ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ: Ο ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΣΑΡΚΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΩΔΙΑΣ

μίμης σουλιώτης

Επέλεξε για Πατέρες του τον Αριστοφάνη και τον Κ. Καρυωτάκη. Σκώμμα και προβολή του υπαρξιακού ή και εθνικού αδιεξόδου: το μείγμα είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνο. Το μεν κείμενο μπορεί να αυτοδιαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη και να ανασυναρμολογηθεί ως καρικατούρα ιλαροτραγωδίας, κοινώς παρλάτα για κλόουν, το δε μήνυμα ενδέχεται να εκφυλισθεί σε τυπικό λίβελο. Στην περίπτωση του Μίμη Σουλιώτη, οι ισορροπίες διατηρούνται με σύνεση. Η γραμμή «μη άγαν» επικυριαρχεί. Κοντολογίς δεν πρόκειται για μια παρωδία χύμα, αλλά για έναν καλώς συγκερασμένο κόλαφο, ο οποίος πρωτίστως θέλει να δαγκώσει τον εφησυχασμό των πολλών του Λεκανοπεδίου μας και όχι μόνον. Στο τελευταίο ποιητικό του βιβλίο, υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, με τίτλο Κύπρον, ιν ντηντ: περιηγητικές αρπαχτές σε στίχους, (εκδόσειςΚαλά Καθούμενα, Λευκωσία 2011), η λειτουργία του ρήματος παραμένει η αυτή. Η αποδόμηση της σοβαροφάνειας είναι σαφώς το πρώτο μέλημα, τα δε κρίματα της συλλογικής δράσης εκτίθενται ολόγυμνα. Η αιδώς και η διαρκής υπονόμευσή της, το πάθος και οι άκαιρες εξάρσεις του, η μήτις και οι συναφείς καταχρήσεις της, το έλεος και η ακύρωσή του, η ύβρις και η αμείλικτη νομοτέλειά της, τα αίτια και τα αιτιατά ομαδικών ή και ατομικών παρακρούσεων, καθίστανται διακριτές εστίες αναφορών. Χωρίς να παροράται η ισχύς της φαντασιακής παράστασης, η οποία με μεγάλη δόση επιπολαιότητας αποκαλείται συνήθως «πραγματικότητα», ο στίχος θέλει να γίνει η αλήθεια μας. Ο κλαυσίγελος, ο οποίος αφειδώς παράγεται, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να δρα ομοιοπαθητικά.

Έστω δείγμα της πεζόμορφης, εμφανώς  καταγγελτικής γραφής του, η οποία δεν θέλει ν’ αποκρύψει τις ρυθμικές καταβολές της. Απομονώνω τα εξής από την εισαγωγική, πανηγυρική δήλωση από το άρθρο του «Όταν ο σουρεαλισμός διεκδικεί την πολιτική», όπως φιλοξενήθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα», στις 2 Νοεμβρίου του 2011, ένα σχεδόν χρόνο πριν από τον πρόωρο θάνατό του: «Φαντάζει εξωπραγματικό, αλλά ισχυρίζομαι πως είναι η μόνη απλή και αμέσως εφικτή λύση: παραχωρούμε την Ακρόπολη για 99 χρόνια στους Κινέζους, μας ξεπληρώνουν τα 300 τόσα δισ. του χρέους και οι προαιώνιοι σινοελληνικοί δεσμοί φιλίας σφυρηλατούνται στο διηνεκές. Έτσι ξεμπερδεύουμε και ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία. Ότι η λύση μοιάζει σουρεαλιστική είναι βέβαιον, δεν παύει ωστόσο να είναι εν ταυτώ και ρεαλιστική: η υψομετρική διαφορά ανάμεσα στον ΦΠΑ της αλμυρής και σ’ εκείνον της γλυκιάς μπουγάτσας ή ανάμεσα στο τυλιγμένο και στο ατύλιχτο σάντουιτς δεν είναι λιγότερο σουρεαλιστική, μα και εξίσου νατουρ(ε)αλιστική· τα δύο ρεύματα συνυπάρχουν. Ο ρεαλισμός και ο σουρεαλισμός είναι ασύμβατα έως αντιτιθέμενα, πλην όμως όχι και αντιφατικά καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως φαίνεται και στο περίφημο λειωμένο ρολόι του Νταλί, όπου ο σουρεαλισμός δεσπόζει του ρεαλισμού –τον κατατροπώνει, θα λέγαμε– και τανάπαλιν – τούμπαλιν». Ο Μίμης Σουλιώτης δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε ότι πρόκειται για έναν λόγιο που θέλει να πει, να δείξει μάλλον τα πράγματα από μια άλλη οπτική γωνία, χωρίς να  τσιγκουνευτεί τον δημιουργικό ψόγο.

Γιώργος Βέης