ΟΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

 

Η «κουλτούρα» είναι στην Ελλάδα μια έννοια παρεξηγημένη. Δυο κατηγορίες την κακοποιούν, οι κουλτουριάρηδες και οι άλλοι. Οι μεν την οικειοποιούνται σαν οικοσκευή, έχουν μονάχα εκείνοι το κρυφό χάρισμα να τη γνωρίζουν, κλείνονται ο ένας μέσα στον άλλο σα σε στρείδι, γίνονται κάστα αφόρητα σνομπ και σκωπτική, κι έπειτα χάνουν αυτό που απαιτεί η ίδια η κουλτούρα, την ικανότητα να αναγνωρίσουν το νέο και καινοτόμο και να το εντάξουν στο παλιό. Οι δε κάθονται απέξω και γελούν, χαρούμενοι μες στην άγνοια και την αδιαφορία τους· δεν είναι απλό πράγμα να νιώθεις ξεκομμένος, πολιτισμικά απαίδευτος και για αυτό οι περισσότεροι αντιδρούμε σπασμωδικά, αυτό που δεν καταλαβαίνουμε το γελοιοποιούμε. Βαριέμαι και τις δυο κατηγορίες. Ή μάλλον τους πρώτους τους βαριέμαι, τους δεύτερους τους φοβάμαι λιγουλάκι, γιατί είναι πιο πολλοί και διαμορφώνουν μια κατάσταση που επιτάσσει να θεωρείται της μοδός η κάθε σκυλού, αλλά να είναι ξεπερασμένοι ο Καζαντζάκης και ο Ντοστογιέφσκι.

Διάβαζα από μικρή πολύ, τότε έβλεπα και θέατρο αρκετό και σινεμά, κι όμως ποτέ δε θέλησα να ενταχθώ σε μια κουλτουριάρικη παρέα, σχεδόν κανένας από τους κολλητούς μου δε διαβάζει· δεν αποτελεί η τέχνη κριτήριο φιλίας. Οι άνθρωποι που διαβάζουν πολλά τείνουν να είναι πιο ανοιχτόμυαλοι, λέει η λογική. Στην πράξη αυτό πολλές φορές το είδα να καταργείται, εξαρτάται από το τί διαβάζεις και γιατί, κυρίως από το ποιός είσαι. Αρνούμαι να καταπιεστώ και να δω τέχνη εκεί που το συναίσθημά μου αποκοιμιέται, όμως το ίδιο έντονα νιώθω για αυτούς που χλευάζουν γιατί δεν προσπαθούν. Η τέχνη, η όποια τέχνη, απαιτεί λίγη παιδεία, αγάπη και όρεξη να ασχοληθείς, κέφι. Δεν αρκεί να μπορείς να μιλήσεις για ένα βιβλίο που δεν έχεις διαβάσει σα να το είχες, σε κύκλους κοσμικούς, μάλλον πρέπει να στρωθείς και να αρχίσεις την ανάγνωση. Κι αυτό ακόμα δε σε καθιστά «καλύτερο άνθρωπο», «ανώτερο απέναντι στους αδαείς», έτοιμο με το φουλάρι στο λαιμό να κατακτήσεις τα λογοτεχνικά σαλόνια (τα ποιά;), κάποτε σε κάνει γραφικό.

Τη φιλαναγνωσία μου αναγκάστηκα κάποιες φορές να την κρύψω- στο σχολείο, σε παρέες, στη δουλειά. Άλλες τόσες συγκρατήθηκα για να μην μπω σε συζητήσεις περιεχομένου φιλολογικού, να μην πω έχω διαβάσει τον τάδε ή τον δείνα χωρίς να το έχω κάνει, υπό το ολίγον τι ειρωνικό βλέμμα ενός γνώστη. Τούτο το τελευταίο μου συνέβη ομολογουμένως περισσότερο με το θέατρο και το σινεμά, στο βιβλίο τα πράγματα είναι πιο αχανή και δικαιούσαι λίγη άγνοια. Όμως ακόμα κι έτσι, δε βρίσκω κανέναν απολύτως λόγο να το κάνω. Αν κάτι είναι αναζωογονητικό στην κουβέντα για τη λογοτεχνία είναι η ανακάλυψη του νέου, του παλιού που ήτανε χαμένο, του αριστουργήματος που κρυβόταν στη γωνία. Εξάλλου η μεγαλύτερη απώλεια που θα είχα από την προσποίηση θα ήταν πως δε θα μπορούσα κάποτε να κοκορευτώ πως «επιτέλους το διάβασα» (οποιαδήποτε ομοιότητα με τον «Οδυσσέα» ή το «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» κρίνεται εντελώς τυχαία και παραπλανητική).

Κατερίνα Μαλακατέ