ΕΝΑ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

Alfred de Musset, Γκαμιανί ή Δυο νύχτες παραφοράς, μτφ. Ανδρέας Στάικος, εκδ. Άγρα

Περπατώντας στα σοκάκια της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα πέφτεις πάνω σε ένα απίστευτα τολμηρό για την εποχή του κείμενο. Στην ουσία πρόκειται για μια πορνογραφική ιστορία που έγραψε ο πληθωρικός και ακόλαστος Alfred de Musset και που κατέληξε να είναι το πιο γνωστό και πολυδιαβασμένο γαλλικό κείμενο του 19ου αιώνα, αφού θεωρήθηκε αριστούργημα της ερωτικής πεζογραφίας. Αρχικά το έργο κυκλοφορούσε παράνομα, μετά όμως έκανε τις μεγαλύτερες πωλήσεις του αιώνα και προκάλεσε σάλο. Η ηρωίδα του Μusset θα μπορούσε σήμερα να παίζει σε μια χυδαία πορνοταινία ή να είναι μια ξεφτιλισμένη πόρνη, έκφυλη, ένα τέρας λαγνείας και διαφθοράς! Αυτή είναι η κόμισσα Γκαμιανί, γεμάτη χειμαρρώδη ερωτισμό, που τον απολαμβάνει μέχρι θανάτου τελικά. Την διέφθειρε μια θεία της και αυτή διέφθειρε τη μικρή Φάννυ.

Ένα σκληρό βιβλίο γεμάτο τερατώδη όργια, βιασμούς, κτηνοβασίες, σεξ με τεχνητούς φαλλούς, υποβλητικά σκηνικά, ελεύθερα ένστικτα, φλογισμένα φιλιά, διαστροφές, παροξυσμούς ηδονής, μύηση σε πρόστυχους έρωτες, ανείπωτες τρέλες. Στο τέλος του έργου η παθιασμένη νυμφομανής Γκαμιανί φυσικά και χωρίς ενδοιασμούς δηλητηριάζει τον εαυτό της και το ερωτικό της θήραμα. Η γυναίκα που νικήθηκε από την υπέρμετρη ηδονή της βογγάει καθώς ξεψυχά: «Eίναι τρομαχτικό! Ακούς; Πεθαίνω από τη λύσσα της ηδονής, από τη λύσσα του πόνου…».

Η σάρκα νικά κάθε λογική, η σάρκα οδηγεί στην εγκατάλειψη της ζωής, αφού έχει φέρει πρώτα τη γλυκιά ευτυχία. Η Γκαμιανί σε κάποιο σημείο μονολογεί: «Oνειρεύομαι μόνο το αφόρητο, το παράδοξο. Ακολουθώ το αδύνατο. Είναι απαίσιο. Να εξαντλούμαι, να εκμηδενίζομαι μέσα στην απογοήτευση. Να ποθώ πάντα και να μη ικανοποιούμαι ποτέ». Η ακόρεστη και ανικανοποίητη ηρωίδα κάνει το θύμα της, τη Φαννύ, να αναφωνήσει: «Έχω την κόλαση στο πνεύμα και την φωτιά στο σώμα. Τί άλλο πια να ανακαλύψω; Ω λύσσα!». Η μαθήτρια ξεπερνά τη δασκάλα σε διαφθορά, αλλά η ζωή της τελειώνει σύντομα. Πέφτει θύμα της έκστασης και της μανίας της δεύτερης. Η εκρηκτική λεσβία Γκαμιανί αναρωτιέται κυνικά αν στα τελευταία της υπάρχει αισθησιασμός.

Πρόκειται για ένα ανατρεπτικό κείμενο, στο οποίο ο Μusset επιδεικνύει μια ξέφρενη φαντασία ξετινάζοντας τον ορθό λόγο και κάνοντας τη μεγάλη υπέρβαση. Κάποιοι είπαν ότι προσδοκούσε με αυτό το κείμενο να προκαλέσει την ερωμένη του Γεωργία Σάνδη, επειδή η σχέση τους είχε κλονιστεί. Το μοτίβο ηδονή-θάνατος συναντάται εδώ σε όλο του το μεγαλείο και δίνει δραματικότητα στο έργο. Η Γκαμιανί είναι μια ιδιαίτερη λεσβία. Μισεί τους άνδρες, αλλά έχει εξασκηθεί στο να τους χρησιμοποιεί για τη δική της απόλαυση. Τους εξοντώνει, τους νικά, τους ρουφά τη ρώμη και περηφανεύεται για τα κατορθώματά της. Ακόμα, είναι άγρια με τις ερωμένες της και βίαιη σαν άντρας. Έχει μια έντονη αρσενική πλευρά και, όπως λέει η ίδια, «προσφέρει ηδονή χωρίς όρια, είναι ο έρωτας που σκοτώνει». Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι η Γκαμιανί μέσα από τη δεξιοτεχνία του Μυσσέ φαντάζει ως η θεά της Σεξουαλικότητας που εφευρίσκει απίστευτους τρόπους απόλαυσης και τους εξαντλεί.

Σύμφωνα με κάποιους μελετητές ο συγγραφέας βρήκε έναν πρωτότυπο για την εποχή του τρόπο να κάνει τη δική του εξομολόγηση για πράγματα δικά του προσωπικά που τον «καίνε», να τα βγάλει από μέσα του, να τα απελευθερώσει, να τα ξορκίσει. Αποτελεί τον μοναδικό ερωτογράφο συγγραφέα του γαλλικού ρομαντισμού. Τέλος σημειώνω ότι υπάρχουν δώδεκα γκραβούρες του Deveria συνοδευτικές του κειμένου που είναι άκρως αποκαλυπτικές!

Ασημίνα Ξηρογιάννη