Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

bruno schulz

Μπρούνο Σουλτς, Η νύχτα της μεγάλης εποχής

(από την σειρά «Οι κλασικοί της Νεφέλης»)

 

 

I’ m gonna take the sins of my father

Down to the pond

 

I ‘m gonna wash them

Till the water runs clear

 

Tom Waits “Sins of my Father”

 

 

Οι λέξεις που τουλάχιστον κατέχω εγώ, δεν αρκούν, ούτε είναι πρόσφορες να χαρακτηρίσουν τη φαντασμαγορία της γραφής του Μπρούνο Σουλτς. Αν θα ‘πρεπε ωστόσο κάτι οπωσδήποτε να πω για τα προτεινόμενα εδώ διηγήματά του, θα έλεγα: εξαίσιοι εφιάλτες παιδιού, ιδωμένοι μέσ’ από μάτια ενήλικα.

Ήμουν ανέκαθεν λάτρης της μικρής φόρμας αφήγησης. Διαβάζοντας τον Σουλτς ένιωσα να έχω χαθεί σε ερεβώδες παραμύθι. Μαγεύτηκα και αναστατώθηκα. Οι ιστορίες του, περιορισμένες σε έκταση, αλλά ταυτόχρονα αχανείς και πρωτοφανούς ψυχικής έντασης, με ξενύχτησαν, κάτι που δεν μου συμβαίνει συχνά, όσο κι αν μου αρέσει ένα ανάγνωσμα. Προτιμώ να κοιμηθώ, γιατί οι καλύτερες σκέψεις, οι πιο ψυχεδελικές κι οι πιο ξεκάθαρες, είναι αυτές του ύπνου.

Ο Πολωνός συγγραφέας, γεννιέται το 1892 και ζει ζωή βραχεία και κλειστοφοβική υπό τη σκιά του πατέρα του, μέχρι τον τραγικό του θάνατο σε πογκρόμ που εξαπέλυσαν ναζί.  

Ο συνεκτικός ιστός των διηγημάτων που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη συλλογή, είναι λοιπόν ο πατέρας του συγγραφέα, ο οποίος εμφανίζεται παντού, εμβληματικά, σαν σκιάχτρο ή εμμονή, σαν επαναλαμβανόμενο μουσικό θέμα. Ο Σουλτς ωστόσο δεν πέφτει στην παγίδα να αποδώσει τα δεινά της πραγματικότητάς του στον δεσποτικό αυτόν και πανταχού παρόντα πατέρα: απεναντίας, τον παρατηρεί, όπως ένα παιδί στο τσίρκο, περιεργάζεται τον (στα μάτια του) υπερμεγέθη κλόουν. Στην αρχή τον φοβάται, έπειτα τον συνηθίζει, στην πορεία τον λυπάται και τέλος, τον βαριέται. (Όχι, δεν γελάει: κανένα παιδί δεν γελά πραγματικά με τους κλόουν: θυμηθείτε τους εαυτούς σας όταν ήσασταν παιδιά).

Ο πατέρας, στο τελευταίο διήγημα πεθαίνει, όπως κάθε πατέρας, κι όπως όλοι μας, παίρνοντας μαζί του όλον τον φόβο και την ταραχή που προκάλεσε στους άλλους. Κι είν’ ένας θάνατος αυτός ίσως και αλληγορικός, σαν ο θάνατος του πατέρα να υπαινίσσεται τους φόβους μας που πεθαίνουν, που αποσύρονται, όταν πια πάψουμε να τους φοβόμαστε, όταν πια τους βαρεθούμε, όπως τον κλόουν.

«Εκείνο που τώρα έμενε από τούτον ήταν μόνο λίγη σάρκινη επικάλυψη και μια χούφτα χωρίς νόημα παραξενιές, που μπορούσαν να χαθούν κάποια μέρα το ίδιο σιωπηλά, όπως ο τεφρός σωρός των σκουπιδιών που μαζευόταν στη γωνιά και η Αντέλα κάθε μέρα έριχνε στον σκουπιδοτενεκέ».   

Συνιστώ ανεπιφύλακτα και κάπως επιτακτικά, τη μελέτη της αριστουργηματικής γραφής, καλύτερα ακόμα την εντρύφηση στον επάλληλο και γκροτέσκο στα όρια του μαγικού ρεαλισμού κόσμο του Σουλτς. Αν παρ’ ελπίδα παραλείψατε να τον διαβάσετε ως τώρα, ειλικρινά, μη χάσετε άλλον χρόνο.

_____________________

16-12-2012

Κατερίνα Χανδρινού