ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ: «ΤΡΕΙΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ» ΤΟΥ ΕΡΙΧ ΜΑΡΙΑ ΡΕΜΑΡΚ

portrait remarque

Όπως και στην καθημερινότητα, έτσι και στην αναγνωστική περιπλάνηση η σύμπτωση ξέρει να παίζει καλά το παιχνίδι της. Τον Ρεμάρκ τον είχα γνωρίσει από το μεγαλειώδες Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο. Στάθηκα εκεί και επανήλθα κάποια στιγμή με το Ο παράδεισος δεν έχει ευνοούμενους, συνειδητοποιώντας ότι όντως ο συγγραφέας δεν είναι συμπτωματικός. Κάποια στιγμή, φυλλομέτρησα ένα ακόμα του βιβλίο (Τρεις σύντροφοι) από την ηλέκτρα αλλά δεν είχε έρθει η ώρα του και το άφησα. Η ηλέκτρα έκλεισε, το βιβλίο εξαφανίστηκε και το καλοκαίρι ένας φίλος κυριολεκτικά μού το έβαλε στο χέρι όταν συμπτωματικά ήρθε η κουβέντα στον Ρεμάρκ. Και ήξερε τι έκανε.

Οι Τρεις σύντροφοι στην πραγματικότητα αποτελούν προέκταση του  Ουδέν νεώτερον. Τώρα βρισκόμαστε στη Γερμανία στη δεκαετία τού ’20 και τρεις σύντροφοι, παλαιοί συμπολεμιστές στον Μεγάλο Πόλεμο, κινούνται ανάμεσα στα άλλα ναυάγια της μεταπολεμικής ζωής βιώνοντας τη συνέχεια, τη διατήρηση της ύπαρξής τους μετά τον πόλεμο σαν μία σύμπτωση, ένα δώρο που απλώς τους έτυχε. Και είναι αυτή η συνειδητοποίηση που προσδιορίζει τον τρόπο δράσης τους, γνώμονας της οποίας είναι η πίστη στη γνήσια φιλία, η βίωση της ζωής στα όριά της και η απόδοση εκ μέρους τους της πραγματική της αξίας: Όλα είναι μια ψευδαίσθηση που έστω κι αυτήν αξίζει να τη ζήσουμε μέχρις ότου κάποια στιγμή η ίδια να επιβεβαιώσει αυτόν της τον χαρακτήρα.

Γνώμονας και αντίδοτο τα παραπάνω σε μια ατμόσφαιρα όπου τις νύχτες αναζητούνται ψήγματα απόλαυσης, όπου η έλλειψη ασφάλειας αναπληρώνεται από το ποτό και τη συμπάθεια προς την κάθε τραυματισμένη ύπαρξη, όπου το χιούμορ και η αξιοπρέπεια ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε δραστικότητα απέναντι στο παράλογο της ζωής.

Ύμνος στη φιλία και τη ζωή θα ήταν το βιβλίο αν ο Ρεμάρκ δεν παρενέβαλε έναν υπέροχο έρωτα αντιστικτικά προς τη φρίκη τής αρρώστιας χωρίς επιστροφή, τη σωματική φθορά και την αναπότρεπτη ήττα σε ένα σανατόριο ίδιο με αυτό τού Μαγικού Βουνού. Και εδώ είναι που η πορεία προς την απώλεια του πιο γνήσιου πάθους για ζωή, του ερωτικού, τοποθετεί το κείμενο στη βαθμίδα τού συγκλονιστικού, ανάγοντάς το σε ύμνο στον βαθύ απελπισμένο έρωτα, το αντίβαρο απέναντι και σε μια εποχή και σε ψυχές που έχω την αίσθηση ότι μοιάζουν με τη σημερινή.

_____________________________________

Δημήτρης Σαραντάρης

DSC00559