Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ, 2013

227773_517600588271813_2004505993_n

Τσεκάροντας τον Άγγελο της Βιβλιοθήκης του 2012

Ο Άγγελος της Βιβλιοθήκης ΙΙ, 1/1/2012

Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ

Σελίδες 414-415     

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ’ ανοίξω μάτι…

Στην αρχή σ’ έχω λησμονήσει
κοιτάζω τις γραμμές του ταβανιού
άξαφνα πατείς και μπαίνεις
στη συνείδηση

Έρχεσαι να πικράνεις τον πρωινό καφέ
ν’ αποσπάσεις κάτι απ’ την ελάχιστη χαρά
του χεριού μου στο πόμολο του παραθύρου
φέρνεις ανωμαλίες στο νερό του μπάνιου
προκαλείς το πρώτο δυσάρεστο τηλεφώνημα
είσαι τέρας
μικροσκοπικός Μινώταυρος που ζητάει τροφή
και συντηρείται με το ελάχιστο.

Τρως τρως Μινώταυρε·
είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας
έτσι που πας δε θ’ απομείνει τίποτε.
Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έχεις εγκατασταθεί μονίμως μέσα μας
είσαι χειρότερη από τους ιούς και τους βακίλους
οι φιλόσοφοι σ’ εξετάζουν στο φασματοσκόπιο
έχεις δώσει λαβή σε μιαν εξαίρετη λογοτεχνία

Η ΠΡΩΙΝΗ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ

Ανοιχτό παράθυρο. Τριγύρω παρτέρια.
Ευθύ το σώμα. Τεντωμένα τα χέρια.
Ένα δύο τρία: ζωή μου αγία
σμικρύνω την ψυχολογία.
Το αυτό. Εν δυο: κατανοώ το πρόσωπό μου
οικειοποιούμαι το αντίθετό μου.
Σύμπτυξις εν! Ούτε μη ούτε δεν.
Τάσεις και κάμψεις των χειρών
προς όλας τας διευθύνσεις
άνω πλαγίως εμπρός κάτω:
τα του γάτου στον σκύλο
τα του σκύλου στον γάτο.
Έκτασις της κεφαλής οπίσω: έεεν-νααα
δεν παραδέχομαι κανόνα κανέεεν-νααα.
Βαθεία εισπνοή: κόρη ώ κόρη δροσερή.
Αρχή μία: έξω η δεξιοτεχνία.

Προεισαγωγικόν άλμα εις τέσσαρας ταχείς χρόνους:
αντικαταστήσατε τους καθημερινούς φόνους.
Εν δυο τρία τέσσερα. Το αυτό:
το γενναίο είναι απατηλό.
Εις τον καιρόν! Επιμείνατε στον Μπρετόν!
Προσχέεε! Μελετήσατε τον Φουριέ!

Στροφή της κεφαλής αριστερά:
όλα είναι σκατά.
Στροφή της κεφαλής δεξιά:
όλα είναι σκατά.

Είναι ωραίο στο τέλος της χρονιάς να κοιτάζεις ξανά αυτές τις σελίδες και να μπορείς να πεις στον Ελύτη -Καβάφη, Μπουκόφσκι ή και Ουάιλντ- κλείνοντάς του το μάτι: «Ω ναι, δίκιο είχες, ποιητή!». Μα ωραίο είναι πάλι και να κουνάς λίγο ώς πολύ νουθετικά το κεφάλι σου λέγοντας: «Εμ, δεν υπάρχουν αυθεντίες, νεαρά μου, μοίρα, πεπρωμένο ή γραφτό, τι τα θες;».

Σημασία λοιπόν έχει το παιχνίδι, το τελετουργικό. Να γυρίζεις σχεδόν ανυπόμονα στο σπίτι σου μετά την αλλαγή του χρόνου, να βάζεις τις φρεσκοπλυμένες και καλοσιδερωμένες σου πιζάμες, να πέφτεις στο κρεβάτι. Να ακουμπάς με αγχωμένο τον αντίχειρα τις μισές σχεδόν σελίδες του βιβλίου σου, να κάνεις λίγο μπρος, λίγο πίσω, αφήνοντας και πιάνοντας τα χιλιοστά, να ανοίγεις στα δύο το βιβλίο σου εν τέλει με μια μικρή αγωνία πά’ στα χείλη. Και να συνομιλείς πια με το κείμενο που σου έλαχε. Με το μυστικό που ξεσφραγίστηκε μπροστά σου. Να το κοιτάς και να είναι τόσο εντυπωσιακά ταιριαστό σου· ή τόσο μα τόσο γριφώδες και λοξό, που να θες να ζήσεις ρουφηχτά το χρόνο σου, για να δεις τι στα κομμάτια ήθελε να πει ο Άγγελος μ’ ετούτες τις αράδες.

Κι έτσι όπως κοιτάζω τώρα τις γραμμές κι ανάμεσά τους, βλέπω την αφετηρία, βλέπω τη διαδρομή κι έπειτα κοιτάζω τον καθρέφτη. Εγώ είμαι το τέλος. Ω ναι, δίκιο είχες, ποιητή! Ήταν μια εξαντλητικά σημαντική χρονιά. Και, ναι, διάολε, νιώθω σε φόρμα! Αλλού είχε πέσει το μάτι μου τότε. Άλλα προσέχω τώρα. Ο Άγγελος μάς δείχνει τελικά πόσο εμείς αλλάζουμε. Μιας και οι στίχοι δε χαρίζονται σε κανέναν.

Το Ακάρεο του Bookstand

***

top-coffee-table-books_emag_article_large

Ο Άγγελος της Βιβλιοθήκης, 1/1/2013

Μπήκα σπίτι μου, αφού είχε ξημερώσει για τα καλά η πρώτη μέρα του χρόνου. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής της επιστροφής μου έγινε παράλληλα με τα κύματα. Ναι, ξεκίνησα λίγο μετά το Σούνιο και μέχρι την Αλίμου το πήρα παραλία. Και ας ήξερα πως θα καθυστερούσα έτσι.

Μπήκα σπίτι, με το δεξί.

Στάθηκα μπροστά στη βιβλιοθήκη μου. Εκεί ξεκουράζονται τα βιβλία των τελευταίων 6 χρόνων. Όλα τα άλλα έμειναν πίσω. Μαζί με δίσκους και σι ντι. Έκλεισα τα μάτια και έτεινα το δάχτυλό μου προς μία κατεύθυνση. Έπειτα άνοιξα τα μάτια και ξεκίνησα να μετρώ από τα δεξιά στα αριστερά: 1…2….6…9…12…13.

Το 13ο βιβλίο ήταν μια ανθολογία του Τζέφρι Ευγενίδη. Δεν το έχω αγοράσει εγώ. Δεν το θυμάμαι κάν. Το λένε «Της Αγάπης μου ο Σπουργίτης Πέταξε». Άνοιξα τυχαία το βιβλίο σε μια σελίδα. Με τα μάτια πάλι κλειστά, ακούμπησα μια λέξη. Δίπλα στις άλλες πολλές. Να τι έλεγαν:

«Υπέροχα, λοιπόν. Άνθρωποι γεννιόνταν, ζούσαν. Κολλούσαν αναμεταξύ τους σε μικρές μάζες, κι έπειτα πέθαιναν. Δεν ήταν, όπως κάποτε είχε εξηγήσει περιχαρής ο Γουίλιαμ, παρά μονάχα ένας τρόπος να διαιωνίζονται τα γονίδια. «Το εγωιστικό γονίδιο*» είχε πει, μεταφέροντας, πιθανότατα αρνητικά, τα λόγια κάποιου. Ερχόσουν στη ζωή για να πολεμήσεις για το DNA σου…»

Γύρισα πίσω τις σελίδες να δω ποιο ήταν το κείμενο που διάβασα. Ντέμπορα Άιζενμπεργκ, «Κάποιος άλλος, καλύτερος Ότο»

Σκέφτηκα εμένα. Μετά, μια καλύτερη εμένα. Σκέφτηκα και σένα. Έναν καλύτερο εσένα. Και μετά πολλούς. Και εκείνους τους σκέφτηκα καλύτερους.

«Άσ’ το αυτό το παιχνίδι τώρα» κατέληξα. Σημασία δεν έχει το ενδεχόμενο της βελτίωσης. Σημασία έχει αυτό που είμαι – είσαι – είναι ΤΩΡΑ. Ακριβώς όπως είμαι – είσαι – είναι ΤΩΡΑ. Χωρίς να χρήζει αλλαγής, βελτίωσης, παράλλαξης.

Δεν ξέρω τι σου έμαθε ο δικός σου άγγελος της βιβλιοθήκης. Ο δικός μου όμως μου έκανε δώρα δυο. Το «έτσι όπως ακριβώς είσαι». Και το ΤΩΡΑ!

Αργυρώ Κουτσού

 ***

Έχω καταλήξει πια, μετά από πολλά χρόνια τριβής με τον άγγελο της βιβλιοθήκης, πως λίγη τελικά σημασία έχει ποιο βιβλίο, ποια σελίδα ή ακόμα και ποια ακριβώς φράση θα διαβάσεις την πρώτη μέρα του χρόνου. Γιατί όποια κι αν είναι αυτή, στο τέλος της χρονιάς με κάποιον μαγικό τρόπο θα βρεις πως έχει εφαρμόσει με ακρίβεια στη ζωή σου. Σημασία έχει το παιχνίδι, σημασία έχει η διάθεση να εμπιστευτείς το τυχαίο, σημασία έχει το τελετουργικό, σημασία έχει η διαρκής παρουσία του αγγέλου σε μιαν άκρη του μυαλού. Αφού κάθε ζωή χρειάζεται έναν καμβά, ένα κέντρο, για να στηθεί και να μη σωριαστεί στη διάρκεια του χρόνου σε σκορπισμένα κομμάτια. Αυτό προσφέρει ο άγγελος της βιβλιοθήκης. Κι ίσως τα λόγια που πιο καλά τον χαρακτηρίζουν να είναι οι στίχοι του Σεφέρη: «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης / επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν. / Τ’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου, / τη δική σου φωνή».

Έτος Καβάφη το 2013 κι αποφάσισα ν’ ανοίξω το δικό του βιβλίο τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς. Κι έπεσα, όπως θα έπρεπε ίσως να το περιμένω, σε στίχους για την ηδονή και τον ποιητή. Για να δούμε…

    

Η αρχή των

Η εκπλήρωσις της έκνομής των ηδονής

έγινεν. Aπ’ το στρώμα σηκωθήκαν,

και βιαστικά ντύνονται χωρίς να μιλούν.

Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά απ’ το σπίτι· και καθώς

βαδίζουνε κάπως ανήσυχα στον δρόμο, μοιάζει

σαν να υποψιάζονται που κάτι επάνω των προδίδει

σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου.

                                          

Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή.

Aύριο, μεθαύριο, ή με τα χρόνια θα γραφούν

οι στίχ’ οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.

(και η διπλανή σελίδα)

Βυζαντινός Άρχων, Εξόριστος, Στιχουργών

Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν.

Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε

επιμελέστατος. Και θα επιμείνω,

ότι κανείς καλλίτερά μου δεν γνωρίζει

Πατέρας ή Γραφάς, ή τους Κανόνας των Συνόδων.

Εις κάθε αμφιβολίαν του ο Βοτανειάτης,

εις κάθε δυσκολίαν στα εκκλησιαστικά,

εμένα συμβουλεύονταν, εμένα πρώτον.

Αλλά εξόριστος εδώ (να όψεται η κακεντρεχής

Ειρήνη Δούκαινα), και δεινώς ανιών,

ουδόλως άτοπον είναι να διασκεδάζω

εξάστιχα κι οκτάστιχα ποιών –

να διασκεδάζω με μυθολογήματα

Ερμού, και Απόλλωνος, και Διονύσου,

ή ηρώων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου·

και να συνθέτω ιάμβους ορθοτάτους,

όπως – θα μ’ επιτρέψετε να πω – οι λόγιοι

της Κωνσταντινουπόλεως δεν ξέρουν να συνθέσουν.

Αυτή η ορθότης, πιθανόν, είν’ η αιτία της μομφής.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

old_book_library_ladder_bookshelf_books_desktop_1920x1200_wallpaper-7274

***

Οι προσκλήσεις για παιχνίδι πάντα είναι ευπρόσδεκτες, τουλάχιστον όσον με αφορά. Έτσι και τώρα άφησα τον Άγγελο της Βιβλιοθήκης να μου κινήσει το χέρι και να ρίξω τη ζαριά τη νύχτα τής Πρωτοχρονιάς. Μέσα λοιπόν από τον ταξιδιωτικό μου σάκο με τα βιβλία που περιείχε, η ζαριά έδειξε Τσέχωφ: Ιβάνωφ.

Και είναι γνωστό ότι στα θεατρικά τού Τσέχωφ εκείνο που κυρίως παίζει ρόλο είναι η ατμόσφαιρα αυτής της παθητικότητας, της στατικότητας, της νωχέλειας που διατρέχει κάθε σελίδα τού κειμένου, κάθε διάλογο. Ο Τσέχωφ κοινωνιολογεί, ψυχογραφεί, ειρωνεύεται και σχολιάζει ανεπαίσθητα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο αναγνώστης βιώνει την απάθεια των απογοητευμένων προσώπων καθώς και την ακινησία των συζητήσεων και της πλοκής. Αυτό ακριβώς πάντοτε μου υπενθυμίζουν τα κείμενα του Τσέχωφ, όπως και το συγκεκριμένο, την ευγλωττία τής κοινοτοπίας. Διαβάζοντας γύρω στις τρεις το πρωί δύο σελίδες από το κείμενο, χαμογέλασα για αυτή την υπενθύμιση: Ακόμα και η κοινοτοπία αν την προσέξεις, είναι ομιλούσα, αποτελεί σχολιασμένο λόγο –αρκεί να είσαι παρών όταν συντελείται αυτό το έγκλημα τής κακογουστιάς κατά τ’ άλλα!

Δημήτρης Σαραντάρης

***

«Η προαίσθηση ήταν σωστή. Όταν γύρισα σπίτι, βγήκε αμέσως η γάτα να με προϋπαντήσει. Μόλις άνοιξε η εξώπορτα, έβγαλε ένα δυνατό νιάου σαν να με περίμενε όλη μέρα και με πλησίασε με τη λυγισμένη ουρά της σηκωμένη ψηλά. Ήταν ο Νομπόρου Γουατάγια, χαμένος για περισσότερο από ένα χρόνο. Άφησα κάτω τη σακούλα με τα ψώνια και τον πήρα στην αγκαλιά μου.»

«Κουρδιστό πουλί», Χαρούκι Μουρακάμι (αρκετά ελπιδοφόρο πιστεύω)

Polyxeni Bookdust

***

«Να λοιπόν που όσα υπολείμματα της πρώτης λάμψης είχαν σωθεί προσαρμοζόμενα σε πιο σκοτεινές ανάγκες, τώρα γίνονταν αντικείμενο νέων μετακινήσεων, τα φύλαγαν σε γυάλινες βιτρίνες, τα έκλειναν σε προθήκες, τα απόθεταν πάνω σε βελούδινα μαξιλάρια, και όχι πλέον επειδή μπορούσαν να φανούν ακόμα χρήσιμα αλλά γιατί μέσω αυτών ήθελαν να ανασυνθέσουν μια πόλη για την οποία κανείς πια δεν ήξερε τίποτα.»

σ. 135, Οι πόλεις και το όνομα. 4. από το ΑΟΡΑΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ του ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ, τελείως τυχαία.

Μαρία Τριανταφυλλίδου