ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ Ή ΠΕΡΙ ΔΙΠΛΟΥ

kedavros

Μαρία Γιαγιάννου, Μελανίππη, Σμίλη, Αθήνα 2012

Μυθιστόρημα το χαρακτηρίζει η ίδια η συγγραφέας του, Μαρία Γιαγιάννου, και το οποίο κατά την κρίση μου είναι μια αυτοαναφορική μυθιστορία. Η Μελανίππη, στάθηκε για εμένα σαν μια έκπληξη για δυο λόγους: κατά πρώτον λόγο, γιατί η τόλμη της γραφής του, με την αυτοαναιρετική μορφή της διήγησης του ψυχοδράματος της ηρωίδας, έδειξε ότι ο πεζός λόγος μπορεί ακόμη να προσφέρει νέες φόρμες αφήγησης πέρα από τις γνωστές και εν πολλοίς καθιερωμένες, και κατά δεύτερον λόγο δικαίωσε τις απόψεις μου περί αυτόμυθου (Γραμματική του Μύθου). Τι είναι επομένως, και προαναφορικά, η Μελανίππη; Η συγγραφέας σπεύδει να μας προϊδεάσει για το τι η ηρωίδα της είναι, τις δύο πραγματικότητες που βιώνει σε ενεστώτα πάντοτε χρόνο, τη φαντασιακή και την πραγματική, μέσα από την παράθεση των συμβάντων, τα οποία τη συνέχουν, γιατί η Μελανίππη, όπως λέει η ίδια η συγγραφέας, μπορεί να είναι «μετέωρη πάνω από μπαζωμένες θάλασσες, δέσμια του μυαλού της», αλλά ταυτόχρονα μια εναλλαγή προσώπων και ιδιοτήτων, εκκρεμοτήτων και παλινδρομούντων αισθημάτων που αφήνουν περιθώρια να τη βλέπουμε και πέρα από το πώς βλέπει τον εαυτό της η ίδια, με τον τρόπο που θα την οικειώσει ο καθένας, ως τέρας ή ανθρώπινο πλάσμα, ως ά-λογο ή ως έλλογο όν, ως πιθανότητα ή βεβαιότητα, ως σύνδρομο για κλινική μελέτη ή ως ένα λογοτεχνικό κατασκεύασμα-θρίλερ που εξελίσσεται στα όρια του ορατού-πραγματικού ή του φαντασιακού-πραγματικού.

Η Μελανίππη είναι ένα δισυπόστατο ον, ένας Κένταυρος που έχει εν πολλοίς συμβιβαστεί με τη φύση της. Το διπλό εδώ έχει τον πρώτιστο ρόλο, σε κάθε φράση, σε κάθε λέξη, είναι και το Ένα και το Άλλο. Όπως λέει η ίδια, αφηγούμενη το δισυπόστατο της φύσης της, την «πληγώνει η τέλεια ενότητα». Βλέπει τον εαυτό της όπως στην πραγματικότητα δεν είναι, αλλά και οι άλλοι δεν τη βλέπουν όπως θα ήθελε να τη βλέπουν και όπως αισθάνεται και βιώνει ό,τι είναι, ένα αυτοπαρεξηγήσιμο Άλλο, ένα διπλό το οποίο δεν εκπέμπεται προς τα έξω, δυσεξήγητο, αυταπάτη ή παρέκταση ενός δισυπόστατου εγώ, το οποίο θα μπορούσε να εννοηθεί ως κλασική κλινική περίπτωση διπολισμού, αν η επινόηση του ιππάνθρωπου δεν ήταν απαύγασμα μιας δημιουργικής φαντασίας. Η Μελανίππη αισθάνεται ότι είναι ένα κενταυρόμορφο όν, μισό άλογο, άλλοτε κατά το μισό του ως ίππος και άλλοτε ως άλογο όν με στερητικό άλφα, και ταυτόχρονα έλλογο όν, αφού η γνώση της αυταπάτης του, δείχνει να είναι έστω κρυπτικά παρούσα αν όχι παραδεδεγμένη.

Η Μελανίππη είναι μια υπαρξιακή μυθιστορία αφηγούμενη από την ίδια την ηρωίδα ως πάσχον υποκείμενο, του οποίου οι οικειώσεις των μεταμορφώσεών του εναλλάσσονται στον καθρέφτη, στη στίλβη του κουταλιού, στη γυαλάδα του βάζου, όπου κι αν στρέψει το πρόσωπό της και αντικατοπτριστεί σε οποιαδήποτε στίλβουσα επιφάνεια. Το είδωλο της Μελανίππης, όπως και ο κόσμος, μοιάζει, δεν είναι. Προσομοιώσεις πολλές, η τέλεια ενότητα την πληγώνει, ο εαυτός περιεκτικά εκπέμπεται προς τα έξω τού μέσα, με σαΐτες-μικροαφηγήματα, συμβάντα αναπόκριτα από υποτιθέμενους αποδέκτες. Αυτό το οποίο βιώνει δεν υπάρχει ή υφίσταται σε σχεδόν μηδενισμένο βαθμό και με ελάχιστο συντελεστή βεβαιότητας. Από το μη Ένα ούτε στο Κάτι ο διχασμός μπορεί να οδηγεί στο Τίποτα.

Το πού και πώς και πότε λειτουργεί η αυταπάτη είναι δύσκολο να το διακρίνει κανείς, καθόσον ο συντελεστής αβεβαιότητας πάντα υπεισέρχεται στην αυτοκριτική τού πώς βλέπει η Μελανίππη κάθε φορά τον εαυτό της. Η αυταπάτη είναι αυτό το οποίο εκφράζεται ως η συνήθης απώθηση του πραγματικού, και το οποίο δεν αμφισβητείται, αλλά μετατίθεται και μορφοποιείται ως παράδοξη αλήθεια. Η αντίληψη, ως μορφή αυταπάτης, διχοστατεί μεταξύ αυτού που φαίνεται ότι είναι και αυτού που συμβαίνει. Η ψυχανάλυση διακρίνει στο σημείο αυτό την απώθηση (Φρόιντ) και την διάκλειση (Lakan). Το πραγματικό, αν και απωθείται, εξακολουθεί να είναι παρόν. Η άρνηση του πραγματικού είναι συχνή στην λογοτεχνία και ειδικά στο θέατρο. Το συναντούμε στον Ζώρζ Κουρτελίν (Boubouroche), στον Σαίξπηρ (Hamlet), στον Μολιέρο (Μisanthrope) και άλλους πολλούς. Η αντίληψη στην αυταπάτη λειτουργεί  κανονικά, με την διαφορά ότι ο αυταπατώμενος λειτουργεί και βλέπει την πραγματικότητα με ένα διαφορετικό τρόπο. Από το πραγματικό ένα που βλέπει ο αυταπατώμενος, ξεπέφτει σε δύο πραγματικά, τα οποία και δεν εκφράζουν το αληθές ένα. Η μία πραγματικότητα γίνεται δύο αυτονομημένες μεταξύ τους όψεις του πραγματικού. Έτσι η δομή της αυταπάτης προσομοιάζει με τη δομή του διπλού. Τα όρια του ενός και του άλλου σε πολλές φάσεις είναι δυσδιάκριτα, και ο ρομαντισμός, όπως και ο μοντερνισμός έχουν συγχύσει ακόμη περισσότερο τα όριά τους.

Η Μελανίππη από το Ένα και το Άλλο μεταπίπτει αναπόδραστα στο ενικό, συμφύροντας και τα δύο. Το αίσθημα του διχασμού παραμένει ως εντύπωση και μόνο, η οποία εντύπωση από τον άλλον, το έτερον βλέπον, όχι του ειδώλου της το οποίο βλέπει η Μελανίππη στον καθρέφτη, αλλά αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε σχέση με εκείνη, με την πειθώ του άλλου βλέμματος, το οποίο βλέπει ό,τι είναι και όχι ψευδαισθητικά (διπλό), επανέρχεται στην πραγματικότητα του εαυτού της αποδεχόμενη τελικά την αληθινή φύση της μέσα από το βλέμμα του άλλου. Έτσι, όπως η ίδια περαιώνει την υπαρξιακή της περιπέτεια, δέχεται ότι: «Βουτάω μεμιάς μέσα στο υπερκόσμιο φουστάνι και ενώνομαι με τον Κόσμο», ξυπνάει και στις περσίδες του παραθύρου της βλέπει ότι έχει σκαλώσει μια σαΐτα, από αυτές που δεν έχει εξαπολύσει στον έξω κόσμο, προφανώς ο άλλοτε εαυτός της, αλλά ο άλλος ή η άλλη, πρώην δισυπόστατη Μελανίππη, και διαβάζει ότι: «Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που κοιμάται κι όταν ξυπνάει το θυμάται». Η ζωή μπορεί να είναι ένα όνειρο ή ένας μύθος ή ένας επινοημένος μύθος, μια αυταπάτη (αυτόμυθος), το ανάποδο του πραγματικού, μπορεί να προσλάβει πολλές συναισθησιακές εμπειρίες, διπλό ή αυταπάτη, ανάμνηση ή αίσθηση, δεν παύει όμως να είναι μια αμεσότητα αδιαμεσολάβητη ακόμη και στην αυταπάτη ή τη βίωση του διπλού. Η ιδιάζουσα εκδοχή του ενός ή του άλλου δεν αναιρεί σε τελική ανάλυση την επιστροφή στο ενικό, στην πραγματική φύση του όντος.

Συμπερασματικά η Μελανίππη ως αυτοαναφορική μυθιστορία επιτρέπει να λειτουργεί ο χρονικά στατικός αυτόμυθος. Οι επιθετικές αυτοαναφορές επαναλαμβάνονται σε ένα «τι είμαι», με καταφάσεις και αρνήσεις για το τι «η τέλεια ενότητά της» δεν είναι, όπως αυτή βλέπει τον εαυτό της και όπως θα ήθελε να τη βλέπουν πως είναι και δεν τη βλέπουν οι άλλοι. Η πόρτα της μένει ερμητικά κλειστή με μόνο ένα, πότε πότε, ανοιγόμενο παράθυρο του καταλύματός της, και που μόνο οι περσίδες του αφήνουν έναν ελάχιστο χώρο επικοινωνίας με το έξω. Είναι δύσκολη η επικοινωνία με τους έξω. Αναρωτιέται αν «Αρκεί ένα πόμολο ν’ ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου;» και δοκιμάζοντας το «για πόσο αντέχεις το βάρος του μυστικού σου», αποτολμά να βγει στον έξω κόσμο. Βρίσκεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη με μια πραγματικότητα η οποία την αναιρεί. Ο Κένταυρος εαυτός της δεν είναι αναγνωρίσιμος, δεν εντυπωσιάζει κανένα, είναι όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, κανένας δεν βλέπει Κένταυρο, αλλά μία νέα γυναίκα. Ό,τι της έχει συμβεί είναι αποκύημα της φαντασίας της. Ο αυτόμυθός της δέχεται πλήγματα. Οι οπλές της δεν θορυβούν. Το άλογο μισό της παραμένει για τους άλλους αόρατο.

Η Μελανίππη που προβληματίζει και εντυπωσιάζει, διαβάζεται απνευστί, είναι πεζό δομημένο με μαστοριά, χωρίς παρένθετες αναφορές, αυτές που ονομάζουμε κοιλιές, και δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο, για τον τρόπο γραφής του και για τη μοναδικότητά του ως σύλληψη και ως φόρμα στα λογοτεχνικά μας δρώμενα. 

_______________________                                                                          

 Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης

melanipifrontcover