ADRIANA IVANCICH: Η ΒΕΝΕΤΗ ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ Ή Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΕΡΝΕΣΤ;

mary & adriana

«Ύστερα εκείνη μπήκε στο μπαρ, λάμποντας από νιάτα κι ομορφιά, ψηλόκορμη, με τα μαλλιά της ανακατωμένα από τον άνεμο. Είχε χλομό δέρμα στην απόχρωση της ελιάς, προφίλ που μπορούσε να ραγίσει τη δική σου καρδιά, αλλά και οποιουδήποτε άλλου, και τα μαύρα της μαλλιά, που ‘δειχναν σαν ζωντανά, χύνονταν στους ώμους της.» (Έρνεστ Χέμινγουεϊ, «Μέσα απ’ το ποτάμι και στα δέντρα», μετάφραση Μιχαήλ Μακρόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη)

Κρατώντας αυτή τη στιγμή στα χέρια μου το μυθιστόρημα «Μέσα απ’ το ποτάμι και στα δέντρα», και ξεφυλλίζοντάς το, χαμογελάω διαβάζοντας την εξής Σημείωση του εκδότη, αμέσως μετά την Εισαγωγή: «Λαμβάνοντας υπόψη μια πρόσφατη τάση λογοτεχνικοί χαρακτήρες να ταυτίζονται με αληθινά πρόσωπα, μοιάζει ορθό και αληθές ότι δεν υπάρχουν αληθινά πρόσωπα σε αυτό το βιβλίο· και οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί και τα ονόματά τους…». Το ίδιο θα κάνετε πιθανόν κι εσείς, όταν θα έχετε φτάσει πια στο τέλος αυτού του κειμένου.

Καλοκαίρι 1948. Ο Χέμινγουεϊ ζούσε εκείνη την εποχή στην Κούβα, στα περίχωρα της Αβάνας, μαζί με τη σύζυγό του Μέρι Γουέλς. Ήταν για εκείνον μια περίοδος λογοτεχνικά μη παραγωγική. Το Σεπτέμβριο του 1948 αποφασίζει λοιπόν να επιστρέψει στην Ιταλία, στα μέρη όπου τριάντα χρόνια πριν είχε ζήσει τον Α’ Παγκόσμιο ως οδηγός ασθενοφόρου, με σκοπό να γράψει ίσως μια ιστορία για τον πόλεμο.

Ήταν το πρώτο ταξίδι της Μέρι στην Ιταλία και η πρώτη επίσκεψη του Χέμινγουεϊ στη Βενετία, που υπήρξε πραγματικά μαγευτική στα μάτια και των δύο. Σύντομα όμως εγκαταστάθηκαν στο Τορτσέλο όπου περνούσαν τα απογεύματά τους μπροστά από το αναμμένο τζάκι. Εκείνος συχνά αποσυρόταν σε ένα δωμάτιο με κάποια μπουκάλια Αμαρόνε για να γράψει τα γνωστά κείμενά του που δημοσίευε σε διάφορα περιοδικά, είχε όμως πάντα κατά νου να γράψει ένα βιβλίο για τη Βενετία και τον Πόλεμο. Τις μέρες που η Μέρι έλειπε στη Φλωρεντία, ο Χέμινγουεϊ ένιωθε μόνος και της έγραφε γράμματα για την ομορφιά του ομιχλώδους τοπίου και τη μοναξιά του, την οποία διασκέδαζε πού και πού με τη συντροφιά κάποιων φίλων και κυνηγώντας πάπιες στη λίμνη, που η Μέρι έχει περιγράψει στις αναμνήσεις της ως ένα πραγματικά ειδυλλιακό μέρος.

Η 11η Δεκεμβρίου έμελλε να είναι μέρα-ορόσημο στη ζωή του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Η γνωριμία του με τη 18χρονη τότε Αντριάνα Ιβάντσιτς «τον χτύπησε σαν κεραυνός», όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα. Η Αντριάνα ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογενείας από τη Δαλματία, που είχε όμως εκπέσει χάνοντας τον πλούτο της μα ποτέ το όνομά της. Η ίδια, μιλώντας για την πρώτη συνάντησή της με το διάσημο συγγραφέα, κάνει λόγο για τα ζωηρά και διεισδυτικά του μάτια που πρόδιδαν μια εσωτερική νιότη. Η Αντριάνα δε γνώριζε το συγγραφέα Έρνεστ Χέμινγουεϊ και του το ομολόγησε από την πρώτη στιγμή, τη μέρα εκείνη που βρέθηκαν να κυνηγούν πάπιες στη λίμνη. Η μόνη γυναίκα της συντροφιάς δεν κέρδισε τίποτα άλλο στο κυνήγι παρά μόνο μία μελανιά στο πρόσωπο και το μισό χτενάκι του Χέμινγουεϊ: «Ορίστε το μισό μου», της είπε σπάζοντας το χτενάκι στη μέση, καθώς ζεσταίνονταν γύρω από τη φωτιά κι εκείνη αναζητούσε μια χτένα για τα μαλλιά της. Η προσοχή του συγγραφέα ήταν έκδηλη και άκρως κολακευτική.

Λίγο μετά όμως ο Έρνεστ και η Μέρι έφυγαν για την Κορτίνα όπου εκείνος προσβλήθηκε από μια φρικτή μόλυνση που απείλησε την όρασή του. Τότε ήταν όμως, εκεί, που ξεκίνησε ο Χέμινγουεϊ να γράφει μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή κοντά στη λίμνη του Βένετο. Και ήταν πεπεισμένος ότι ξεκινούσε κάτι πραγματικά καλό, όπως φαίνεται από αυτά που έγραφε στον εκδότη του, Σκρίμπνερ: «Η δημιουργικότητα ενδυναμώνεται όταν είσαι ερωτευμένος.»

Τρεις μήνες μετά, το ζευγάρι επιστρέφει στη Βενετία και ο Χέμινγουεϊ συναντά πια την Αντριάνα τακτικά, ενώ στα μεσοδιαστήματα της τηλεφωνεί και μιλούν για την ιστορία του που προχωράει. Η Αντριάνα με τη ζωντάνια και τον ενθουσιασμό της ανανεώνει το ενδιαφέρον, τη διάθεση, την ικανότητά του Χέμινγουεϊ να γράφει και δίνει πρόσωπο στην ηρωίδα του. Η Ρενάτα του μυθιστορήματος «Across the River and into the trees» (Μέσα απ’ το ποτάμι και στα δέντρα) δεν είναι άλλη από τη Αντριάνα Ιβάντσιτς, και ο συνταγματάρχης Κάντγουελ ο ίδιος ο Χέμινγουεϊ. Σύντομα οι δυο τους, με αφορμή τα σχέδια της Αντριάνας για το εξώφυλλο του βιβλίου, και ύστερα από πρόταση του ίδιου του Χέμινγουεϊ, γίνονται «συνεργάτες»: δουλεύουν μαζί και μοιράζονται τα καλά και τα άσχημα. Έτσι όρισε εκείνος τουλάχιστον τη “συνεργασία” τους. Οι περισσότερες συναντήσεις των δύο “συνεργατών” γίνονται στο «Μπαρ του Χάρι» όπου ο συγγραφέας καταναλώνει άφθονο αλκοόλ και ευχαριστιέται τη συντροφιά της μούσας του. Το «Μπαρ του Χάρι» είχε γίνει δεύτερο σπίτι για το Χέμινγουεϊ, που προτιμούσε να περνά τις ώρες του εκεί παρά να αφιερώνει το χρόνο του σε τουριστικές εξορμήσεις απολαμβάνοντας τις ομορφιές της Βενετίας.

Μετά από μισό περίπου χρόνο στην Ιταλία όμως, ο Χέμινγουεϊ και η Μέρι αποφασίζουν να επιστρέψουν πια στην Κούβα. Ο Χέμινγουεϊ αγωνιά να ολοκληρώσει το βιβλίο του και η Μέρι φροντίζει να του ετοιμάσει ένα δικό του χώρο όπου θα μπορεί να δουλεύει απερίσπαστος από τους θορύβους του νοικοκυριού με θέα τη θάλασσα. Όμως ο συγγραφέας νιώθει πιο άνετα εντός του σπιτιού κι έτσι αφήνει το «λευκό πύργο», το ξεχωριστό αυτό οίκημα εντός του κήπου, για… τις γάτες του. Στο μεταξύ η Μέρι διαβάζει το χειρόγραφο του βιβλίου και, όπως εξομολογείται αργότερα στις αναμνήσεις της, εντοπίζει πολλές αστοχίες στην ιστορία. Δε νιώθει ωστόσο ιδιαιτέρως άβολα, ακόμη τουλάχιστον, με το γεγονός ότι η Ρενάτα, η ηρωίδα, είναι μια εντελώς στοιχειώδης μεταμφίεση της Αντριάνας.

finca_vigia

Λίγους μήνες μετά, το χειρόγραφο θα δοθεί από το Χέμινγουεϊ στη στενή του φίλη, Μάρλεν Ντίτριχ, η οποία θα θεωρήσει το κείμενο χαμηλής ποιότητας, μα θα το εξομολογηθεί μόνο στην κόρη της, Μαρία. Το ίδιο κακό βρήκε το βιβλίο και η “Jigee”, η σύζυγος του συγγραφέα και σεναριογράφου Πίτερ Φίερτελ, η οποία θεώρησε πως μέσα από το συνταγματάρχη Κάντγουελ ο Χέμινγουεϊ διοχέτευσε στην ιστορία του όλη την έλλειψη ικανοποίησης που ένιωθε ο ίδιος από τη ζωή του.

Τον Ιανουάριο του 1950 ο Χέμινγουεϊ και η Αντριάνα ξανασυναντιούνται για δεύτερη φορά, στη Βενετία πάλι, και η συνάντηση αυτή πρόκειται να είναι συναρπαστική και για τους δύο. Στο βιβλίο που έγραψε δεκαετίες αργότερα για τη σχέση της με το Έρνεστ Χέμινγουεϊ, με τον τίτλο «Ο Λευκός Πύργος», η Αντριάνα μιλά για εκείνες τις μέρες με ενθουσιασμό: Ήταν ο ένας στο μυαλό του άλλου και συμπλήρωνε τις φράσεις του. Ένιωθαν τεράστια πνευματική εγγύτητα και ευλογία. Τότε ήταν που ένωσαν κιόλας για πρώτη φορά τα χείλη τους σ’ ένα πολύ «ευχάριστο λάθος». Έκτοτε μάλιστα ο Χέμινγουεϊ έκλεινε τα γράμματά του προς εκείνη όχι με φιλιά αλλά με «λάθος». Εκείνη την περίοδο ο Χέμινγουεϊ έγραψε και μια μικρή φανταστική ιστορία, την εξτραβαγκάντσα «Μαύρο Άλογο», που δε θα μπορούσε βέβαια να εκδοθεί παρά μόνο ίσως «μετά από εκατό χρόνια», καθώς ήταν ιδιαιτέρως προσωπική. Για χρόνια μετά όμως ο Χέμινγουεϊ θα αποκαλούσε στα γράμματά του την Αντριάνα «Μαύρο [του] άλογο», πράγμα που από τους μελλοντικούς του μελετητές θεωρήθηκε φαιδρό.

Όταν η Αντριάνα εμφανίζεται στην Κορτίνα, όπου ο συγγραφέας με τη σύζυγό του έχουν βρεθεί ακόμα μια φορά για σκι, η Μέρι αντιδρά έντονα πια. Όμως τα πράγματα είχαν ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο: Η Μέρι ακινητοποιείται στην Κορτίνα εξαιτίας ενός ατυχήματος στο σκι και ο Χέμινγουεϊ επιστρέφει μόνος στη Βενετία όπου περνά πολύ χρόνο κοντά στην αγαπημένη του, καλοδεχούμενος μάλιστα στο σπίτι της οικογενείας της. Γράφει κιόλας τότε δύο ιστορίες για το μικρό ανιψιό της Αντριάνας, εμπνευσμένες από τις εμπειρίες του στην Αφρική («Το καλό λιοντάρι» και «Ο πιστός ταύρος» δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Holiday» με εικονογράφηση της Αντριάνας).

Την άνοιξη του 1950 o Έρνεστ αφήνει στην Αντριάνα ως ενθύμιο μια γραφομηχανή “Royal” και εγκαταλείπει μαζί με τη Μέρι τη Βενετία. Στο δρόμο για το Παρίσι εξομολογείται πια στη γυναίκα του τα ανυπότακτα συναισθήματά του για τη νεαρή Αντριάνα. Εκείνη τον αντιμετωπίζει σαν μικρό παιδί και θλίβεται που δεν μπορεί να τον βοηθήσει!

Στο Παρίσι ο Έρνεστ ξανασυναντά όμως την αγαπημένη του και την αιφνιδιάζει με την πρότασή του… να τον παντρευτεί. Ο Έρνεστ μιλάει απολύτως σοβαρά κι αυτό τρομοκρατεί την Αντριάνα που αρνείται να σκεφτεί περαιτέρω την επιπόλαιη αυτή πρόταση. Αυτό όμως δεν την εμποδίζει, χωρίς καμία σύνεση, να συνεχίσει να τροφοδοτεί και να ενθαρρύνει τα συναισθήματά του με γράμματά που περιγράφουν την αφόρητη έλλειψη που νιώθει εξαιτίας της απουσίας του, όταν εκείνος έχει φύγει πια για την Κούβα.

Στην Κούβα ο Χέμινγουεϊ, ανασφαλής, προσπαθεί πια να κρατήσει κοντά του τη γυναίκα του που νιώθει προδομένη. Όμως ο έρωτάς του για την Αντριάνα τον στοιχειώνει. Συνεχίζει να της γράφει και να της εκφράζει με εφηβική υπερβολή την αγάπη του. Άλλες φορές επιδεικνύοντας ωριμότητα και επιθυμώντας με πατερναλιστικό τρόπο την ευτυχία της και άλλες πάλι μην μπορώντας να κρύψει τον αυτοοικτιρμό του για την απόλυτη αδυναμία του να αντέξει την απουσία της. «I love Adriana to die of it» γράφει ακόμα και στον εκδότη του, Σκρίμπνερ.

Σεπτέμβριος του 1950. Το μυθιστόρημα εκδίδεται και ο Χέμινγουεϊ αγωνιά. Οι κριτικές τελικά δεν είναι καλές. Τα σχόλια είναι δηκτικά. Το βιβλίο χαρακτηρίζεται φλύαρο, επιδεικτικό, ασήμαντο, απογοητευτικό. Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ ωστόσο, σε μια ρεαλιστική μα όχι αρνητική κριτική, θεωρεί ότι το έργο, αν και οπωσδήποτε δεν είναι ένα αριστούργημα, δεν είναι και τόσο κακό όσο το παρουσιάζουν οι δυσφημιστές του. Μα και άλλοι, αργότερα, αναγνωρίζουν τελικά στο έργο ορισμένες καλές στιγμές, όπως τις σκηνές του κυνηγιού στο Βένετο και το θάνατο του συνταγματάρχη Κάντγουελ. Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις όμως το μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ πάει καλά σε πωλήσεις και γίνεται μπεστ σέλερ. Με εντολή του ίδιου του συγγραφέα το βιβλίο δεν κυκλοφορεί στην Ιταλία με σκοπό να μην πληγεί η υπόληψη της αγαπημένης του Αντριάνας. Αν και οι φήμες διαδίδονται πολύ σύντομα στην πόλη της Βενετίας.

across the river

Η Ρενάτα της ιστορίας έχει πολλές ομοιότητες με την Αντριάνα. Ωστόσο η φιγούρα της παρουσιάζεται εξιδανικευμένα, και συχνά ο πλασματικός χαρακτήρας είναι μάλλον αντίποδας του πραγματικού, καθώς η Ρενάτα δεν είναι ένα συνεσταλμένο και ευαίσθητο κορίτσι, όπως η Αντριάνα, αλλά μια γυναίκα διεκδικητική και απελευθερωμένη σεξουαλικά. Αντιθέτως, ο συνταγματάρχης Κάντγουελ είναι χαρακτήρας πολύ κοντινός σε αυτόν του συγγραφέα, σκληρός και εύθραυστος ταυτόχρονα. Είναι σαφές πάντως ότι η ταύτιση των πραγματικών προσώπων με τους φανταστικούς χαρακτήρες θα γινόταν εύκολα απ’ όσους τουλάχιστον γνώριζαν τη “φιλία” των δυο τους.

Στο μυθιστόρημα τα alter ego της Αντριάνας και του Χέμινγουεϊ ζουν έναν ολοκληρωμένο έρωτα. Στην πραγματική ζωή όμως, πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν πως η σχέση των δυο τους ήταν μόνο πλατωνική, αν μη τι άλλο εξαιτίας των κοινωνικών περιορισμών: η ηλικιακή τους διαφορά, ο έγγαμος βίος του Χέμινγουεϊ, οι προκαταλήψεις που αφορούσαν την αριστοκρατική καταγωγή της Αντριάνας. Θεωρούν λοιπόν πως, θολωμένος από μια κρίση της μέσης ηλικίας που συνοδευόταν από προβλήματα στην καριέρα αλλά και την υγεία του, ο Χέμινγουεϊ δεν αντιλαμβανόταν το μέγεθος της γελοιοποίησής του υποκύπτοντας σε ένα πάθος για μια γυναίκα που, αν και τον νοιαζόταν, δεν ήταν ποτέ πραγματικά ερωτευμένη μαζί του. Όμως η Αντριάνα στο βιβλίο της εξομολογείται πως δεν έβλεπε το Χέμινγουεϊ ως «πατέρα», όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί, καθόσον εκείνος την αποκαλούσε χαϊδευτικά «κόρη». Αν και παραμένει ασαφής τελικά όσον αφορά το χαρακτήρα της σχέσης τους. Ορισμένοι κατηγορούν την Αντριάνα ακόμα και για τυχοδιωκτισμό. Και πολύ περισσότερο τη μητέρα της, η οποία, όπως ισχυρίζονται, αδιαφορώντας για τη συναισθηματική κατάσταση του συγγραφέα ή για την αξιοπρέπεια της κόρης της, παρότρυνε την Αντριάνα σ’ αυτήν την περιπέτεια.

Ο Χέμινγουεϊ στο μεταξύ είχε αποκτήσει στενούς δεσμούς με τον αδερφό της Αντριάνας, Τζιανφράνκο, τον οποίο φιλοξένησε στην Κούβα και τον βοήθησε με κάθε τρόπο να στήσει τη ζωή του εκεί και να επιχειρήσει ένα συγγραφικό ξεκίνημα, που όμως δεν τελεσφόρησε. Ο Τζιανφράνκο έζησε στην Κούβα εφτά χρόνια εκ των οποίων τα τρία ως μόνιμος ένοικος της «Finca Vigia», της οικίας του συγγραφέα στην Αβάνα. Αυτό στάθηκε μια καλή ευκαιρία για το Χέμινγουεϊ να προσκαλέσει εκεί, στο σπίτι του, την Αντριάνα με τη μητέρα της. Όσο καιρό ανέμενε την άφιξη της Αντριάνας, ο Χέμινγουεϊ γινόταν όλο και πιο ενθουσιασμένος μέσα του, όλο και πιο δύστροπος και κακόκεφος έξω του. Σε γράμματά της που έστελνε σε φίλους, η Μέρι εξομολογείται πως εκείνο το διάστημα ο Έρνεστ τής μιλούσε αγενώς και με άκομψους, προσβλητικούς, χυδαίους χαρακτηρισμούς. Κι εκείνη βέβαια του το ανταπέδιδε μειώνοντας τόσο τον Έρνεστ όσο και το Χέμινγουεϊ. Η Αντριάνα, μαζί με τη μητέρα της, έφτασε τελικά στην Αβάνα τον Οκτώβριο του 1950, λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου. Τόση ανυπομονησία είχε καταλάβει το Χέμινγουεϊ που έσπευσε με το σκάφος του να συναντήσει το πλοίο πριν καν αυτό μπει στο λιμάνι της πόλης.

Το διάστημα της παραμονής των δύο κυριών στη «Finca Vigia» o Έρνεστ έγραφε νωρίς το πρωί, πριν ξυπνήσουν οι καλεσμένες του, ώστε το υπόλοιπο της μέρας να φροντίζει για την ευχάριστη διαμονή τους. Οργάνωνε πάρτι, εξόδους και εξορμήσεις επιδεικνύοντας την Αντριάνα σαν κυνηγετικό τρόπαιο, ικανοποιώντας τη φιλαρέσκειά του. Οι δυο τους περνούσαν πολλές ώρες στο «λευκό πύργο» όπου και συν-εργάζονταν. Η Αντριάνα αρεσκόταν κυρίως στο να ζωγραφίζει εικόνες του τοπικού σκηνικού. Εκείνος έγραφε. Και συνήθιζε να επαινεί, περισσότερο ίσως απ’ όσο άξιζε, το ταλέντο της τόσο στη ζωγραφική όσο και στην ποίηση.

Εκεί έδωσε κιόλας ο Έρνεστ στην Αντριάνα το δικό της βιβλίο. Σε αντίθεση με την επίσημη έκδοση, που ήταν αφιερωμένη στη Μέρι(!), αυτό είχε αφιερωθεί σ’ εκείνη, σ’ εκείνη που «ενέπνευσε ό,τι θετικό υπήρχε στο βιβλίο του και τίποτα που δεν ήταν». Τότε μόνο η Αντριάνα διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Και υπήρξε ειλικρινής απέναντί του. Του ομολόγησε πως βρήκε το κείμενο βαρετό και πως δεν αναγνώριζε τον εαυτό της στην ηρωίδα. Παρόλη την απογοήτευσή του, ο Χέμινγουεϊ της υποσχέθηκε πως θα γράψει για χάρη και εξαιτίας της ένα πολύ καλύτερο βιβλίο, υπονοώντας μάλλον το «The Old Man and the Sea» (Ο γέρος και η θάλασσα), μια ιστορία που άρχισε να γράφει όσο η Αντριάνα ήταν ακόμη εκεί και που χάρη σ’ αυτή βραβεύθηκε τελικά αργότερα με τα βραβεία Πούλιτζερ και Νομπέλ.

Ο Χέμινγουεϊ δεν κατέβαλλε καμία ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψει τη σχέση του με την Αντριάνα από τη Μέρι. Υπήρξε προκλητικός. Συχνά, και εξαιτίας του ποτού, οι εντάσεις μεταξύ των δυο τους κατέληγαν σε βίαιους καβγάδες. Κάποια φορά μάλιστα έφτασαν στο σημείο να απειλήσουν ο ένας τον άλλο με τα κυνηγετικά όπλα ανά χείρας! Η Αντριάνα με τη μητέρα της, ωστόσο, αν και γίνονταν μάρτυρες αυτών των εντάσεων που κατέστρεφαν τον έγγαμο βίο του συγγραφέα, δεν αισθάνονταν προφανώς ότι έπρεπε να αποχωρήσουν. Η Αντριάνα μάλιστα δε φαίνεται, έστω αργότερα, ωριμάζοντας, να αισθάνθηκε ποτέ ενοχές γι’ αυτό. Αν και σε ένα από τα ποιήματά της, που χάρισε στον Έρνεστ εκείνα τα Χριστούγεννα στην Κούβα, επικρίνει την άσχημη συμπεριφορά του προς τη Μέρι. Αξιοσημείωτο είναι πώς ο Χέμινγουεϊ ήταν τόσο δεκτικός στην πάσης φύσεως κριτική που του ασκούσε η Αντριάνα.

Ernest Hemingway

Τον Ιανουάριο του 1951 η μητέρα της Αντριάνας, Ντόρα, θεωρεί πως έχει έρθει η ώρα να επιστρέψουν στην πατρίδα, καθώς κυκλοφορούν άσχημες φήμες για τη νεαρή της κόρη και το συγγραφέα. Μόλις είχε πέσει στα χέρια της μια γαλλική εφημερίδα με κάποιο ενοχλητικό σχόλιο. Πριν εγκαταλείψουν την Αμερική, οι δύο γυναίκες, με τη συνοδεία της Μέρι και του Χουάν Βερανέζ, ενός νεαρού καλής οικογενείας που είχε γνωρίσει η Αντριάνα στην Κούβα, έμειναν για λίγο στη Νέα Υόρκη. Η Αντριάνα εξομολογήθηκε αργότερα ότι ο Χουάν ήταν ο πρώτος πραγματικός της έρωτας, που όμως βέβαια δεν κατέληξε σε γάμο, όπως αναμενόταν. Ο Χέμινγουεϊ μετά την αποχώρηση της Αντριάνας βυθίστηκε στη μελαγχολία και ζητούσε από τη Μέρι να επιστρέψει σύντομα για να τον βοηθήσει να ξαναβρεί το κέφι του. Και για την Αντριάνα όμως η έλλειψη του Έρνεστ δεν ήταν εύκολη. «Ήμουν χαρούμενη μόνο όταν έγραφα στενάχωρα ποιήματα», έλεγε, και κατηγορούσε το μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ για το χωρισμό τους. Η σχέση τους συνεχίστηκε και πάλι μόνο μέσα από την τακτική αλληλογραφία.

Το 1952 εκδίδεται «Ο γέρος και η θάλασσα». Τα σχέδια του βιβλίου είναι και πάλι της Αντριάνας, προς δυσαρέσκεια της μητέρας της που φοβάται την αναζωπύρωση του λίγο ως πολύ ξεχασμένου πια σκανδάλου. Η νουβέλα του Χέμινγουεϊ γνωρίζει πολύ θερμή υποδοχή. Ορισμένοι θεωρούν βέβαια ότι όλος αυτός ο ενθουσιασμός ίσως ήταν αποτέλεσμα ανακούφισης σε σχέση με το προηγούμενο, αποτυχημένο μυθιστόρημα του συγγραφέα.

Τον επόμενο χρόνο ο Χέμινγουεϊ ταξιδεύει στην Αφρική και περνά εκεί αρκετούς μήνες. Ένα τρομερό αεροπορικό ατύχημα όμως του προκαλεί σοβαρές σωματικές βλάβες. «Ποτέ δε σε αγάπησα περισσότερο απ’ όσο την ώρα του θανάτου μου», γράφει στην Αντριάνα, την οποία συναντά για τρίτη και τελευταία φορά στη Βενετία, λίγους μήνες μετά, το Μάρτιο του 1954. Η 24χρονη πια Αντριάνα μένει σοκαρισμένη από την όψη του καταβεβλημένου Έρνεστ, ο οποίος ξεσπώντας σε κλάματα της εξομολογείται ότι πάλεψε πολύ ώστε να τα καταφέρει να μείνει ζωντανός και να την ξανασυναντήσει. «Δες με, τώρα μπορείς να λες ότι είδες το Χέμινγουεϊ να κλαίει» της λέει με αυτολύπηση μέσα σε ένα συναισθηματικά έντονα φορτισμένο κλίμα. Ήταν η τελευταία τους συνάντηση.

Η αλληλογραφία μεταξύ των δυο τους, όση έχει διασωθεί τουλάχιστον, περιλαμβάνει 69 γράμματα του Χέμινγουεϊ και 39 της Αντριάνας, 128 σελίδες συνολικά, που ξεκινούν από τον Απρίλιο του 1950 και τελειώνουν το Σεπτέμβριο του 1955. Η αλληλογραφία αυτή φυλάσσεται μοιρασμένη σε διάφορα ιδρύματα και με βάση τη ρητή εντολή του Χέμινγουεϊ στη διαθήκη του απαγορεύεται ακόμα και σήμερα από το ομώνυμο ίδρυμα η ολική ή μερική δημοσίευσή της.

Τα πρώτα γράμματα του συγγραφέα προς την αγαπημένη του ήταν χειρόγραφα, τα επόμενα δακτυλογραφημένα, καθώς η Αντριάνα είχε παραπονεθεί πως συχνά δυσκολευόταν να διαβάσει το γραφικό του χαρακτήρα.  Εκείνη του έγραφε στα ιταλικά, ενώ εκείνος σε ένα μείγμα αγγλικών, ισπανικών, γαλλικών και ιταλικών. Και τα πέντε αυτά χρόνια αδιάκοπης αλληλογραφίας η έκφραση της αγάπης του Χέμινγουεϊ για την Αντριάνα είναι αμείωτη, όπως και το αίσθημα ότι πρόκειται για δύο αδελφές ψυχές που είχαν τόση πνευματική συγγένεια ώστε να μπορούν να ανταλλάσσουν τις ταυτότητές τους. Εκείνος συχνά υπέγραφε με το δικό της όνομα ή με μια παιγνιώδη μείξη των ονομάτων τους. Τα γράμματά τους, το ύφος, ο λόγος, το περιεχόμενο, χαρακτηρίστηκαν από αρκετούς ως ιδιαιτέρως παιδαριώδη.

Το τελευταίο διάστημα της αλληλογραφίας τους τα γράμματα του Χέμινγουεϊ γίνονται ολοένα και πιο παραπονετικά εξαιτίας των προβλημάτων της υγείας του, οικονομικών και άλλων ζητημάτων που του προκαλούν ανησυχία. Η Αντριάνα παύει σιγά-σιγά να ανταποκρίνεται και στέλνει πιο σπάνια. Της στέλνει το τελευταίο του γράμμα το Σεπτέμβριο του 1955. Όπως του εξηγεί αργότερα, ο σύντροφός της δεν ήταν πρόθυμος να δεχτεί αυτή τη στενή, έστω και δι’ αλληλογραφίας σχέση των δυο τους. Η εγκατάλειψη είναι πολύ επώδυνη για το Χέμινγουεϊ. Της γράφει όμως πως η ευτυχία της αποτελούσε πάντα γι’ αυτόν προτεραιότητα. Τα επόμενα χρόνια λοιπόν προσπαθεί να μαθαίνει νέα της μόνο μέσω της αλληλογραφίας του με τον αδελφό της, Τζιανφράνκο. Το 1960, στο τελευταίο του γράμμα προς εκείνον δεν αναφέρει πια την Αντριάνα.

Το 1958, τρία χρόνια πριν το θάνατό του, ο Χέμινγουεϊ, επιδιώκοντας την προστασία της Αντριάνας, απαγόρευσε τη μεταφορά του «Μέσα απ’ το ποτάμι και στα δέντρα» στην οθόνη. Ενώ το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Ιταλία μόλις το 1965 δημιουργώντας τραγελαφικά επεισόδια, καθώς η μυθομανής Αφντέρα Φρανκέτι, μια επίσης αριστοκράτισσα, συνομήλικη περίπου της Αντριάνας που βρέθηκε κι αυτή στον κύκλο του συγγραφέα στη Βενετία, διεκδίκησε κι αυτή τη θέση της Ρενάτας του μυθιστορήματος του Χέμινγουεϊ.

Ο Χέμινγουεϊ δεν έπαψε ποτέ -μέχρι που ο ίδιος έδωσε τέλος στη ζωή του, το 1961- να αγαπά την Αντριάνα. Μα και η Αντριάνα φαίνεται να στιγματίστηκε από τη σχέση της με το Χέμινγουεϊ. Παρότι έκανε δύο γάμους και απέκτησε δύο γιους, η ανάμνηση του συγγραφέα πρέπει πάντα να την κρατούσε δέσμιά της. Το 1983, μετά από μια μεγάλη περίοδο κατάθλιψης, η Αντριάνα έβαλε τέλος και αυτή στη ζωή της. Ο σύζυγός της τη βρήκε κρεμασμένη σε ένα δέντρο στον κήπο του σπιτιού τους.

Η Αντριάνα ξεκίνησε να γράφει ποιήματα στα 14 της χρόνια, αργότερα ιστορίες και ένα μυθιστόρημα που με βάση τα λεγόμενά της χάθηκε στον Πόλεμο. Το 1953 εξέδωσε στον εκδοτικό οίκο Mondadori, στο Μιλάνο, μια συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο «Ho guardato il cielo e la terra» (Κοίταξα τον ουρανό και τη γη). Η πρόταση του Χέμινγουεϊ για τον τίτλο της συλλογής της ήταν «Il Fiume, La Laguna, L’ Isola Lontana» (Το ποτάμι, η λίμνη, το μακρινό νησί) και ήταν εμπνευσμένος από τα μέρη που όριζαν χωρικά τη σχέση τους. Όμως η Αντριάνα απέρριψε τον τίτλο, καθώς τον θεωρούσε πιο ταιριαστό σε μυθιστόρημα παρά σε ποιητική συλλογή· σε μια καταγραφή της ιστορίας τους πιθανώς, που η ίδια όμως δε θα τολμούσε να επιχειρήσει, όπως εκμυστηρεύτηκε στο συγγραφέα, καθώς όλοι θα την αμφισβητούσαν. Πράγμα που τελικά συνέβη αργότερα, όταν η Αντριάνα εξέδωσε το 1980 το βιβλίο της «La Torre Bianca» (Ο Λευκός Πύργος). Πολλοί βρήκαν το βιβλίο ναρκισσιστικό και κατηγόρησαν την Αντριάνα ότι παρουσίαζε την ιστορία της με το Χέμινγουεϊ με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερτονίζει τη σημασία της στη ζωή του δημιουργώντας μάλιστα συχνά μια πολύ κακή εικόνα για το συγγραφέα.

adriana ivancich livro

Η Αντριάνα παραμένει μια αμφιλεγόμενη παρουσία στη ζωή του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και πολλά είναι τα ερωτηματικά γύρω από το χαρακτήρα και τη σημασία της σχέσης τους. Τόσο τα ποιήματά της, που αφορούν τη ζωή της κοντά του, όσο και το βιβλίο που έγραψε για τη σχέση τους είναι πλέον δυσεύρετα, καθώς δεν επανεκδόθηκαν ποτέ έκτοτε.

Άντλησα το υλικό για το κείμενο αυτό από μια πραγματεία του J.B. Knigge, γραμμένη στα αγγλικά. Την περιέργεια για την ιστορία της Αντριάνας και του Χέμινγουεϊ όμως μου εξήψε αρχικά ένα άλλο κείμενο, ιταλικό αυτό, ένα πολύ όμορφο άρθρο του P.A. Pozzi, καθώς αναζητούσα πληροφορίες για την Αντριάνα της ταινίας του Γούντι Άλεν, «Midnight in Paris» (Μεσάνυχτα στο Παρίσι), που ενσάρκωσε η ταλαντούχα και όμορφη ηθοποιός Μαριόν Κοτιγιάρ. Τελειώνοντας πια τις διάφορες αναζητήσεις, νιώθω μεγάλη περιέργεια να διαβάσω το «Μέσα απ’ το ποτάμι και στα δέντρα», που έχει ήδη αγοραστεί και τοποθετηθεί στο κομοδίνο μου, στη στοίβα με τα «Προσεχώς». Και ανυπομονώ ακόμα περισσότερο, είναι αλήθεια, καθώς διαβάζω στο οπισθόφυλλο αυτή την περιγραφή: «Ένα από τα πιο δυνατά και σπαρακτικά μυθιστορήματα που έγραψε ο Χέμινγουεϊ, με κύριο θέμα την ανικανότητα του ανθρώπου να αιχμαλωτίσει τα χαμένα του νιάτα…». Υποθέτω κι εσείς.

Ακάρεο του Bookstand