ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΗΜΑΤΑ

Αποσπάσματα από τη «Ζα Ζα» του Κυριάκου Αθανασιάδη συνοδευόμενα από ExLibris του συλλέκτη Χρήστου Γιαννάκου, φιλοτεχνημένα από τον Κινέζο χαράκτη Chen Ηao (σειρά: China Opera Masks).

 

Ονειρεύτηκε τον εαυτό της σαν λύκαινα.

Η μεγάλη, υγρή, αεικίνητη γλώσσα της, μακριά και σαρκώδης και γεμάτη γευστικούς κάλυκες και νευρικές απολήξεις που αντιλαμβάνονταν τα πάντα, έτρεμε κρεμασμένη από το στόμα της με τα επικίνδυνα σουβλερά δόντια. Τα μουστάκια της οσφραίνονταν μυστικές δονήσεις στον αέρα, και τα φλόγινα μάτια της τρυπούσαν σαν πύρινα βέλη το σκοτάδι. Όλο της το σώμα ήταν μια συσπειρωμένη δύναμη. Γύρω της, άλλοι λύκοι, αρσενικοί, την καλούσαν άηχα. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και τινάχτηκε σαν βέλος, ξέροντας από ένστικτο πού έπρεπε να πάει. Τα σαγόνια της έκλεισαν πάνω στη ζωντανή σάρκα. Το αίμα την πλημμύρισε, έκαψε γλυκά το λαιμό της. Η σάρκα τινάχτηκε, ρίγησε, και πέθανε. Έγινε κρέας. Το κατάπιε και σκούπισε το ρύγχος της με απόλαυση.

Είχε αρχίσει η εποχή του κυνηγιού.

Είχε αρχίσει η εποχή του ζευγαρώματος.

 

Γύρισε και τον παρατήρησε, στρέφοντας το λαιμό της. Θα μπορούσε, άραγε, να γίνει ο δικός της λύκος; Το ταίρι της για μια ζωή; Ή μάλλον όχι: θα έμεναν μαζί μια ζωή, το ήξερε — μα θα μπορούσε να γίνει λύκος;

 

 

Ούρλιαξε μέσα στο γραφείο της, και ένα κομμάτι του ήμερου εαυτού της άκουσε τα τζάμια να τρίζουν, και τον παγωμένο αέρα έξω να στέκεται για μια στιγμή, αποσβολωμένος από τη δίκαιη οργή της. Ούρλιαξε δυνατά, και κάθε σκούρα μπλε τρίχα της γούνας της ορτσώθηκε σαν επικίνδυνο κεντρί.

***

Η ζωή είναι γεμάτη συγκινήσεις, και οι πιο δυνατές —άσχετα από το πρόσημό τους— γεννιούνται από όσες ματαιώνονται.

***

Υπάρχει καιρός για να σπείρεις, και καιρός για να θερίσεις. Υπάρχει καιρός για να χτίσεις — και καιρός για να γκρεμίσεις. Τίποτε δεν ήταν μάταιο, όλα ήταν αληθινά, και όλα επιτρέπονταν.

 

«Άρα θα σου πω όλα μου τα μυστικά».

«Να μου τα πεις».

«Θα σου τα πω».

«Είμαι όλος αυτιά».

«Γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;»

«Για να σ’ ακούω καλύτερα».

«Α, είσαι λύκος;»

«Είμαι λύκος».

«Δεν είσαι. Αν ήσουν θα το είχα καταλάβει».

«Πώς;»

«Γιατί θα ήμασταν από το ίδιο είδος».

 

Να πάψει να είναι μια απλή διαχειρίστρια, να γίνει αυτό που μπορούσε και που ήθελε και που έπρεπε να γίνει: η δημιουργός της ζωής της, η συγγραφέας της επινοημένης αφήγησής της, η επικυρίαρχη της προσωπικής της επικράτειας. Έπρεπε να χαράξει τους δρόμους, να χτίσει τα σπίτια και τα δημόσια κτίρια, το υδραγωγείο και το σταθμό του ηλεκτρικού, το σχολείο και την τράπεζα και το τηλεφωνικό κέντρο, τα θέατρα και τους κινηματογράφους, τα πάρκα και τα εργοστάσια και την αγορά και τα προάστια. Και ποτέ, ποτέ να μην ξαναφήσει άλλους πολεοδόμους και άλλους χωροθέτες και άλλους αρχιτέκτονες να σηκώσουν τα δικά τους εξαμβλώματα στη χώρα της· ακόμα κι αν έπρεπε να πτωχεύσει, να κουρσευτεί ή να εκστρατεύσει.

 

Και τα μάτια της είναι γκρίζα, στο γκρίζο του πάγου, και μέσα τους καίνε δυο κουκούτσια φωτιάς, και η γούνα που την τυλίγει είναι μπλε, τα πίσω της πόδια συσπειρωμένα σαν βιομηχανικά πελώρια ελατήρια, τα αυτιά της ορτσωμένα, τα νύχια των μπροστινών της ποδιών έτοιμα να διαρρήξουν σάρκες, η ράχη της καμπουριασμένη, το στήθος της ένα τόξο ανάγκης και λαχτάρας και ελευθερίας.

 

 

Ευχαριστώ θερμά το Χρήστο Γιαννάκο για την ευγενική παραχώρηση των εικόνων. (http://xotaris.gr/index.php)

Γεωργία Μανάφη