ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ: «ΣΑΝ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ»

Από την εισαγωγική φράση του κειμένου, ο Πενάκ, επιχειρεί να ξεκαθαρίσει πως η ανάγνωση δεν είναι υποχρέωση μα απόλαυση. «Το ρήμα «διαβάζω» δεν παίρνει προστακτική», γράφει. Βέβαια, αυτή η διάκριση στην ελληνική γλώσσα δεν έχει την ίδια βαρύτητα με την πλειοψηφία των άλλων γλωσσών. Στα μέρη μας, το ρήμα διαβάζω καλύπτει εννοιολογικά τόσο την ανάγνωση όσο και τη μελέτη. Διαβάζουμε λογοτεχνία, όπως διαβάζουμε μαθηματικά, φυσική, χημεία και όλα τα υπόλοιπα σχολικά και ακαδημαϊκά μαθήματα. Διαβάζουμε για τις εξετάσεις των αγγλικών, για το δίπλωμα οδήγησης, για τον ΑΣΕΠ… Το ρήμα διαβάζω έχει ταυτιστεί με την υποχρέωση, τη νουθεσία, την απειλή και κυρίως με το άγχος των εξετάσεων.

Η παραπάνω διάκριση αποτελεί τη βάση στην οποία ο συγγραφέας θα τοποθετήσει το συλλογισμό του προσπαθώντας να απαντήσει στο καυτό ερώτημα γιατί οι νέοι σήμερα δε διαβάζουν λογοτεχνία, με ένα στυλ αρκετά ανάλαφρο και χωρίς διάθεση διδακτισμού. Καθώς επιθυμεί να απευθυνθεί σε ένα αρκετά μεγάλο μέρος του πληθυσμού και όχι σε μία μικρή ομάδα θεωρητικών, αποφεύγει τα σύνθετα επιχειρήματα και τις περισπούδαστες αναλύσεις κατορθώνοντας με αυτόν τον τρόπο να παραμείνει πιστός στον αρχικό του ισχυρισμό περί απόλαυσης.

Ο Πενάκ εκτός από συγγραφέας είναι καθηγητής και πατέρας. Οι τρεις αυτές ιδιότητες τον καθιστούν «ειδικό» επί του ζητήματος και ταυτόχρονα του προσφέρουν μια ιδιαίτερη θέαση του θέματος. Το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση των νέων αναγνωστών.

Η πρώτη παιδική ηλικία έχει ταυτιστεί με την αφήγηση παραμυθιών κυρίως πριν το βραδινό ύπνο. Οι πωλήσεις παιδικών βιβλίων πιστοποιούν αριθμητικά το γεγονός αυτό. Με τον καιρό, τα παιδιά συμμετέχουν όλο και περισσότερο στη διαδικασία της αφήγησης. Αρχικά, διατυπώνουν τις προτιμήσεις τους και εκφράζουν τις ενστάσεις τους. Στη συνέχεια, και καθώς μαθαίνουν σιγά σιγά να διαβάζουν, σκύβουν πάνω από το κείμενο με τους γονείς τους επιχειρώντας να συλλαβίσουν. Το επόμενο στάδιο, τότε που το παιδί μπορεί να διαβάσει μόνο του, είναι το κομβικό σύμφωνα και με τον συγγραφέα. Είναι η συγκυρία εκείνη η οποία μπορεί να το κρατήσει στις ράγες της ανάγνωσης ή να εκτρέψει πλήρως την πορεία αυτή.

Πολύ εύστοχα ο Πενάκ αφαιρεί ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης από τις τηλεοπτικές οθόνες. Ελάχιστη σχέση έχει η παθητική τηλεθέαση με την ενεργητική πράξη της ανάγνωσης και τα παιδιά μπορούν να το κατανοήσουν καλύτερα από τους ενήλικες. Από την άλλη, το επιχείρημα πως η μη ύπαρξη της τηλεόρασης θα ωθούσε νομοτελειακά τον κόσμο στην ανάγνωση, στερεί από την τελευταία μεγάλο μέρος της μαγείας και την τοποθετεί στην κατηγορία του υποκατάστατου. Η στείρα απαγόρευση της τηλεόρασης δε θα οδηγήσει το παιδί στο βιβλίο όσο και αν κάποιοι το θεωρούν δεδομένο. Υποχρέωση τόσο του γονιού όσο και του εκπαιδευτικού είναι να επιμείνουν στην απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση.

Ένα ακόμα σημείο στο οποίο το σκεπτικό του Πενάκ προσκρούει στην ελληνική ιδιαιτερότητα είναι ο ισχυρισμός του πως η δική του γενιά διαβάζει ενώ η επόμενη όχι. Δυστυχώς στον τόπο μας η αναγνωστική παράδοση είναι περιορισμένη οπότε το ερώτημα ξεφεύγει από τη νέα γενιά και συμπεριλαμβάνει το σύνολο των ηλικιακών ομάδων. Βέβαια, η προσήλωση του συγγραφέα στη νέα γενιά λειτουργεί νοσταλγικά, σε οδηγεί πίσω στο χρόνο τότε που ήσουν παιδί και ανυπομονούσες να ακούσεις τη συνέχεια της ιστορίας και επέμενες να ακούσεις το ίδιο παραμύθι ξανά και ξανά. Γεμάτο το βιβλίο με τόση αγάπη για τη λογοτεχνία αναζητά μία στάλα γόνιμου εδάφους για να ανθίσει εντός σου.

Ενδιαφέρον έχουν και οι παρατηρήσεις του περί της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το κεφάλαιο στο οποίο περιγράφει τη σχολική αίθουσα με τον καθηγητή να διαβάζει στα παιδιά του γυμνασίου «Μόμπι Ντικ» και εκείνα, παρά τις αρχικές ενστάσεις και φωνασκίες, να μαγεύονται, είναι μια τρυφερή και δυνατή σκηνή μέσα στο ρομαντισμό που τη διακρίνει. Θίγει έτσι το τεράστιο ζήτημα της λογοτεχνίας εντός των σχολικών κτιρίων. Δάσκαλοι και καθηγητές, παρά τα ελαφρυντικά που τους προσφέρει το πρόγραμμα σπουδών, έχουν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί.

Όσο μεγάλο σε έκταση και αν ήταν το βιβλίο του Πενάκ, δε θα ήταν αρκετό για να χωρέσει όλες τις παραμέτρους του ζητήματος. Το κεντρικό μήνυμα του βιβλίου, όπως τουλάχιστον το εκλαμβάνω εγώ, σχετίζεται με την ατομική ευθύνη του καθενός μας και ιδιαίτερα των γονιών και των εκπαιδευτικών. Δεν υπάρχουν καθολικές λύσεις και πρακτικές. Όσο και αν θεωρητικολογούμε, το μεγάλο βήμα από μόνο του δε θα πραγματοποιηθεί αλλά θα απαιτηθεί πλήθος μικρών διασκελισμών. Καθένας από το πόστο του και στο μικρόκοσμό του χωρίς να προσμένουμε λύσεις και πρωτοβουλίες κεντρικού χαρακτήρα. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως η ανάγνωση μας προσφέρει απόλαυση και όχι κάποιο ξεχωριστό βάθρο τιμής, δεν είμαστε καλύτεροι από τους άλλους απλώς και μόνο επειδή μας αρέσουν οι ιστορίες.

Μετάφραση Ρένα Χάτχουτ

Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Καλογερόπουλος Γιάννης     

http://no14me.blogspot.gr/