PARIS, ΠΑΡΙΣΙ, PAS RICHE

brassai pont neuf

William Wiser, Το Παρίσι στα χρόνια του Μεσοπολέμου, μτφ. Τζένη Κωνσταντίνου, Εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί, Αθήνα 2005

«Ήταν στο Παρίσι, μια πόλη που ήταν τότε τόσο όμορφη, ώστε πολλοί προτιμούσαν να ζουν φτωχοί εκεί παρά πλούσιοι οπουδήποτε αλλού», γράφει ο Ντεμπόρ ενθυμούμενος το Παρίσι της νιότης του, κατά τη δεκαετία του ’50, όταν οι νεαροί λετριστές και οι νεαροί μπητνίκοι και όλοι οι ενδιαφέροντες και ιδιοφυείς νεαροί του πλανήτη προτιμούσαν να βρίσκονται τότε εκεί, μην έχοντας πάντα εξασφαλισμένη στέγη και φαγητό, έχοντας όμως γύρω τους τη συναρπαστικότερη πόλη του κόσμου. Είκοσι-τριάντα χρόνια νωρίτερα, μετά το τέλος δηλαδή του πρώτου μεγάλου πολέμου και λίγο προτού ο Χίτλερ πάρει την εξουσία στη Γερμανία, το Παρίσι ήταν κιόλας όπως ακριβώς το περιγράφει ο Ντεμπόρ και όλοι οι ενδιαφέροντες και ιδιοφυείς νεαροί του πλανήτη ήταν ήδη εκεί: η χαμένη γενιά των αμερικανών συγγραφέων δεν είχε πάρει ακόμη τον δρόμο της επιστροφής προς την πατρίδα, οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι του αιώνα τριγύριζαν ακόμη στα στενά της Μονμάρτρης και στα στενά του Μονπαρνάς, οι φτωχοί ρώσοι εξόριστοι (pas riche – όχι πλούσιο, ονόμαζε ο Ναμπόκοφ το Παρίσι) και οι ιρλανδοί αυτοεξόριστοι δημιουργούσαν σε φτηνά ενοικιαζόμενα δωμάτια και σε πανάκριβα εστιατόρια, ενώ οι υπερρεαλιστές επαναστάτες μεσουρανούσαν στα καφέ που οι ίδιοι έκαναν έκτοτε περίφημα.

Είναι η εποχή ακριβώς, Μάρτιος του 1930, που ο Χένρι Μίλερ καταφθάνει και αυτός στο Παρίσι, με σκοπό να γίνει, επιτέλους, συγγραφέας: «Δεν έχω λεφτά, εισοδήματα, ελπίδες», θα γράψει από εκεί, «Είμαι ο ευτυχέστερος άνθρωπος. Εδώ κι ένα χρόνο, εδώ κι έξι μήνες νόμιζα πως ήμουν καλλιτέχνης. Τώρα πια δεν το σκέφτομαι. Είμαι». Αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο, το 1930, και αυτό το υπαρξιακό σημείο, την όμορφη στιγμή που ο ανήσυχος άνθρωπος γίνεται καλλιτέχνης, επιλέγει και ο επίσης αμερικανός συγγραφέας William Wiser για να ξεκινήσει την αφήγηση της ιστορίας του. «Το Παρίσι Στα χρόνια του Μεσοπολέμου» είναι μια τεθλασμένη και ζωντανή περιγραφή της ομορφότερης πόλης του κόσμου και των, μόνιμων ή παρεπίδημων, κατοίκων της όχι μόνο στα πιο συναρπαστικά της χρόνια, μα και στις πιο τραγικές της στιγμές. Και μπορεί μεν να ξεκινάει με τη θριαμβική άφιξη του Χένρι Μίλερ στην πόλη των φώτων, μα τελειώνει με τα ναζιστικά άρματα μάχης να παρελαύνουν επιδεικτικά στους δρόμους της και με τη Σύλβια Μπιτς, ιδιοκτήτρια του θρυλικού «Σαίξπηρ & Κόμπανυ», να αδειάζει τα ράφια και τους τοίχους του έρημου βιβλιοπωλείου της.

Προηγουμένως, ωστόσο, τα φαρδιά βουλεβάρτα και τα στενά σοκάκια της πόλης, οι πλατείες της και τα δημόσια ουρητήριά της, το ασφυκτικά γεμάτο «Σαίξπηρ & Κόμπανυ» και οι 400 σελίδες του βιβλίου που διαβάζουμε φιλοξενούν μερικές από τις συγκλονιστικότερες φυσιογνωμίες της παγκόσμιας ιστορίας του 20ού αιώνα: τους μεγάλους ισπανούς ζωγράφους Πικάσο και Νταλί, τον φωτογράφο του νυχτερινού Παρισιού Μπρασάι, τους αμερικανούς συγγραφείς Χένρι Μίλερ και Χέμινγουεϊ, τους ιρλανδούς Τζέιμς Τζόις και Σάμουελ Μπέκετ, τον ρώσο λεπιδοπτερολόγο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και την Αναΐς Νιν με τους σαράντα τόμους του ημερολογίου της, τις διάσημες σχεδιάστριες μόδας Κοκό Σανέλ και Έλσα Σκιαπαρέλι, μεγάλους μουσικούς της τζαζ, σαν τον αμερικανό Λούις Άρμστρονγκ και τον γάλλο Ντζάνγκο Ράινχαρτ, τη μαύρη χορεύτρια Ζοζεφίν Μπέικερ, μα και διάσημους δολοφόνους, σαν τις αδελφές Παπέν, που ενέπνευσαν τον Ζενέ για να γράψει τις «Δούλες», και την πατροκτόνο Βιολέτ Νοζιέρ, για την οποία έγραψαν ενθουσιωδώς όλοι οι υπερρεαλιστές και, ακόμη, πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες, ξεπεσμένους αριστοκράτες και αφυπνισμένους επαναστάτες, μέντιουμ, αρωματοποιούς και διάσημους έμπορους έργων τέχνης. Όλοι αυτοί συναντιούνται τότε στην ίδια πόλη και αποτελούν το συναρπαστικό Παρίσι, που μας παρουσιάζει με το βιβλίο του ο William Wiser.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

brassai