ΧΕΝΡΙ ΜΙΛΕΡ: ΤΟ ΑΤΑΚΤΟ ΠΑΙΔΙ Ή ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΗΤΑΝ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΜΟΥ

miller

Χένρυ Μίλλερ: «Ο Τροπικός του Καρκίνου»

 

«Αποφάσισα να μην πιστεύω σε τίποτα, να μην περιμένω τίποτα,

να ζήσω σα ζώο, σαν αρπακτικό θηρίο, σα ληστής, σαν πειρατής».

 

«Η ζωή δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αυτό

που σκέπτεται ένας άνθρωπος όλη μέρα».

Έμερσον

 

Χένρι Μίλερ, και συγκεκριμένα τον Τροπικό του Καρκίνου, πρωτοδιάβασα πριν από δεκαπέντε χρόνια και όπως πάντα μέσω του κειμένου ενός άλλου συγγραφέα. Είναι η μέθοδος της σπόντας που λέγαμε κάποτε, της περιέργειας, της αναζήτησης του λόγου για τον οποίο ο συγκεκριμένος συγγραφέας αναφέρεται σε έναν ομότεχνό του. Τότε, την εποχή τού προσωπικού μου μετεωρισμού, το βιβλίο μού είχε φανεί απλώς ενδιαφέρον. Όταν αργότερα συνειδητοποίησα ότι για το κάθε βιβλίο υπάρχει πάντα ο κατάλληλος χρόνος για το διάβασμά του, ανάλογα δηλαδή με το κατά πόσο οι προσωπικοί μας υποδοχείς είναι έτοιμοι για να το δεχτούν, καταμέτρησα τις βιβλιογνωστικές μου απώλειες και το ξαναέπιασα στα χέρια μου. Ήταν κι αυτό ένα από τα βιβλία που είχαν διολισθήσει, αφήνοντας απλώς ένα ελαφρύ ίχνος στο πέρασμά του –και αυτό το βιβλίο δεν αφήνει ίχνη αλλά χαράγματα σε όποιον είναι δεκτικός στην εκμάθηση των ιερογλυφικών των αισθήσεων ή έστω διαθέτει το διαρκές παιδικό πείσμα να βλέπει τον κόσμο, τις ανθρώπινες σχέσεις και την καθημερινή περιπλάνηση με αθεράπευτη αισιοδοξία, χιούμορ και απέραντο κέφι για ανακάλυψη: Δεν έχω χρήματα ούτε πόρους, ούτε ελπίδες. Είμαι ο πιο ευτυχισμένος από τους ζωντανούς.

Ο Τροπικός του Καρκίνου αρχίζει να γράφεται το 1931 και εκδίδεται το 1934 στο Παρίσι. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ήταν απαγορευμένος καρπός, εκδίδεται μόλις το 1961. Είναι το πρώτο «ουσιαστικό» βιβλίο του Μίλερ, όπου μαζί με την άρνηση της προηγούμενης ζωής του, αρνείται μ’ αυτό και τον προηγούμενο τρόπο γραφής του: Μέχρι σήμερα καλλιεργούσα μέσα μου μια μονάχα σκέψη. Να καταργήσω τον χρυσό κανόνα της λογοτεχνίας, να παρουσιάσω δηλαδή κάτω από νέα μορφή τα διάφορα συναισθήματα και τις λογής λογής συγκινήσεις, να περιγράψω την ανθρώπινη συμπεριφορά, τη στρατόσφαιρα των ιδεών, μέσα σ’ ένα παραλήρημα. Αν κάθε βιβλίο του Μίλερ σηματοδοτεί την κάθε νέα εξωτερική και ψυχική περιπέτεια του βίου του, αυτός ο ημερολογιακός χείμαρρος του Τροπικού σίγουρα φωτογραφίζει την εσωτερική του πρόοδο, τη μητέρα των πάντων: Την εσωτερική του αλλαγή.

Όταν ο συγγραφέας ολοκληρώνει το βιβλίο, βρίσκεται ήδη τέσσερα περίπου χρόνια στο μεσοπολεμικό Παρίσι, τέσσερα από τα δέκα όπου έμεινε στην πόλη αυτή μετά την οικειοθελή του απόδραση από τον κλιματισμένο εφιάλτη του αμερικάνικου ονείρου. Αυτή την καθημερινή περιπέτεια ζωγραφίζει με μια γραφή συχνά συνειρμική όπου η εξομολόγηση συναντά το ημερολόγιο και ο εσωτερικός μονόλογος το δοκίμιο. Ημερολόγιο περιπλανήσεων, χαρτογράφηση και της πιο απόμερης παρισινής γωνιάς, οδηγός της καλής παρατήρησης και ύμνος στο γυναικείο σώμα, έστω στη «χρηστική» του διάσταση, είναι κάποιες από τις πλευρές τής μιλερικής γραφής. Μα πιο πολύ, αυτό που κυριαρχεί στο βιβλίο και αποτελεί τον εκρηκτικό μηχανισμό, το γνήσια επαναστατικό μήνυμα του συγγραφέα, το καψούλι που μπορεί να τινάξει στον αέρα και την πιο μαραμένη ψυχή, είναι το πάθος για ζωή: Η ψυχή διψά. Θα καταβροχθίζω άπληστα το κάθε ψίχουλο που θα βρίσκεται μπροστά μου. Μιας και το να ζεις είναι μεγάλο πράγμα, έχω αποφασίσει να ζήσω με κάθε τρόπο, ακόμα κι αν χρειαστεί να καταντήσω κανίβαλος.

Ο Χένρι Μίλερ και στο συγκεκριμένο βιβλίο αυτοβιογραφείται, παρατηρεί, ενδοσκοπεί και γράφει ό,τι του συμβαίνει, τέμνοντας πάντα τη βιογραφία με το μυθιστόρημα. Καταγράφει τη διέγερση του σώματός του και την τροχιά τής εξεγερμένης του συνείδησης σε ένα κολάζ από στιγμές, πρόσωπα, σώματα και Παρίσι. Ένα Παρίσι που υμνεί, περιγράφει, στιγματίζει, αρνείται και ταυτόχρονα ποθεί. Ο Τροπικός του Καρκίνου είναι ένα βιβλίο γεμάτο από Παρίσι, μια πόλη την οποία ο Μίλερ αμετανόητα περπατά και άλλοτε γίνεται η μεγάλη του διέξοδος και άλλοτε το όριό του. Ακριβώς όπως ένας ερωτευμένος σε ώριμη ηλικία αντιμετωπίζει το αντικείμενο του έρωτά του, διχασμένος ανάμεσα στην πλήρη παράδοση και την ορθολογική επιφυλακτικότητα. Στο Παρίσι ο Μίλερ αναγεννιέται, βρίσκει τη διέξοδό του, να βρίσκεσαι στο Παρίσι σημαίνει να ξεκινάς από την αρχή, να μη βασίζεσαι σε κανέναν, να κόβεις τις γέφυρες. Ψάχνοντας να βρει τον δρόμο του, ανακαλύπτει τον πραγματικό του εαυτό, μετατρέποντας την ανάγκη για επιβίωση σε τέχνη του βίου που τη συνθέτουν η αισιόδοξη ματιά απέναντι σε ό,τι ζει και η θετική στάση στις προκλήσεις της ζωής: Το ουσιώδες είναι να μην αγωνιάς για τίποτα, να μη θέλεις τίποτα παρά πολύ, και να ξέρεις πως το καθετί έρχεται στην ώρα του. Στωικότητα που μπορεί να θεωρηθεί μοιρολατρία; Ναι, γι’ αυτόν όμως που ζει τρέχοντας και όχι που τρέχει για να ζήσει. Γιατί ο Μίλερ έβλεπε στην καθημερινότητα των είκοσι τεσσάρων ωρών το κλειδί της δημιουργίας και ως γνήσιος καλλιτέχνης δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να περιπλανιέται για να παρατηρεί τις «ανωμαλίες» τής ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και για την κάθε παρισινή γωνιά, για την πιο σκοτεινή της πλευρά,  για το κάθε μπιστρό, την κάθε πλατεία ο Μίλερ αφήνει στον αναγνώστη έναν καλά σημαδεμένο χάρτη, έναν ταξιδιωτικό οδηγό με το χρώμα των δικών του πνευματικών ή σωματικών αναταράξεων.

Σε αυτές τις 352 σελίδες (τής έκδοσης του Μπουκουμάνη όταν έγραφα το κείμενο, και όχι από το Μεταίχμιο σε αισθητά ανώτερη μετάφραση Μπαμπασάκη) τής ατέρμονης περιπλάνησης -εδώ μέσα στα όρια της πόλης-, των νευρικών και αποσπασματικών διαλόγων, της ειλικρίνειας, το καθημερινό μέλημα είναι απλώς η εύρεση της τροφής, του έρωτα και της εμπειρίας, του μόνου δασκάλου για τον συγγραφέα. Η απόλυτη συγκατάβαση στη ζωή, η απόλυτη πίστη στη δραστική δύναμη της ενέργειας του κάθε ατόμου, η απόλυτη πίστη στην αισιόδοξη πλευρά των πραγμάτων και στην ατομική ευφυΐα: Τι θα κάνεις αν χάσεις τη δουλειά σου; Τι θα έκανα; Τίποτα απολύτως. Θα έπαιρνα τους δρόμους, θα χάζευα, θα καθόμουν στα παγκάκια των κήπων, θα σκότωνα την ώρα μου… Πάντως δεν θα λιμοκτονούσα. Αν συγκέντρωνα την προσοχή μου αποκλειστικά στο φαΐ, τότε ήταν σίγουρο πως δεν θα λύγιζα… Φυσικά κρατούσα πάντα τ’ αφτιά μου ανοιχτά. Το εγκώμιο δηλαδή της αδιαπραγμάτευτης ελευθερίας όπως παρουσιάζεται μέσα από τη δίνη και την έξαρση των συναναστροφών και την απλότητα της προσωπικής γραφής: Είχαν περάσει 15 χρόνια που έγραφα χωρίς ποτέ να τελειώνω. Όλα όσα είχα γράψει ήταν απομίμηση, εμπνευσμένα από κάποιον άλλον. Στο τέλος αποφάσισα να ικανοποιήσω τον εαυτό μου. Έγινα ο εαυτός μου. Σε αυτό το «παιδί του δρόμου», που μιλά με τόση φυσικότητα και αθωότητα άλλοτε για καθημερινά πράγματα, άλλοτε για την τέχνη και άλλοτε για τις προσωπικές του καθιζήσεις, διακρίνεις σε κάθε σελίδα την υπέρτατη διακριτικότητα και συγκατάβαση και κυρίως τη μουσική της αγάπης για τον συνάνθρωπο: Αναρωτιέμαι τι θα κάνει ο κόσμος αν καταργηθεί ο χρυσός κανόνας. Ο χρυσός κανόνας της αγάπης. Αυτό το βιβλίο της αναζήτησης, της διασκέδασης και της σωματοποίησης της κάθε ψυχικής αναστάτωσης, είναι ταυτόχρονα ο υπερσιβηρικός της ανθρωπιάς.

miller

Όπως συμβαίνει σε όλα τα βιβλία του Χένρι Μίλερ, έτσι κι εδώ η ανοξείδωτη ανθρωπιά συμπλέει με την πιο καυστική κριτική απέναντι στον σύγχρονο τρόπο ζωής, στον αμερικάνικο κυρίως τρόπο ζωής της εποχής του. Σε όλα τα βιβλία του, η περιγραφή αυτού του κλιματισμένου εφιάλτη της δεκαετίας του ’30, του ’40 ή του ’50, αποδεικνύεται  post festum μια διεισδυτική και ταυτόχρονα προφητική αντιμετώπιση των σύγχρονων κοινωνιών της απώλειας του ανθρώπινου προσώπου: Όταν σκέπτομαι τη Νέα Υόρκη κυριεύομαι από διαφορετικά αισθήματα. Η Νέα Υόρκη εκμηδενίζει ακόμα και τον πλουσιότερο άνθρωπο. Είναι παγερή, αστραφτερή, κακόβουλη. Σ’ αυτήν, εκείνο που κυριαρχεί είναι τα κτίρια. Υπάρχει ένα είδος ατομικής φρενίτιδας στη λειτουργία της. Όσο γρηγορότερος γίνεται ο ρυθμός, τόσο ελαττώνεται το πνεύμα. Κάτι που για τον Μίλερ του 1934, όταν έκανε την προσπάθεια να παραμείνει άνθρωπος μέσα στην τέχνη, κριτικός προς τη ζωή και αρνητής των συμβάσεων, ήταν αδιανόητο ως τρόπος σκέψης και ζωής. Όσο πολιτισμένοι κι αν δείχνουμε δεν είμαστε τίποτ’ άλλο παρά άγριοι, αδαείς, ανόητοι, διεστραμμένοι, σαδιστές. Προοδεύουμε όπως υπαναχωρούμε, με καταστροφικά άλματα. Όταν μιλάω για μια εκρηκτική και βίαιη αλλαγή της τάξης των πραγμάτων, αυτό που διατυπώνω είναι μια ευχή όσο και μια προφητεία… Να είσαι άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, για μένα αρκεί.

Στον Τροπικό του Καρκίνου, σε αυτόν τον πανηγυρικό της αστικής περιπλάνησης, σε αυτή την έξοδο κινδύνου από την εφιαλτική πραγματικότητα, ο Μίλερ διαρκώς κραυγάζει την κρίση που περνά ο σύγχρονος πολιτισμός: …κι εμείς με τις ψυχές καταφαγωμένες δεν είμαστε παρά ένας κόσμος νεκρός όσο και η σελήνη… Να ξεφύγουμε επιτέλους απ’ την κίνηση του ρολογιού. Ενώ όμως απεικονίζει τη σύγχρονη κοινωνία με τα πιο σκούρα χρώματα, και ενώ επιμένει να καταλογογραφεί τις πληγές της, εντούτοις εμφανίζει μια εφηβική αισιοδοξία και μια γόνιμη αυθάδεια και απαιτητικότητα (…να ζω σαν αληθινός άνθρωπος, χωρίς τύψεις, χωρίς αναμνήσεις, χωρίς εμπόδια) γιατί οραματίζεται μια άλλη κοινωνία. Μπορεί να συναντάς ανάμεσα στις γραμμές τού κειμένου την οπτική του Σπένγκλερ, σύμφωνα με τον οποίο ο ανθρώπινος πολιτισμός θα ολοκληρωθεί με την καταστροφή του, ή την κουρασμένη και, εν μέρει αρνητικά, ώριμη, ανθρωπογνωστική ματιά του Σελίν, πάντα όμως ο Μίλερ βρίσκει μια πρόταση ζωής: Το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις όταν βρεθείς πιασμένος σε παγίδα είναι να μείνεις ζωηρός, αλλιώς είσαι χαμένος.

Έκσταση και πάθος πλημμυρίζουν το βιβλίο. Βαθιές αναπνοές ζωής και έξαρση. Ένα πεισματικό πνευματικό κρόουλ αντίθετα στο ρεύμα. Για τον αληθινό άνθρωπο δεν υπάρχει κίνδυνος. Ο Μίλερ μισεί με όλη του τη δύναμη τους φόβους που δεσμεύουν τους ανθρώπους. Η θρησκεία του είναι η παραδοχή· να προχωρείς κατά τη φορά της μοίρας σου. Πιστεύει πως όλα τα εμπόδια είναι φανταστικά. Αυτά λέει ο Σεφέρης το 1939 με αφορμή τη γνωριμία τους. Γι’ αυτή την παραδοχή (της μοίρας) ο Χ. Μ. έχει κατηγορηθεί (και) από άλλους, μόνο που παραδοχή για τον Μίλερ δε σημαίνει παράδοση αλλά βίωση της απελευθέρωσης, της ανεξαρτησίας, σπάσιμο του ρολογιού, αυτοσχεδιασμός του προσωπικού μέλλοντος, ελεύθερη ανάπτυξη του χρόνου και του χώρου για την εκτύλιξη της προσωπικής του φωνής. Και όλα τα παραπάνω κινούνται παράλληλα με μια σελιδοποιημένη ερωτογραφία (υπάρχει άλλωστε σε όλα σχεδόν τα βιβλία του) που ρυθμίζει τον βαθμό απελευθέρωσης του συγγραφέα, την πηγαία του επαναστατικότητα και τη γνησιότητα της ανθρώπινης φύσης στην πιο διάφανή της εκδοχή. Είναι χαρακτηριστικό και δηλωτικό της ιδιοσυγκρασίας του ένα συμβάν που αφηγείται ο ίδιος από το ταξίδι του στην Ελλάδα το ’39: Καθώς προχωρούσε το αυτοκίνητο κατά τη Φαιστό, ο ρυθμός των τοπίων που διάβαινα δυνάμωνε τη συγκίνησή μου· ένιωθα ολοένα πιο έντονα μιαν αποκάλυψη να με περιμένει. Πάνω στην ακρόπολη ένιωσα μια τέτοια ανάγκη να επικοινωνήσω με τον θεό, που θέλησα ν’ αυνανιστώ, δεν είχα άλλο τρόπο….  Umano, troppo umano!  

Για τον Λ. Ντάρελ, ο Χ. Μ. διασχίζει τη ζωή με μια κίνηση τόσο απόλυτη, που τελικά την παραμορφώνει από υπερβολική αγάπη. Ξέρει πώς να μας κάνει να δούμε το θαυμαστό μες στο χυδαίο. Αρνείται να απορρίψει κάθε εκδήλωση της ζωής. Θέλει να καταργήσει τον κόσμο τού μέσου ανθρώπου, αυτής της άδειας μπαταρίας, όπου βόλεμα και ασημαντότητα δίνουν το χέρι, συνωμοτώντας στην κατάργηση του κινδύνου και της εσωτερικής περιπέτειας: Όταν σκεφτώ όλες αυτές τις χιλιάδες –άνδρες και γυναίκες-… είναι ελεύθεροι να κινηθούν και να πάνε όπου θέλουν, κι όπως δεν έχουν πού να πάνε, μπορούν να περιπλανηθούν και ν’ αλητέψουν κατά το κέφι τους, κι όμως δεν το κάνουν μην ξέροντας να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους. Ο Χένρι Μίλερ είναι έτοιμος να αγαπήσει τον κόσμο όπως είναι, με τη φρίκη του, τη χυδαιότητα και τα πάθη του και μέσα από αυτή τη συμπάθεια καταφέρνει να διασκεδάζει πραγματικά. Ο Τροπικός του Καρκίνου είναι τελικά ένα ταξίδι που οδηγεί, μέσα από τα πάθη και τη φρίκη της σάρκας, στα πάθη και τη φρίκη του πνεύματος, κάτι που αποδεικνύεται συμπαγώς διαχρονικό. Τουλάχιστον όμως φωτογραφίζει το πρόβλημα και δείχνει ένα μονοπάτι διαφυγής είτε αυτό λέγεται αισιοδοξία είτε ενεργητικότητα, κέφι ή αλληλοκατανόηση. Αν το αιτούμενο είναι η πρόοδος της ευαισθησίας μας, η ποιοτική μεταβολή μας, ώστε να είμαστε πάντα νέοι, ο Τροπικός δίνει τουλάχιστον μια σαφή οδηγία: Αγαπώ καθετί που κυλάει.

Είμαι υγιής. Αθεράπευτα υγιής. Ούτε λύπες, ούτε τύψεις.

Ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον. Το παρόν μού αρκεί.

Από μέρα σε μέρα. Το σήμερα. Το ωραίο σήμερα.

 

Δημήτρης Σαραντάρης

 henry-miller

  • Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (ΔΕ)ΚΑΤΑ, τ. 2, καλοκαίρι 2005 και αναφέρεται στην έκδοση του μυθιστορήματος από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1973, σε μετάφραση Βαγγέλη Κατσάνη. Ο Τροπικός του Καρκίνου κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση του Γιώργου–Ίκαρου Μπαμπασάκη, όπως και τα περισσότερα έργα του αμερικανού συγγραφέα.