Η «ΖΑ ΖΑ» ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

«[…] πραγματικά άτομα μπορούν να υπάρχουν

 μόνο στη φαντασία ενός καλλιτέχνη αρκετά δυνατού

 για να τα συγκρατήσει και να τους δώσει μορφή»

Λώρενς Ντάρρελ, Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, Ιουστίνη

Μια γυναίκα που ζει διπλή ζωή. Ένας αχαλίνωτος ερωτισμός. Μια απελευθερωτική πορεία. Τίποτα το καινούργιο σε όλα αυτά, μέχρι να διαβάσει κανείς τη «Ζα Ζα» του Κυριάκου Αθανασιάδη. Η «Ζα Ζα» δεν είναι ένα γυναικείο μυθιστόρημα, είναι ένα μυθιστόρημα για τη Γυναίκα. Ένα μυθιστόρημα που μόνο καταχρηστικά θα ενέτασσε κανείς στην ερωτική λογοτεχνία, ακόμα κι αν φαίνεται να εκκινεί από αυτή. Αν και αφομοιώνει δημιουργικά στοιχεία διάφορων λογοτεχνικών ειδών, έχει συνολικά κάτι το ανάδελφο, είναι ίσως απλά ένα μυθιστόρημα δια χειρός Αθανασιάδη, που στην ώριμη συγγραφική του φάση προσφέρει ένα έργο εφάμιλλο του «Βασιλείου του Αποχαιρετισμού» (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2002) μα αναμφισβήτητα πιο εξωστρεφές και επικοινωνιακό. Αν έπρεπε να διαλέξω μία μόνο πρόταση για να χαρακτηρίσω αυτό το ανάγνωσμα, θα έλεγα ότι η «Ζα Ζα» είναι μια πραγματική εμπειρία.

Από περιέργεια περισσότερο και με ένα σαφές άγχος μήπως ξεκινήσω ένα κουραστικό, ξένο στα γούστα μου ανάγνωσμα, που θα έπρεπε οπωσδήποτε όμως κατά τη συνήθειά μου να ολοκληρώσω, έπιασα να διαβάσω το τελευταίο μυθιστόρημα του Κυριάκου Αθανασιάδη, τη «Ζα Ζα», αλλάζοντας τα αναγνωστικά πλάνα που μόλις και με χαρά είχα καταστρώσει.

Δεν ξεκινήσαμε, η αλήθεια είναι, με ενθουσιασμό η «Ζα Ζα» κι εγώ την παρέα μας στην αρχή. Η πρώτη περιγραφή ήταν ενδιαφέρουσα μα οιονεί τρομακτική, αφού ως αναγνώστρια, ομολογώ, κουράζομαι από τις εκτενείς περιγραφές, όσο όμορφες και να είναι. Φοβήθηκα λοιπόν μήπως όλες αυτές οι σελίδες του βιβλίου που κρατούσα στα χέρια μου, δεν ήταν παρά ένας αυτάρεσκος περιγραφικός “εμετός” του συγγραφέα. Ομολογώ πως ο φόβος μου αυτός ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν προκατάληψης, αφού περίμενα μια μάλλον αυστηρή γραφή που θα ταίριαζε στο προφίλ του Αθανασιάδη ως δημοσιολόγου.

Θα είχα πραγματικά τη διάθεση να σχολιάσω κεφάλαιο-κεφάλαιο αυτό το βιβλίο, μα δε θα το κάνω, γιατί ο “κατατεμαχισμός” των λογοτεχνικών έργων, αν και συχνά απαραίτητος, με κάνει να νιώθω μια δυσφορία, σαν να έχω απέναντί μου ένα ανάσκελο βατράχι με τα εντόσθιά του πεταμένα έξω. Ένα βατράχι που του στερήθηκε ο υπέροχος κοασμός του για να μας χαριστεί η γνώση των έσω του. Λέω λοιπόν να γράψω μόνο όσα μου έρθουνε στο νου, συνειρμικά σχεδόν και δίχως πλάνο.

Η «Ζα Ζα» εκτυλίσσεται σε έναν ξεκάθαρα αποτυπωμένο χωροχρόνο, αρκετά οικείο και πολύ ανοίκειο ταυτόχρονα, έναν κόσμο στον οποίο όμως σε μπάζει εύκολα τελικά ο συγγραφέας θες δε θες. Όλα τα μυθιστορήματα αποτελούν φυσικά ένα κατάλυμα για τον αναγνώστη, φιλόξενο ή και αφιλόξενο, στη «Ζα Ζα» όμως ο χώρος αυτός γίνεται σύντομα και αναπόδραστος. Στην αρχή τον αισθάνεσαι να μη σου ταιριάζει, σαν παπούτσι που σου περισσεύει. Έπειτα τον αποστρέφεσαι. Μυρίζει μια παρακμή, αν και εκλεπτυσμένη, που θες να την ξεπλύνεις από πάνω σου κλείνοντας το βιβλίο κι επιστρέφοντας στη φυσιολογική, φυσιολογικότατη ζωή σου. Γιατί έτσι σου μοιάζει πια η ζωή σου με τις χίλιες μύριες δυσκολίες της, πιο φυσιολογική. Σύντομα όμως πιάνεις τον εαυτό σου να περιφέρεται νευρικά στη ρουτίνα του και να αδημονεί να τρυπώσει ξανά στον κόσμο της «Ζα Ζα» χωρίς ίσως, στην αρχή τουλάχιστον, να μπορείς να διατυπώσεις το γιατί. Λίγο παρακάτω βέβαια ξέρεις πια καλά: γιατί εκεί μέσα εισέρχεσαι λυτή και με «ορτσωμένο τρίχωμα». Γιατί ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι τα όρια του μύθου δεν υπάρχουν. Έχει πάρει ο ίδιος ο συγγραφέας τη γομολάστιχα και τα ’χει σβήσει. Η ζωή εντός και εκτός, εκτός του έργου, φαίνεται πλημμυρισμένη από άπειρες λυτρωτικές εκδοχές και καθαρτικά ενδεχόμενα. Επιλογές θολές, “ιμπρεσιονιστικές”, που όμως με ανακούφιση και έκσταση σχεδόν τις υποδέχεται το μυαλό σου.

Η σαγήνη που είναι σε θέση να προκαλεί αυτό το κείμενο στον αναγνώστη του έγκειται, θαρρώ, κυρίως σε δύο πολύ σαφείς αρετές του συγγραφέα. Στην περιγραφική και την ψυχογραφική του δεινότητα. Οι περιγραφές, μόλο που δεν είναι τελικά εκτενείς, είναι τόσο άμεσες και εύστοχες, που σου υποβάλλουν, σου επιβάλλουν σχεδόν, θα έλεγα, την ατμόσφαιρα του έργου. Είναι συχνά περιγραφές που αισθάνεσαι πως ξεπηδούν απ’ το υποσυνείδητο του συγγραφέα και βουτούν απευθείας στο δικό σου με τρόπο που σε βρίσκει απροετοίμαστο και σε μουδιάζει. Και στις ερωτικές σκηνές, εκεί όπου ο συγγραφέας, ας μου επιτραπεί, κάνει έρωτα με το ίδιο του το κείμενο και βρίσκεται στην πιο καλή στιγμή του, αυτό συμβαίνει ακόμα εντονότερα. Πρόκειται για σκηνές ιδανικά μάλλον και όχι εξιδανικευμένα σκοτεινές, άγριες και παθιασμένες, έτσι που τείνουν τελικά να μοιάζουν πέρα από απελευθερωτικές, και τρυφερές, σχεδόν στοργικές. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ορισμένες από αυτές τις εξαιρετικές περιγραφές -και θα αφήσω στην άκρη όλες τις ερωτικές, για να μη θεωρηθεί εύκολος ο έπαινος, αν και είναι άξιο επαίνου να δύναται ο συγγραφέας να υποβάλλει μια τέτοια σωματοποίηση των εντυπώσεων-, θα ξεχώριζα σίγουρα τις περιγραφές του Κέντο, του κλοσάρ, του Σέιχ Σου και οπωσδήποτε όλες εκείνες τις εξαιρετικές στιγμές, τις τόσο εμπνευσμένες, που η γυναίκα και το ζώο γίνονται ένα· με αποκορύφωμα την περιγραφή του τελικού διαχωρισμού τους φυσικά.

Η «Ζα Ζα» είναι ένα έργο σαφώς ψυχογραφικό. Οι χαρακτήρες, η ηρωίδα κυρίως, προσεγγίζονται ρητά από το δημιουργό τους με τέτοιο τρόπο, αυτό όμως γίνεται τόσο έντεχνα, είναι τόσο λειτουργικά, οργανικά ενταγμένο, που, αντί να νιώθει κανείς ότι παρακολουθεί μια κουραστική συνεδρία (μόνο τώρα συνειδητοποιώ πόσο κουραστικά ήταν τελικά μερικά αναγνώσματα), νιώθει να έχει σταθεί απέναντι από έναν “λαλίστατο” καθρέφτη, ο οποίος, παρότι του φανερώνει όλη του τη δυσμορφία, ταυτόχρονα τον κρατά με μάτια ορθάνοιχτα, μαγνητισμένα εμπρός του, σαν να του αποκαλύπτει κάτι αλλότρια οικείο, κάτι εξαγνιστικό, λυτρωτικό, μα και τρομακτικό συνάμα. Σαν να του αποκαλύπτει τον εαυτό του όπως… τον έχει ξαναδεί ή  υποψιαστεί τουλάχιστον, τις στιγμές εκείνες που το «εγώ» του τσακώνεται με το «υπερεγώ» και φιλιώνει με το «εκείνο» του.

Και είναι ίσως αυτή η απίθανη προσέγγιση του γυναικείου κόσμου από έναν άντρα που κάνει την αναγνώστρια να εντυπωσιάζεται τόσο. Ο συγγραφέας έχει μια τρομερή διεισδυτικότητα στο γυναικείο ψυχισμό, που τον περιγράφει όμως με τη λιτότητα, την αυστηρότητα, τη λακωνικότητα ενός άντρα, χωρίς να κουράζει, ξαφνιάζοντας το θηλυκό κοινό του με την ευστοχία του. Και είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν συγγραφέα που αγαπά βαθιά τη Γυναίκα και της αναγνωρίζει μια a priori ανωτερότητα. Όχι λογικά όμως· χωρίς επιχειρήματα, λατρευτικά, με θρησκευτική πίστη. Θα παραθέσω εδώ δύο γραμμές που μου ήρθανε στο νου: «…με το σπάνιο σώμα που ήταν φτιαγμένο για να προσεύχονται οι άντρες μπροστά του πεσμένοι στα τέσσερα και κλαίγοντας…».

Αν όμως το έργο «φτάνει στην πρώτη γραμμή» τελικά, είναι ακριβώς επειδή ο συγγραφέας σε αυτή του την προσέγγιση δεν αναλώνεται σε διαρκείς «αναγωγές στην ψυχολογία» και δεν εξαντλείται στο «να εξηγήσει το κάθε τι». Αντιθέτως διατηρεί άσβεστη την «αίσθηση του παιχνιδιού» χωρίς μάλιστα να θυσιάζει το ύφος στο βωμό του θέματος, για να χρησιμοποιήσω εδώ συγγραφικές αρετές που φαίνεται να εκτιμά ο Λώρενς Ντάρρελ δια στόματος των ηρώων του (Αλεξανδρινό κουαρτέτο, Ιουστίνη, εκδ. Γρηγόρη) κι ας το ξεχνά πού και πού ο ίδιος.

Μα και οι τεχνικές του συγγραφέα, οι λανθάνοντες τρόποι μπασίματος στον πυρήνα της συνολικής του πρόθεσης, είναι εντυπωσιακές, γιατί ο συγγραφέας αυτός δεν απέχει πολύ βέβαια από έναν «σενσέι» που με τις προσταγές του καθοδηγεί τον αναγνώστη-«κένζι» του. Έπιασα για παράδειγμα τον εαυτό μου, και ενώ είχα διαβάσει αρκετά κεφάλαια, να μη θυμάται το πραγματικό όνομα της Ζα Ζα. Και σε όλη τη διάρκεια των αναγνώσεών μου να λησμονώ την ύπαρξη του συντρόφου της, του τόσο συνολικά απόντος Μάνου. Τίποτα σαφώς δεν ήταν τυχαίο. Δε φαίνεται άλλωστε ο συγγραφέας να αφήνει κάτι στη “διακριτική ευχέρεια” του αναγνώστη, στην τύχη. Του φοράει το «μπογκού», του χώνει στο χέρι το «σινάι» και τον ρίχνει σε μια μάχη δίχως διαφυγή. Βρίσκει τρόπους να τον κρατά συνέχεια σε εγρήγορση: «Χάτζιμε!». Αν και βέβαια φροντίζει πού και πού να του δίνει χρόνο να χωνεύει τα χτυπήματα κι ύστερα πάλι να τον σφυροκοπά και να τον ξαφνιάζει μαθαίνοντάς του έτσι τις τεχνικές της δικής του πολεμικής τέχνης, του «Κέντο», εκεί όπου η συμμετοχή κρίνεται απαραίτητη για την επιβίωση. Κι αν επιμένω τόσο να χρησιμοποιώ το έβδομο κεφάλαιο, είναι επειδή ήταν πραγματικά καταλυτικό για το έργο από κάθε άποψη. Εμπνευσμένη επιλογή.

Στα πλαίσια αυτών των τεχνικών θα μπορούσε κανείς να εντάξει ίσως και τα διαλογικά μέρη του έργου, που δίνουν μιαν εκπληκτική αμεσότητα και σπιρτάδα στο κείμενο, κυρίως με την εκκεντρική και ασθματική μορφή που έχουν σε ορισμένα κεφάλαια. Αυτό που μπορεί να ξενίσει κάπου τον αναγνώστη στους διαλόγους του Αθανασιάδη είναι ίσως οι επαναλήψεις. Μα ακόμα κι όταν δεν είναι επαναλήψεις που προσδίδουν ένταση, και είναι επαναλήψεις “αφέλειας”, θα έλεγα, υπηρετούν ένα λειτουργικό ρόλο μέσα στο κείμενο. Οι φλύαρες, οι κελαρυστές, οι αφελείς “θηλυκές” κουβέντες προδίδουν τη μοναξιά, την απελπισία, την ανάγκη αυτών των γυναικών να αγαπήσουν και να αγαπηθούν γρήγορα και εύκολα. Να πιαστούν από κάπου. Δεν πρόκειται όμως συνήθως για διαλόγους που χαρακτηρίζονται από την πολυπόθητη φυσικότητα μιας προ πολλού κατακτημένης λογοτεχνίας. Είναι μια πρόκληση για την ίδια την αναγνώστρια που δεν καλείται να κατανοήσει ή και να ταυτιστεί ακόμα με πρόσωπα και καταστάσεις, πράγμα που συμβαίνει όμως έτσι κι αλλιώς αβίαστα από την αρχή. Πρόκειται για μια τεχνική μέθεξης στα πλαίσια μιας μετουσιωτικής διαδικασίας που λαμβάνει μάλιστα χώρα συνειδητά και όχι ερήμην της αναγνώστριας, πράγμα απολύτως συναρπαστικό.

Δύο όμως από τις τεχνικές που ξεχώρισα και θεωρώ απαραίτητο να συμπεριλάβω σ’ αυτή την παράθεση των εντυπώσεών μου είναι η τεχνική των παρεκβάσεων και η τεχνική των εναλλάξ, των παράλληλα εξελισσόμενων, των διαπλεκόμενων σκηνών ή και λόγων ακόμη. Στο ενδέκατο κεφάλαιο, ας πούμε, μια σκηνή που θα προκαλούσε από αιδώ μέχρι και αηδία ενδεχομένως, σε άλλα πλαίσια, όπου ο εαυτός μας δε θα είχε “αποπλανηθεί” από το συγγραφέα, δε θα είχε  πιαστεί από το χέρι με τη Ζα Ζα και δε θα είχε γυμνωθεί κυριολεκτικά και μεταφορικά μαζί της, γίνεται πραγματικά ένα όχημα απελευθέρωσης στο οποίο όλες επιβαίνουμε εκείνη την ώρα, αν και ευχόμαστε τίποτα να μην προδίδει στη στάση του σώματός μας, στους μορφασμούς του προσώπου μας, όπως καθόμαστε στο κρεβάτι με το βιβλίο μας ακουμπισμένο στα πόδια, αυτή την “επαίσχυντη” και ηδονική επιβίβασή μας. Παρόλο που έχουμε βέβαια πολλάκις συμμετάσχει σε όλα, ανομολόγητα, από την αρχή σχεδόν, με το άγγιγμα του τριαντάφυλλου που το αφήσαμε να μας τσιμπήσει κι εμάς λίγο στο μηρό. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί η διαπλοκή των σκηνών, των εξελισσόμενων στο έργο από τη μία, και των προβαλλόμενων στο λευκό πανί της κινηματογραφικής αίθουσας από την άλλη, μας προσφέρει μια ονειρική, υπερρεαλιστική σχεδόν ατμόσφαιρα που μετατρέπει μια συνήθη πορνογραφική φαντασίωση σε τέχνη. Μα ακόμη δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό το λογοτεχνικό εύρημα τιθασεύει ή απογειώνει την προκλητικότητα του έργου, όπως ακριβώς ένα ημιδιάφανο ύφασμα που καλύπτει μόνο τα επίμαχα σημεία μιας γδυτής γυναίκας.

Οι παρεκβάσεις αποτελούν μία ακόμα ευχάριστη έκπληξη στο έργο. Η πιο χαρακτηριστική είναι ίσως αυτή στο κεφάλαιο δεκατέσσερα, όπου ξαφνικά βρίσκεσαι να παρακολουθείς με ενδιαφέρον τα λόγια του ιδιόρρυθμου εκείνου άνδρα και ταυτόχρονα να συμμετέχεις στην πρωτόγνωρη έκσταση της Ζα Ζα δίχως περισπασμούς. Σαν να συμμετέχεις πραγματικά, έκπληκτος κι εσύ με τον ίδιο σου τον εαυτό, σε μια ελαφρώς σαδομαζοχιστική περιπέτεια πολύ έξω από τα δεδομένα σου. Στην παρέκβασή του αυτή όμως ο συγγραφέας στοχάζεται με τρόπο τέτοιο που δε σε αποσπά, δε σε ξενίζει. Δε σε προβληματίζει καν αν τον κατανοείς. Το μόνο που θες είναι να τον ακούς σαν μαγεμένος. Κρατά ένα μαγικό αυλό αυτός ο περίεργος άνδρας που “φιλοσοφεί” ανάμεσα στα πόδια της.

Το πιο αμφιλεγόμενο σημείο τού έργου θαρρώ πως είναι το “εμβόλιμο” εικοστό δεύτερο κεφάλαιο το οποίο και θα “υπερασπιστώ” εξαιτίας της αίσθησης πως ό,τι κι αν αφαιρούσα από αυτό το έργο, θα του έλειπε, κι ό,τι του προσέθετα, θα του ήταν περιττό. Όχι επειδή είναι ιδανικό ή τέλειο, αλλά επειδή είναι πραγματικά φύση ζώσα, ατελής. Ακόμη κι αν δεχτώ ότι η επιστολή αυτή συγχύζει τον αναγνώστη ή τον βγάζει από το μέχρι τότε κλίμα του, νομίζω πως αυτό είναι σχεδόν στιγμιαίο, καθώς από την προσφώνηση ακόμη έχεις ξαφνιαστεί τόσο ως αναγνώστης, ή αναγνώστρια καλύτερα, που καταβροχθίζεις βουλιμικά τις λέξεις, τις προτάσεις, τις γραμμές, ώστε να δεις παρακάτω. Μέχρι που φτάνεις σύντομα στο τέλος της επιστολής, πριν το υστερόγραφο, κι εκεί ο Κυριάκος Αθανασιάδης σού κλείνει το μάτι και χαμογελώντας σου τρυφερά σού αποκαλύπτει ότι όλη αυτή η μοναξιά ή και η μοναδικότητα που αισθανόσουν ως θηλυκό δεν υπάρχει. Ότι όλες μας, υποταγμένες σε ετεροαφηγήσεις, κρύβουμε μέσα μας μια Ζα Ζα, μια λύκαινα που αλυχτάει και ουρλιάζει από την επιθυμία μιας ζωής άγριας. Όλον αυτό το δρόμο δεν τον πορεύτηκες μόνη, σου λέει, τον πορεύτηκες ακολουθώντας το δικό του ουρλιαχτό, το δικό του κάλεσμα, τη μυρωδιά, τα χνάρια του. Ήσουν η μαριονέτα, το νευρόσπαστό του, μπορεί να σκέφτεσαι κάπως πληγωμένα. Όχι όμως. Ήσουν του είδους του, λύκαινα. Γι’ αυτό μπόρεσες να τον ακολουθήσεις.

Η Ζα Ζα είναι ένα έργο γεμάτο αγωνία, ανατροπές και εκπλήξεις. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Ακόμα και όταν τις έχουμε ψυχανεμιστεί ή όταν ο ίδιος ο συγγραφέας έχει προοικονομήσει τις εξελίξεις, και πάλι ξαφνιαζόμαστε και πάλι μας προσφέρονται απλόχερα ταχυκαρδίες και μυρμηγκιάσματα. Και το καταφέρνει αυτό δίχως εκτενείς και άστοχες επιβραδύνσεις, «εκατό μέτρα τρέξιμο, εκατό μέτρα βάδισμα» ίσως, πράγμα απολύτως εντυπωσιακό. Στο 6ο κεφάλαιο νιώθει κανείς ήδη μια κορύφωση. Στο 11ο το ίδιο. Στο 14ο και πάλι. Νομίζεις πως έχεις εξαντληθεί, μα η έκσταση δε σταματά κι ό,τι ακολουθεί εμπρός στα έκθαμβα μάτια σου είναι ακόμα πιο συναρπαστικό.

Τελικά, η Ζα Ζα είναι απλά… ένας πολλαπλός οργασμός.-

Γεωργία Μανάφη

  • Θερμές ευχαριστίες στο φίλο Κωνσταντίνο Τσίμα για τη γραφιστική του δημιουργία.