ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

twas-the-night-before-christmas

Τη νύχτα πριν απ’ τα Χριστούγεννα στο σπίτι απ’ άκρη σ’ άκρη

ούτε ποντίκι δεν ξεμύτιζε, τα πάντα ήταν σε νάρκη.

***

Οι κάλτσες ήτανε προσεκτικά στο τζάκι κρεμασμένες,

για να τις βρούμε αύριο το πρωί με δώρα γεμισμένες.

***

Τα παιδιά χωμένα στα κρεβάτια τους και στα σκεπάσματά τους

βλέπαν κουφέτα να χορεύουνε μέσα στα όνειρά τους.

***

Η μαμά κουκουλωμένη δίπλα μου κι εγώ με το σκουφί μου

έπεσα στα ζεστά να κοιμηθώ κι έσβησα το κερί μου.

gustafson cover

Μα τότε άκουσα από την αυλή μια τέτοια φασαρία,

που πετάχτηκα από το κρεβάτι μου γι’ αυτή την ιστορία.

***

Έτρεξα στο παράθυρο σαν αστραπή, σαν σφαίρα,

άνοιξα το τζάμι κι έσπρωξα τα δυο παντζούρια πέρα.

***

Το φως του φεγγαριού, που χάιδευε γλυκά το φρέσκο χιόνι,

μια λάμψη κι ένα φως μεσημεριού στο καθετί απλώνει.

***

Τότε, θαύμα μπροστά στα μάτια μου είδα αυτή τη μέρα:

οχτώ ταράνδους ένα έλκηθρο να σέρνουν στον αέρα,

***

Κι έναν γεράκο να τα οδηγεί με μάτια που γελάνε,

που αμέσως είπα μέσα μου: «ο Άη Βασίλης θα ‘ναι».

Santa_on_roof

Πετούν οι τάρανδοι σαν αετοί, λάμπουν τα κέρατά τους

κι εκείνος σφύριζε, τους φώναζε με τα ονόματά τους:

***

«Τώρα, Ντάσερ! Πάμε, Ντάνσερ! Τώρα, Πράνσερ! Τώρα, Βίξεν!

Έλα, Κόμετ! Άντε, Κιούπιντ! Έλα, Ντόντερ! Έλα, Μπλίτσεν!

***

Πάμε ψηλά, πάνω απ’ τον τοίχο, να ανεβούμε στη σκεπή!

Γρήγορα, γρήγορα! Εμπρός! Γρήγοροι σαν αστραπή!»

***

Σαν τα φύλλα τα ξερά, που όταν αέρας τα φυσήξει δυνατά

-και κάποιο εμπόδιο βρεθεί μπροστά τους- ψηλά αμέσως τα πετά,

***

Έτσι μεμιάς στη στέγη οι τάρανδοι ανέβηκαν με φόρα

με τον Άη Βασίλη μες στο έλκηθρο βαρύ από τα δώρα·

_Twas the Night Before Christmas Book (front side)

Και, πριν προλάβω να καλοσκεφτώ, ακούω να πατούν

με τις μικρές οπλές τους στη σκεπή και να χοροπηδούν.

***

Δεν το χωρούσε ο νους μου αυτό που έβλεπα, με έπιασε ζαλάδα

και τσίουπ! ο Άη Βασίλης πήδηξε μέσα στην καμινάδα.

***

Απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια του ντυμένος μες στη γούνα,

μαύρος από τη στάχτη κι από την καπνιά βγήκε απ’ τη φυσούνα.

***

Στην πλάτη ένα σακί βαρύ απ’ τα παιχνίδια είχε ρίξει

κι έμοιαζε με πραματευτή που την πραμάτεια του είχε ανοίξει.

vintage_santa

Στα δυο λακκάκια του πόση χαρά! Στα μάτια πόση λάμψη!

Τη μύτη και τα μάγουλα κόκκινα θα ‘λεγες τα είχε βάψει!

***

Μια πίπα ξύλινη ανάμεσα στα δόντια του κρατούσε

και ο καπνός της σαν στεφάνι τα μαλλιά του τριγυρνούσε.

***

Το πρόσωπό του ήταν πλατύ και η κοιλιά του σαν μπαλόνι

κι έτρεμε έτσι που γέλαγε σαν το ζελέ μόλις παγώνει!

536-Christmas_2012-220x277-26-40x50

Ήταν αφράτος, ήταν παχουλός, έμοιαζε με τα ξωτικά

και σαν τον είδα, δεν κρατήθηκα, γέλασα δυνατά!

***

Λίγο φοβήθηκα, δεν λέω, μα κείνος κούνησε το κεφάλι,

το μάτι μού ‘κλεισε γελώντας κι ηρέμησε η καρδιά μου πάλι.

***

Χωρίς μια λέξη, τίποτα, στρώθηκε στη δουλειά του,

τις κάλτσες γέμισε σε μια στιγμή παρόλα τα κιλά του

***

Το δάχτυλο πλάι στη μύτη έβαλε, τίναξε τη γενειάδα

Και μ’ ένα σάλτο ανέβηκε μέσα στην καμινάδα!

Twas_the_night_before_Christmas

Πήδηξε μες στο έλκηθρο, σφύριξε στους βοηθούς του δυνατά

Και μακριά πετάξανε σαν χνούδι στον αέρα που φυσά.

***

Μα τη φωνή του άκουσα κι ας είχε πια χαθεί

«Καλά Χριστούγεννα σε όλους, σε όλους ύπνο ελαφρύ!»

_______________

Κλέμεντ Σ. Μουρ ή Χένρι Λίβινγκστον ο νεότερος*

(μτφ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος)

Santa-Claus-christmas

Δημιουργός του διάσημου αυτού χριστουγεννιάτικου ποιήματος θεωρούνταν έως πολύ πρόσφατα ο Κλέμεντ Σ. Μουρ. Το 2000 ωστόσο ένας μελετητής απέδειξε ότι το ποίημα θα έπρεπε να αποδίδεται στον Χένρι Λίβινγκστον τον νεότερο (1748–1828).