ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ HAPWORTH 16, 1924

salinger

Έχτιζε μεθοδικά ένα σαγηνευτικό λογοτεχνικό σύμπαν. Η ιδέα που συνείχε το  έργο του ήταν η αγωνιώδης αναζήτηση του αληθινού μέσα σε ένα κόσμο όπου επικρατεί το κίβδηλο. Ξαφνικά όμως σίγησε. Ο λόγος για τον Jerome D. Salinger που αφού σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή με τον εμβληματικό Φύλακα στη Σίκαλη και απέκτησε φανατικούς θαυμαστές, αποσύρθηκε στο θέρετρο του Cornish στο New Hampshire και δεν δημοσίευσε πλέον το παραμικρό.

Πριν όμως βυθιστεί στη σιωπή εμφανίστηκε ένα παράδοξο κείμενό του. Είχε τον τίτλο Hapworth 16, 1924 και εκδόθηκε για μία και μοναδική φορά στο αμερικανικό περιοδικό New Yorker στα 1965. Έκτοτε, μετά από απαίτηση του ίδιου του συγγραφέα, το συγκεκριμένο έργο δεν επανακυκλοφόρησε ποτέ.

Ποιος είναι πάντως ο λόγος που κάνει το Hapworth να κατέχει μια ιδιότυπη θέση ανάμεσα σε όλα όσα έγραψε ο Salinger; Διατρέχοντας τα γραπτά του αμερικανού λογοτέχνη παρατηρούμε μία εξέλιξη. Κάθε έργο του παίρνει τη σκυτάλη από εκεί που την έχει  αφήσει το προηγούμενο. Ο έφηβος Holden του Φύλακα στη Σίκαλη περιπλανιέται ψάχνοντας απεγνωσμένα το γνήσιο κάτω από τις πολλαπλές στοίβες υποκρισίας της κοινωνίας μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη phony (κάλπικος) είναι αυτή που κυριαρχεί σε όλο το μυθιστόρημα. Σε μια σειρά από νουβέλες που θα ακολουθήσουν, ο συγγραφέας θα κάνει ένα επιπλέον βήμα και θα επιχειρήσει να δώσει μια απάντηση στο τι  μπορεί να είναι το αληθινό επηρεασμένος από τον εσωτερικισμό και τις ανατολικές θρησκείες (όπως τον βουδισμό). Έτσι θα διαβάσουμε τις ιστορίες όπου πρωταγωνιστεί η οικογένεια Glass με τα παιδιά-θαύματα της. Τα αδέλφια Glass (και ιδιαίτερα οι Seymour και Buddy) σκιαγραφούνται σαν γκουρού, σαν όντα εξαιρετικών  ικανοτήτων που μπορούν σχεδόν να αντικρίζουν την ουσία του κόσμου μας.

Το Hapworth φαίνεται να έρχεται σε  ρήξη με την προηγούμενη λογική, μοιάζει με μια περίεργη ασυνέχεια. Εδώ ο εξαιρετικά προικισμένος Seymour Glass έχει μετατραπεί σε έναν ενοχλητικό παντογνώστη, σε έναν εκνευριστικό φιγουρατζή. Η μανία της προβολής και η  εγωπάθεια τον κατατρώνε. Ενώ υποτίθεται ότι ηλικιακά είναι πολύ μικρός, κάθε τι το αυθόρμητο έχει εξαφανιστεί από μέσα του.  Φαντάζει γέρος που έχει εγκλωβιστεί σε ένα παιδικό σώμα.  Έτσι γίνεται γρήγορα αντιπαθής στον αναγνώστη. Εν ολίγοις, μπροστά μας στέκεται ένας σκουριασμένος ήρωας που τρίζει  φριχτά.

Οι υποθέσεις που μπορούν να γίνουν είναι πάμπολλες. Μήπως ο Salinger έφτασε στο να υπονομεύσει και να ειρωνευτεί τον κόσμο που εκείνος δημιούργησε; Ή απλά  θέλησε να φωτίσει μια άλλη διάσταση που μέχρι τώρα δεν είχε καταδείξει στις αφηγήσεις του; Το πιθανότερο είναι ότι προσπάθησε να μας υπογραμμίσει ότι η συνεχής αναζήτηση του βαθύτερου, του ουσιαστικού ενέχει κινδύνους. Φτάνει πολλές φορές στο να φθείρει μέχρι και τον ίδιο τον ήρωα, να τον κάνει να πιστέψει ότι είναι κάτι το ξεχωριστό. Τότε και αυτός γίνεται ψεύτικος και ανυπόφορος.

Η υποδοχή  πάντως του  κειμένου στα μέσα του 1960 από το αναγνωστικό κοινό και τους κριτικούς ήταν είτε ψυχρή είτε απορριπτική, ενώ ακόμη και σήμερα τοHapworth αποτελεί σημείο διφορούμενο στην εργογραφία του Salinger.

Βιβλιογραφία
J. D. Salinger, Hapworth 16, 1924, The New Yorker, June 19, 1965
Kenneth Slawenski, J. D. Salinger: A Life, Random House, 2012

__________________________________________________

Γιάννης Φλυτζάνης

salinger-time