ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ ΟΙ ΔΡΑΚΟΙ

558840_484954231549013_1191619725_n

«Δεσπότευσε τον εαυτό σου και

οι άλλοι θα σε υποφέρουν».

Ezra Pound

 

Το μυθιστόρημα «Zα Ζα» ξετυλίγεται στη Θεσσαλονίκη του σήμερα ή ίσως μέσα στο μυαλό μας. Μια άλλη δοξασία θα μπορούσε να είναι πως λαβαίνει χώρα τις νύχτες και αποκλειστικά, ανάμεσα στα βλέφαρα και τη μάσκα ύπνου της πρωταγωνίστριας εν είδει φαντασίωσης, εν είδει παραίσθησης.

Ένα ζευγάρι, καθ’ όλα επιτυχημένο, ερωτευμένο, ή εν πάση περιπτώσει, με κάθε τέτοια προδιαγραφή, έπειτα από σειρά ετών σχέσης και πλέον γάμου, ολισθαίνει αναντίληπτα και σχεδόν ερήμην του, σε μία κατάσταση μουντή. Σε ένα καθεστώς αμηχανίας, ανίας και αλληλολύπησης. Οι περιγραφές της επερχόμενης κατατονίας, βασιζόμενες σε και σχετιζόμενες με μικρές πλην κρίσιμες λεπτομέρειες του συζυγικού βίου, με παρέπεμψαν ουκ ολίγες φορές, στους «Δουβλινέζους» του Joyce, ιδίως, στο διήγημα οι «Νεκροί», σαν ο συγγραφέας να έλκει από εκεί μια βαθιά ψυχολογική επιρροή. Ενδεικτικά, οι καφέδες του πρωινού παραμένουν άθικτοι, τα αγγίγματα εκφυλίζονται σε ντροπαλές, άστοχες και τυχαίες ψαύσεις, το ζευγάρι αρχίζει ξαφνικά να ανταλλάσσει τη λέξη «ευχαριστώ».

Oι ήρωες φέρονται να ξεπέφτουν μέρα τη μέρα, η σχέση παύει να τροφοδοτείται, το ερωτικό ενδιαφέρον εκατέρωθεν αμβλύνεται και αποσύρεται. Προς στιγμήν αδελφοποιούνται και εν τέλει αποξενώνονται.

Η γυναίκα, η Άννα και μελλοντική Ζα Ζα, όπως αυτό προαναγγέλλεται από το ίδιο το κείμενο, αρχίζει σταδιακά, απαντώντας στην ανάγκη εξεύρεσης ενός αντίβαρου στην παρακμή της προσωπικής της ζωής, να υποτάσσεται σε ένα εξ αποστάσεως παιχνίδι ερωτικής εξουσίας, με αντίπαλο ή συμπαίκτη έναν ιδιαίτερα κυριαρχικό άντρα. Άντρα επιδραστικό και κτητικό, άντρα με απαιτήσεις νοσηρές και τακτικές σατραπικές. Άντρα απόλυτο. Εκείνη θεωρεί το παιχνίδι αθώο, αν και από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαφαίνεται ότι πρόκειται για κάτι σοβαρό, σύνθετο, ζοφερό και ανεπίστρεπτο. Σταδιακά ωστόσο η ίδια το θεωρεί όχι μόνον αθώο, αλλά και εξυπηρετικό, καταλυτικό, όσον αφορά στην εκπλήρωση της επιδίωξής της: να σώσει τη φθίνουσα σχέση της με τον άντρα της.

Από τη στιγμή αυτή που η ηρωίδα αρχίζει να θεωρεί την εμπλοκή με αυτόν τον άγνωστο άντρα ως κάτι λειτουργικό και ωφέλιμο, αρχίζουμε και εμείς να παρακολουθούμε την εν λόγω γυναίκα να μετατρέπεται βαθμιαία και μη αναστρέψιμα σε αγρίμι: να μεταβαίνει τελεσίδικα στο είδος του λύκου.

Κι όταν λέω αρχίζουμε να την παρακολουθούμε το εννοώ με όλη του την ένταση: ηδονοβλεπτικά. Η γυναίκα του μυθιστορήματος, η Άννα και μετέπειτα Ζα Ζα, φτάνει μέχρι του σημείου να εκπορνευθεί με τον ίδιο πάντα ιερό και απώτερο σκοπό: τη διάσωση ή μάλλον νεκρανάσταση της σχέσης με τον αγαπημένο της.

Δεν μπορώ να προσδιορίσω επακριβώς από ποίου σημείου και μετά το μέσον γίνεται σκοπός (γιατί στο σημείο αυτό «κατοικούν δράκοι»). Συμβαίνει όμως. Πράγματι, από του σημείου αυτού και πέρα, η βίωση, η εμπειρία του αγοραίου έρωτα ανάγεται σε αυτοσκοπό και μάλιστα ιερό. Η ευυπόληπτη, καταξιωμένη, συγκρατημένη και συγκροτημένη γυναίκα, η υψηλής αισθητικής επιμελήτρια εκδόσεων και λάτρης των σημάτων ex libris, η εξ άλλου «ενδοτική και στοργική» αυτή γυναίκα, για να δανειστώ τα ακριβή της λόγια, αρχίζει να εκδίδεται μέσα σε πολυτελή δωμάτια της Θεσσαλονίκης. Τα όσα τής συμβαίνουν στο πλαίσιο αυτό, χάρη στον αριστοτεχνικό τρόπο που αποτυπώνονται, παραπέμπουν σε εφιάλτη εκτός ύπνου ή στις ελάχιστες γνώσεις μας για τα ελευσίνια μυστήρια. Σε τελετές δηλαδή, σχετιζόμενες με την έκσταση και το φόβο του θανάτου.

Ναι, γιατί η Ζα Ζα εν τέλει γίνεται πόρνη για να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου. Γίνεται πόρνη για τον εαυτό της δηλαδή, για την ανακάλυψη και παγίωση της ατομικής της ταυτότητας, για το δικό της μέστωμα. Για λόγους αυτογνωσίας. Για λόγους αναδιαπραγμάτευσης των όρων της ζωής της. Για να οδηγηθεί επιτέλους στην αυτοδιαχείριση. Για να κατακτήσει το δαντικό “directio voluntantis”. Για να γίνει ένα με τον πυρήνα της και όχι για τη σωτηρία της σχέσης της.  

532213_452745871429774_1476681561_n

Το έργο του Αθανασιάδη υπό το πρίσμα αυτό, συνιστά ύμνο στην ατομικότητα. Στην αγωνιώδη, κινδυνώδη, αμετανόητη και με κάθε κόστος αναζήτηση του υποκειμενικού εαυτού. Ύμνο εξ άλλου στη δόμηση δια του γκρεμίσματος. Ύμνο στη γυναικεία δύναμη και μοναξιά και αυτάρκεια. Ύμνο στη γυναικεία πλάτη για την ομορφιά της μα και για το πόσα μπορεί να άρει. Ύμνο, τέλος, στη δράση, στην πλοκή: στο σενάριο που καλείται ζωή.

Η «Ζα Ζα» είναι ένα μυθιστόρημα on the edge. Η ανάγνωσή του θέλει τόλμη, όχι ωστόσο περισσότερη από όση απαιτήθηκε για να γραφτεί. Μπαίνοντας κανείς στο τούνελ αυτής της αφήγησης, είναι βέβαιο πως δεν θα βγει αλώβητος, πως δεν θα βγει ο ίδιος, αν βγει.

Η ανάγνωση του υπό κρίση έργου διεξάγεται με τρόπο λαχανιασμένο. Είναι τέτοιο το νόημα, μα και τέτοια η εκφορά, τέτοιος ο ρυθμός και τέτοια η μαιανδρικότητα του κειμένου, που δεν μπορεί να γίνει τίποτε διαφορετικό, τίποτε λιγότερο.    

Ο συγγραφέας ανατέμνει βαθιά τις ψυχές των ηρώων του χωρίς να ηθικολογεί ούτε κατά διάνοια και ούτε στιγμή. Κι αν αναλογιστεί κανείς το θέμα που πραγματεύεται, που δεν είναι άλλο από την πίστη, την τιμωρία, τις ενοχές, τον πόθο και την ηδονή ως μέσο και σκοπό, κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ εύκολο, αναπόδραστο ίσως. Ευτυχώς, ωστόσο, δεν συμβαίνει. Ο Αθανασιάδης δεν υποκύπτει σε κάτι τέτοιο, δεν τοποθετείται, δεν αξιολογεί, τουλάχιστον όχι ευθέως. Καταγράφει έντονα, μα όχι ωμά, με τρόπο που σού κόβει την ανάσα. Η πραγματικότητα του βιβλίου δομείται από συστατικά ονείρου, η ονειρική ύλη έχει την τιμητική της.

Εκτός από την αφήγηση, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αφάνταστα και με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα το διάλογο, μετερχόμενος έτσι απολύτως επιτυχώς την παραδεδεγμένη, εν πολλοίς τσεχωφική τεχνική τού show don’ t tell.

Εξ άλλου, η αφήγησή του είναι διάσπαρτη από καίριους συμβολισμούς και ευφάνταστες αλληγορίες, με ενδεικτικό αποκορύφωμα την αναφορά στο κέντο, πολεμική τέχνη στην οποία επιδίδεται όχι με ιδιαίτερη επιτυχία ο Μάνος, ο σύζυγος της Άννας. Το κόκαλό του σπάει στη διάρκεια ενός αγώνα και το κάταγμα αυτό αργεί, αργεί πολύ να θρέψει.    

Αξίζει επίσης οπωσδήποτε να γίνει ειδική μνεία στο κεφάλαιο το οποίο αποτελείται ή αποτελεί μια επιστολή του συγγραφέα προς τις αναγνώστριες του βιβλίου, εν όψει της πρωτοτυπίας μιας τέτοιας παράθεσης αλλά –και βεβαίως- του γεγονότος ότι ο συγγραφέας με τον τρόπο αυτό μοιάζει, όλως ρηξικέλευθα, να αποκλείει τους εκπροσώπους του αντρικού φύλου από την ανάγνωση του βιβλίου του. Το στοιχείο αυτό, η εκτεταμένη απεύθυνση υπό μορφή επιστολής, προσδίδει διακειμενικότητα στο έργο και ιδιαίτερη συνάμα αμεσότητα.

Πέραν αυτού, αισθάνομαι πως επέχουν ξεχωριστή θέση και θα χαρακτήριζα αλησμόνητα για την ποίηση και το ζόφο τους τα κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται κατά σειρά και αντίστοιχα: σε μία κινηματογραφική ταινία, πιθανόν του Μπέλα Ταρ, σε μία από τις επαγγελματικές επισκέψεις της Ζα Ζα σε έναν σαδιστή πελάτη και τέλος, το κεφάλαιο στο οποίο η Ζα Ζα δολοφονεί έναν ζητιάνο των δρόμων της Θεσσαλονίκης.

Το βιβλίο κορυφώνεται και τελειώνει με ένα εντελώς αναπάντεχο twist and turn: ο συγγραφέας μέχρι την τελευταία σελίδα του έργου του μάς κρατά σε αμείωτη διέγερση.

Συνιστώ ανεπιφύλακτα την ανάγνωση της «Ζα Ζα». Προτεινόμενη παράλληλη μουσική υπόκρουση: το “She lost control” των Joy Division και η «Κοκαΐνη», με τη φωνή της Βέμπο.    

Κατερίνα Χανδρινού