας Μυστικών δε θέλει να κρατάει για τον εαυτό του τίποτα που θα μπορούσε να πληγώσει κάποιον άλλον. Βιάζεται και προλαβαίνει τους άλλους Φορείς Μυστικών. Συχνά, ο αγώνας του είναι πικρός και παρόλο που δεν ξεκινάνε όλοι από το ίδιο σημείο, καταλαβαίνει πόσο κοντά βρίσκονται ήδη οι άλλοι και τους ξεπερνά με τεράστια άλματα. Μιλάει γρήγορα και λέει πάντα ένα μυστικό. Να μη μάθει κανείς ότι αυτός το ξέρει. Περιμένει ευγνωμοσύνη κι αυτή συνεπάγεται διακριτικότητα. «Μόνο σ’ εσάς το λέω. Αυτό αφορά μόνον εσάς.» Ο Φορέας Μυστικών ξέρει πότε κινδυνεύει μια θέση. Επειδή κινείται τόσο γρήγορα, επειδή βιάζεται πολύ, ο κίνδυνος αυξάνεται στο δρόμο. Όταν φτάνει, είναι ήδη όλα ξεκάθαρα. «Απολύεστε.» Ο ενδιαφερόμενος χλομιάζει. «Πότε;» ρωτάει και: «Γιατί; Κανείς δε μου ’χει πει τίποτα.» – «Το κρατάνε μυστικό. Θα σας το πούνε την τελευταία στιγμή. Έπρεπε να σας προειδοποιήσω. Μη με μαρτυρήσετε όμως.» Τότε δίνει μια λεπτομερή εξήγηση για το πόσο τραγικό θα ήταν αν τον μαρτυρούσε κανείς, και καθώς το θύμα δεν είχε καν το χρόνο να υπολογίσει εξ ολοκλήρου το δικό του κίνδυνο, αισθάνεται ήδη μεγάλη συμπόνια για το Φορέα Μυστικών, τον καλύτερό του φίλο.

Ο Φορέας Μυστικών δεν αφήνει να του ξεφύγει καμιά εκδήλωση οργής και φροντίζει να την πληροφορηθεί ο θιγμένος. Με λιγότερη ευχαρίστηση μεταφέρει επαίνους, αλλά για να αποδείξει πόσο φιλικά διακείμενος είναι, πιέζει πού και πού τον εαυτό του. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δε βιάζεται και διστάζει ακόμα κι όταν έχει πάρει θέση για να μιλήσει. Ο έπαινος αγκυλώνει τη γλώσσα του σαν αηδιαστικό δηλητήριο. Προτού το φτύσει, νομίζει πως θα πνιγεί. Τελικά το λέει, αλλά πολύ σεμνά, σαν να ένιωθε συστολή μπροστά στη γύμνια του άλλου. Αλλιώς, δε γνωρίζει ούτε ντροπή ούτε αηδία. «Πρέπει να αμυνθείτε! Πρέπει να κάνετε κάτι! Δεν μπορείτε να το δεχτείτε έτσι απλά!» Συμβουλεύει ευχαρίστως τον ενδιαφερόμενο γιατί έτσι αυτό διαρκεί περισσότερη ώρα. Οι συμβουλές του είναι τέτοιας λογής που αυξάνουν το φόβο του θύματος. Μόνο για την εμπιστοσύνη των ανθρώπων νοιάζεται, χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να ζήσει.

(Τίτλος πρωτοτύπου: DER OHRENZEUGE. Μετάφραση από τα γερμανικά: Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς)