Ο ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΠΑΤΩΜΑΤΟΣ

«The beginning and the end 

reach out their hands

to each other»

(Chinese Proverb)

 Arms & Hands2

Χωρίς  εξωγενή δράση και βίαιη πλοκή, χωρίς πολυτελή αυτοκίνητα κι εκρηκτικές ταχύτητες, χωρίς ακριβά ρολόγια, πούρα και φιάλες ουίσκυ, δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα περισσότερα από τα προηγούμενα βιβλία του,  είναι το πρόσφατο μυθιστόρημα του  Δημήτρη Μαμαλούκα που έχει τον τίτλο «Κράτα μου το χέρι» (Ψυχογιός, 2012).

Ένας άντρας χωρίς ταυτότητα φτάνει νύχτα σε μια άγνωστη πόλη με μοναδικό σκοπό στη ζωή του να γράψει ένα μυθιστόρημα. Βρίσκει ένα μικρό, απομονωμένο κι άθλιο διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας πολυτελούς πολυκατοικίας και το νοικιάζει γιατί νομίζει πως εκεί μπορεί να γράφει απερίσπαστος. Το διαμέρισμα όμως είναι συγχρόνως και το πίσω μέρος ενός κινηματογράφου και ο θόρυβος είναι τόσο δυνατός που ο άντρας δεν μπορεί ούτε καν να σταθεί στο χώρο. Έτσι, κάθε απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ, εγκαταλείπει το διαμέρισμα και τριγυρνά στην πόλη εξερευνώντας άγνωστες περιοχές της. Ο άντρας είναι τόσο απελπισμένος και χαμένος στον κόσμο του που «πιάνεται»  από  τις  διαφημιστικές πινακίδες στους δρόμους κι αφήνει τα σλόγκαν τους να παίρνουν, αντί γι’ αυτόν, τις αποφάσεις για τη ζωή του. Ακόμη κι όταν συναντά μια νεαρή γυναίκα, στρέφεται στις πινακίδες για να του «πουν» τι θα κάνει – «LIVE NOW» «επιτάσσει» το πιο πρόσφατο σλόγκαν κι έτσι θα αποφασίσει να επέμβει στη ζωή της.

Το «Κράτα μου το χέρι» ξεφεύγει από την αστυνομική λογοτεχνία, καθώς διαθέτει τα κυριότερα χαρακτηριστικά ενός ψυχολογικού νουάρ – έναν αποτυχημένο άντρα που έχει χάσει την ταυτότητα του ως πρωταγωνιστή και μία γυναίκα  μοιραία για τη ζωή του  που εδώ είναι μια έφηβη μόλις δεκαέξι χρονών, εθισμένη στα ναρκωτικά και «προστατευόμενη» ενός γλοιώδους μαστρωπού. Τα όρια μεταξύ Καλού και Κακού είναι ασαφή και δεν υπάρχει «χάπυ έντ», αν και στο τέλος μένει στον αναγνώστη μια κάποια αίσθηση απόδοσης δικαιοσύνης καθώς ο ήρωας καταφέρνει να νικήσει τις δυνάμεις -υπαρκτές και μεταφυσικές- που είναι εναντίον του. Υπάρχουν, επίσης, ο συγχρωτισμός του πρωταγωνιστή με τον υπόκοσμο, τα φλάσμπακ που ανασυστήνουν το παρελθόν του, και οι απανωτές αποκαλύψεις που οδηγούν στη λύση της αινιγματικής φυσιογνωμίας του ανώνυμου άντρα υπογραμμίζοντας παράλληλα τη φύση των ανθρώπων. Και τέλος, κυριαρχεί ένα εντελώς φαταλιστικό σκηνικό που γίνεται ακόμη πιο ζοφερό εδώ από την αχρωματοψία του ήρωα.

Brassai - Le Diable, Paris de Nuit, 1931

Παρόλη την οικονομία λόγου, η γραφή του Δημήτρη Μαμαλούκα είναι ιδιαίτερα παραστατική. Η  παρακμή της πόλης και των ανθρώπων της περιγράφεται με τρόπο που καλλιεργεί στον αναγνώστη την έντονη απέχθεια για την κατάσταση ενώ οι μικρές προτάσεις του έχουν το κοφτό ύφος του Άμος Οζ και εντείνουν τη μόνιμη αίσθηση κινδύνου  και φόβου – όπως κι ένας ασπρόμαυρος καμβάς του Τζάκσον Πόλλοκ.  Ωστόσο, εκείνο που με ξάφνιασε είναι η έντονη συγγραφική συγγένεια που διαπίστωσα με τη γραφή του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Είναι, πιστεύω η μοναχικότητα έως συναισθηματική (σχεδόν) αποστέγνωση του ήρωα και ο νατουραλισμός των περιγραφών που συνδέουν τους δύο συγγραφείς. Είναι, επίσης, η όλη ατμόσφαιρα των κειμένων η οποία νοτισμένη καθώς είναι από σκιές, και στις δύο περιπτώσεις, αντί να παραμορφώνουν τα πρόσωπα τα απογυμνώνουν. Στο σύνολό του το μυθιστόρημα μοιάζει επικίνδυνα με τον «Ένοικο» του Ρολάντ Τοπόρ – ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε σε συνέντευξή του ομολογεί επιρροές και από αυτόν.  Ωστόσο,  ο ένοικος του Τρίτου Πατώματος, που όπως αποδεικνύεται μένει στον δεύτερο, δεν αγγίζει καθόλου τα όρια της ψυχικής αρρώστιας ή διαστροφής του Τρελκόφσκι. Ο ήρωας του Μαμαλούκα επιδιώκει την προσωπική του κόλαση εν πλήρη συνειδήσει – επιδιώκει την πλήρη αποστασιοποίηση από τους πάντες και τα πάντα, δεν θέλει να νιώθει τίποτα άλλο εκτός από επιφύλαξη και βρίσκεται σε συνεχή επιφυλακή για το απρόοπτο, για το κακό. Το άγχος και οι ενοχές, την αιτία των οποίων μαθαίνουμε μόνο λίγες σελίδες πριν το τέλος, τον κατατρώγουν, οι αναμνήσεις του πρόσφατου παρελθόντος επιστρέφουν με αυτοπεποίθηση και η αδυναμία του να αντιδράσει γίνεται δεύτερη φύση του. Ο ανώνυμος άντρας είναι, τολμώ να πω, γνήσιος καφκικός ήρωας αλλά όχι με τα γνώριμα σε όλους μας χαρακτηριστικά του Αυστρο-Ούγγρου συγγραφέα αλλά με την αύρα του Κάφκα όπως αυτή αναδύεται  στα «Γράμματα προς την Ότλα» – μπροστά στη θέα του ανθρώπινου ράκους που είναι η κοπέλα, θα ξυπνήσουν μέσα στον ανώνυμο άντρα η συμπόνια και η αβρότητα και τούτο θα τον κάνει να προσπαθήσει να τη βγάλει από τα ναρκωτικά και την πορνεία.  «…την έπιασε από το χέρι κι άνοιξε την εξώπορτα. Έφυγαν από το μικρό κοίλο σπίτι καθώς πίσω τους το σινεμά ούρλιαζε αδυσώπητα. Εκείνος πίστευε ότι ήταν η τελευταία φορά που το άκουγε».

Καταργώντας ουσιαστικά όλες τις ευκολίες του, ο Μαμαλούκας κάνει ένα γενναίο βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση κι αυτός είναι ο λόγος που διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο του – μου αρέσει πολύ να βλέπω πραγματικές αλλαγές προς το διαφορετικό.  Εκτός όμως από μυθιστόρημα μυστηρίου, το «Κράτα μου το χέρι» είναι, επίσης, ένα δυσοίωνο κοινωνικό σχόλιο για το παρόν και ένα ημερολόγιο υπαρξιακού αδιεξόδου – το ψυχολογικό μέρος του χαρακτηρισμού «ψυχολογικό νουάρ» που αναφέρω πιο πάνω. Στις 184 σελίδες του βιβλίου εμφανίζονται το  human trafficking, τα ναρκωτικά, οι απρόσωπες πόλεις και οι διαλυμένες ανθρώπινες σχέσεις, ενώ η κοινωνική διαστρωμάτωση έχει σαφή όρια και συμπεριφορές. Μέσα σε τούτο το περιβάλλον, η υπαρξιακή και εκφραστική αγωνία του ανώνυμου άντρα φτάνει στα όρια του νιχιλισμού – σκέφτεται συνεχώς να αυτοκτονήσει φέρνοντας στο νου του διάσημους λογοτέχνες που το επιχείρησαν με επιτυχία, σαν ένα είδος μάντρα που του παράσχει την απαραίτητη δόση εφησυχασμού κι επιβεβαίωσης της «κανονικότητάς» του. Όταν δε η κοπέλα  σκορπά στον ακάλυπτο το μισοτελειωμένο μυθιστόρημά του, ο πρωταγωνιστής δεν μπαίνει καν στον κόπο να μαζέψει τις σελίδες. “Ίσως περίμενε ότι θα τον έκανε έξαλλο, αλλά, αντίθετα, τον είδε ακόμα πιο ψύχραιμο, πιο νηφάλιο, ήρεμο και κατασταλαγμένο. Ίσως αυτή η κίνηση, να του πετάξει το βιβλίο, να του είχε κάνει καλό. Ίσως κατά βάθος να το επιθυμούσε κι αυτός, αλλά να μην είχε το κουράγιο να το κάνει. Τώρα δεν θα τον στοίχειωνε πια εκείνη η στοίβα των χαρτιών, εκείνο το μισό, ανολοκλήρωτο βιβλίο που το έβλεπε συνεχώς και συχνά το αισθανόταν σαν ανοιχτή πληγή μέσα του.”

Jackson-Pollock-Ambition-Number 28

Η δομή του μυθιστορήματος είναι  κατασκευασμένη προσεκτικά δίχως κάτι περιττό – η ανάπτυξη της ιστορίας, ο ρόλος και η σκιαγράφηση του καθενός από τους υπόλοιπους χαρακτήρες του μυθιστορήματος καθώς και η κλιμάκωση των γεγονότων -ιδίως στο δεύτερο μισό του βιβλίου- είναι σωστά ενορχηστρωμένα με τον δυναμικό ρυθμό ενός μετρονόμου, κάτι που αποδεικνύει την εξαιρετική συνθετική ικανότητα του συγγραφέα – χαρακτηριστικό που υπάρχει μεν στα προηγούμενα έργα του Δ. Μαμαλούκα αλλά η αφαιρετικότητα της γραφής του εδώ το αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο. Ωστόσο, η αποκάλυψη της μυστηριώδους δύναμης μού άφησε την αίσθηση πως ο συγγραφέας αυτο-περιορίστηκε πολύ – πιστεύω ότι εάν αφηνόταν ελάχιστα περισσότερο και χρησιμοποιούσε την κομψή γραφή που του ξέφυγε σε δύο-τρεις προτάσεις του κειμένου, η απόδοση της κατάρας που κατατρέχει τον ήρωα και η σύνδεσή της με το παρελθόν του θα ήταν πιο εύληπτη χωρίς αυτό να  βλάπτει την αφηγηματική λιτότητα, κι έτσι το κείμενο θα έλαμπε πραγματικά.

Θα σημείωνα, επίσης, την έλλειψη και του παραμικρού ψήγματος χιούμορ, έστω πικρού ή γκογκολικού, ως μείον του μυθιστορήματος αλλά τούτο είναι κάτι που αντιλήφθηκα πολύ κατόπιν εορτής (sic) και το οποίο δεν μείωσε, ούτε μειώνει, καθόλου την περιέργειά μου για τη συνέχεια.

_____________ 

Bookworm Sue

http://bookworm-sue.blogspot.gr/