ΜΕ ΠΟΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ; (Ε)

156293_563533036993726_1801588935_n

Το θέμα μοιάζει ευχάριστο, ανώδυνο, ένα πρόβλημα πολυτελείας, μέσα στις τεράστιες δυσκολίες και τα επείγοντα ζητήματα των καιρών. Ωστόσο δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως η συζήτηση για τα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε τα βιβλία είναι εύκολη και ευχάριστη.

Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, μεγάλο ενδιαφέρον. Πρόκειται για τη «Βιβλιοθήκη του Χίτλερ» το οποίο δεν πέρασε απαρατήρητο χωρίς όμως να σημειώσει μεγάλη επιτυχία. Ο Τίμοθυ Ρίμπακ, ο συγγραφέας του, ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου για την Ιστορική Δικαιοσύνη, ξεκινάει την αφήγησή του παρουσιάζοντας τον Χίτλερ, δεκανέα τότε του 16ου Βαυαρικού Συντάγματος Εφέδρων Πεζικού, να αφήνει το κατάλυμά του στη μεθόριο της Φουρν, μια μουντή Δευτέρα κατά τα τέλη του Νοεμβρίου του 1915 και να κατεβαίνει στην πόλη, μέσα στη βροχή, για να αγοράσει ένα βιβλίο. Ήταν μια αρχιτεκτονική ιστορία του Βερολίνου, από τον κριτικό τέχνης Μαξ Όσμπορν. Κόστιζε 4 μάρκα, αναφέρει ο Τίμοθυ Ρίμπακ διερωτώμενος το γιατί προτίμησε να δαπανήσει τα χρήματα αυτά για τον οδηγό και όχι «σε τσιγάρα, σναπς ή και γυναίκες που θα ήταν μια περισσότερο χειροπιαστή αναψυχή». Επιχειρώντας μάλιστα μια εκτίμηση, ο Ρίμπακ, γράφει πως πίσω από αυτή την επιλογή θα μπορούσε κανείς να δει την επίμονη φιλοδοξία του ανθρώπου, που αργότερα αιματοκύλησε την Ευρώπη, για καλλιτεχνική σταδιοδρομία την οποία είχε συνειδητοποιήσει πως δεν μπορούσε τελικά να έχει.

6a00d834515db069e200e550215db38833-640wi

Ο Χίτλερ, όπως είναι γνωστό, διάβαζε μέχρι το τέλος της ζωής του και υπήρξε ιδιοκτήτης μιας μεγάλης βιβλιοθήκης η οποία δεν περιείχε μόνο ρυπαρά ρατσιστικά παραληρήματα. Είχε και βιβλία που θεωρούνται σταθμοί στα ευρωπαϊκά -και όχι μόνο- γράμματα, σταθμοί της σκέψης. Γιατί διάλεξε όλα αυτά τα βιβλία; Με ποια κριτήρια τα επέλεξε; Και κυρίως τι κράτησε από όλα αυτά που βρήκε μέσα στα βιβλία που συγκέντρωσε πλάι του; Πώς τελικά τα βιβλία, στο πλαίσιο ενός πολιτισμού που τα έχει τοποθετήσει στο βάθρο, δεν τον έκαναν καλύτερο άνθρωπο, αν μπορώ να προχωρήσω σε μια τέτοια υπεραπλούστευση;

Η αναφορά μου όμως σε αυτό το πολύ χρήσιμο βιβλίο του Ρίμπακ γίνεται και για έναν ακόμη λόγο. Ο συγγραφέας επιχειρώντας να εκτιμήσει την προσωπικότητα του ηγέτη των Ναζί, μέσω των βιβλίων που διάβασε και εκείνων που δεν διάβασε, αντιπαραθέτει τη βασανισμένη φιγούρα του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ο Μπένγιαμιν πίστευε ότι τα «βιβλία που κρατάμε και τα βιβλία που πετάμε, αυτά που αποφασίζουμε να διαβάσουμε και αυτά που τελικά δεν διαβάζουμε, λένε κάτι γι αυτό που είμαστε». Στα βιβλία βρίσκονται τα γούστα, τα ενδιαφέροντα και οι συνήθειες του ιδιοκτήτη τους. Και κάτι παραπάνω από αυτό. Τρέφοντας ο Μπένγιαμιν μια απεριόριστη εκτίμηση στο γραπτό λόγο και κυρίως στην έντυπη μορφή του θεωρούσε πως μπορούν να φωτίσουν σε προσωπικό επίπεδο τον κόσμο μας και επιπλέον να κάνουν την πολιτιστική σύνδεση μιας γενιάς με την επόμενη.

Benjamin11
Μπορεί μια τέτοια θέση να αναγνωρίζει μια σχεδόν υπερβατική δύναμη στον πολιτισμό και την κουλτούρα ωστόσο εφαρμόζοντάς τη στο θέμα που με απασχολεί θα έλεγα πως πράγματι αναδεικνύει δυο πόλους στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται τα κριτήρια μας, όταν επιλέγουμε τα βιβλία που θα διαβάσουμε και τα βιβλία που επιλέγουμε να μην διαβάσουμε, και κατά την άποψή μου αυτά πάνε μαζί.

Ας ξεκινήσω από το δεύτερο πόλο. Ο αναγνώστης κυκλοφορεί μέσα σε ένα συγκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον που έχει ιστορία, ανησυχίες, αναζητήσεις, πειραματισμούς και φυσικά αγωνίες. Στο περιβάλλον αυτό αναφέρονται βιβλία, έργα δηλαδή της ανθρώπινης δημιουργικότητας τα οποία τελικά αναγνωρίζονται ως σπουδαία και θέλει κάποιος να τα έχει στις πνευματικές αποσκευές του. Θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια πόσο πολύ είχε ενοχλήσει η φράση μιας κυρίας που έγραψε ένα μπεστ σελερ της σειράς και δεν κατάφερε να επαναλάβει την επιτυχία της: «Έχω διαβάσει Κάφκα, αλλά δεν μου αρέσει». «Πώς μπορεί να μην της αρέσει ο Κάφκα» είναι το εύλογο ερώτημα που προκύπτει ή ακόμη χειρότερα «Ποια είναι αυτή που θα μας πει ότι δεν της αρέσει ο Κάφκα;» Μπορεί κανείς να κατανοήσει μια τέτοια αντίδραση σε μια δήλωση που θεωρήθηκε προκλητική, ακόμη και από εκείνους που ποτέ δεν ακούμπησαν ένα από τα βιβλία του Κάφκα. Για το θέμα που με απασχολεί όμως, νομίζω πως παρουσιάσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον το ερώτημα: «Τι κάνει τον Κάφκα σπουδαίο;» ή ακόμη χειρότερα «Πώς μπορεί να ξέρει κάποιος που δεν διάβασε ποτέ Κάφκα ότι είναι σπουδαίος»;

Ζούμε όμως στο πλαίσιο ενός πολιτισμού που έχει αναγνωρίσει την αυθεντία του Κάφκα στην οποία για να επιτεθεί κάποιος πρέπει να έχει πολύ βαριές αποσκευές οι οποίες να τεκμηριώνουν, έστω αφήνοντας πολλά περιθώρια για αντιρρήσεις, ότι ο Κάφκα δεν αξίζει να διαβαστεί.

Ο δεύτερος πόλος που αναδεικνύει η θέση του Μπένγιαμιν είναι εκείνη της προσωπικής επιλογής των βιβλίων είτε ως διεξόδου από την προσωπική αγωνία είτε ως επιβεβαίωσης. Σπάνια το ομολογούμε δημόσια όμως θέλουμε τα βιβλία που διαβάζουμε να είναι κοντά σε αυτά που σκεφτόμαστε. Είναι λυτρωτικό και ανακουφιστικό. Ακόμη και αν διαβάσουμε βιβλία που μας φέρνουν τα πάνω-κάτω είναι γιατί εμείς ήμασταν έτοιμοι να κάνουμε «θερινό» το διανοητικό μας σπίτι. Διαφορετικά δεν θα τα διαβάζαμε καθόλου και αν τα επιλέγαμε θα τα αφήναμε να μας κοιτούν από τις βιβλιοθήκες μας.

Γράφοντας πολλά χρόνια τώρα για βιβλία που έγραψαν άλλοι βρίσκομαι πάντα σε δύσκολη θέση όταν με ρωτάνε «Τι μου προτείνεις για το καλοκαίρι, τα Χριστούγεννα ή το Σαββατοκύριακο;». Από τη μια έχω την ασφάλεια των κοινά αποδεκτών επιλογών όπως τα προσδιορίζει ο πρώτος πόλος, χωρίς βέβαια να μπορώ να ορκιστώ ότι θα απολαύσει εκείνος που με ρωτά π.χ τον Κάφκα. Όμως αν δεν τον απολαύσει αυτό δεν είναι σαφώς ένα δικό μου πρόβλημα. Η πραγματική δυσκολία προκύπτει όταν πρέπει να μπω στη θέση του ατόμου που ρωτά καθώς, όπως μας δίδαξε ο Μπένγιαμιν, «τα βιβλία που διαβάζουμε λένε κάτι γι αυτό που είμαστε». Τότε πραγματικά μπαίνω σε αχαρτογράφητη περιοχή. Δεν θυμάμαι να άκουσα πολλές φορές τη φράση «ξετρελάθηκα με το βιβλίο που μου πρότεινες» και πολύ σωστά καθώς στην ουσία δεν το είχα προτείνει παρά στον εαυτό μου.

Το ζήτημα αυτό, δηλαδή «τι βιβλίο θα διαβάσουμε;» γίνεται, υποθέτω, σωστός μπελάς, στο πλαίσιο λειτουργίας μιας λέσχης βιβλίου. Πολλές φορές πέρασε από το μυαλό μου να φτιάξω μία λέσχη ή να ενταχθώ σε μια ήδη υπάρχουσα και η σκέψη αυτή ήταν η μοναδική που με σταματούσε: Και να χρειαστεί να διαβάσω ένα βιβλίο που δεν θέλω καν να δω μπροστά μου; Θα μου πείτε ίσως πως αξίζει να το κάνω για την επικοινωνία με τα υπόλοιπα μέλη της λέσχης μετά την ανάγνωση και πράγματι είναι σοβαρό επιχείρημα. Ωστόσο από το να συζητώ για βιβλία μού αρέσει περισσότερα το να τα διαβάζω και να επικοινωνώ με τους άλλους με διαφορετικό τρόπο.

Σήμερα, παρά την αθλιότητα των τίτλων που κυκλοφορούν θεωρείται σημαντικό το να διαβάζει κανείς βιβλία. Στην πρόσφατη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου το κεντρικό σύνθημα ήταν το εξής: «Μπορούν τα βιβλία να αλλάξουν τον κόσμο; Μπορούν να αλλάξουν εμάς που μπορούμε να τον αλλάξουμε».

Με τα παραπάνω επιχείρησα να πω ότι η μοναχική πράξη της ανάγνωσης δεν έχει- κατά τη γνώμη μου- αυτήν την παρεμβατική ή ακόμη περισσότερο ανατρεπτική λειτουργία. Πριν από μερικά χρόνια, το BBC ή κάποια αγγλική εφημερίδα, κατάρτισε μια λίστα στην οποία αποδεικνύονταν ότι τα βιβλία που τελικά με διάφορους τρόπους επηρέασαν καθοριστικά την πορεία του κόσμου δεν ανήκουν στα πολυδιαβασμένα. Στην λίστα μπορεί κανείς να βρει έργα όπως το «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Την πρώτη θέση όμως κατέλαβε το έργο του Νεύτωνα «Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας» που δεν διαβάστηκε παρά από ελάχιστους.

Θα αδικούσαμε όμως τα βιβλία και τους ανθρώπους που τα έγραψαν αν δεν αναγνωρίζαμε ότι πράγματι έχουν το δικό τους μερίδιο στις αλλαγές επηρεάζοντας ποικιλότροπα την πορεία του κόσμου.

Είναι και αυτή μια από τις αιτίες που αντιμετωπίζουμε μέχρι σήμερα τα βιβλία με κάποιο δέος. Γι αυτό και υπήρξαν βιβλία που ενόχλησαν, λογοκρίθηκαν, κάηκαν, καταστράφηκαν και οι συγγραφείς τους διώχθηκαν και θανατώθηκαν.

umberto eco.jpg
Σε μια εκπληκτική συνομιλία του Ουμπέρτο Εκο με τον Ζαν Κλωντ Καριέρ, την οποία συντόνισε ο Ζαν Φιλίπ ντε Τονάκ, με θέμα τη μετάβαση από το έντυπο στο ηλεκτρονικό βιβλίο, η οποία κυκλοφόρησε με τίτλο «Μην ελπίζετε να απαλλαγείτε από τα βιβλία», διατυπώθηκε η άποψη πως «το βιβλίο το οποίο θεωρείται κάτι σαν αξεπέραστη τελειότητα στο χώρο του φαντασιακού ίσως να μην εκπροσωπεί τις γνώσεις και τα όνειρα των ανθρώπων από τότε που έμαθαν να γράφουν αλλά ό,τι επέζησε από αυτό καθώς πέρασαν από πάνω τους λογοκρισίες, άγνοια, δογματισμοί, πράξεις αμέλειας που πολλά από αυτά τα οδήγησαν στον αφανισμό».

Πράγματι, σήμερα δεν είμαστε σίγουροι πως τα βιβλία που έφτασαν στα χέρια μας είναι το άνθος της ανθρώπινης εμπειρίας, επινοητικότητας και δημιουργικότητας. Δεν αποκλείεται να έφτασε ό,τι απέμεινε από αυτά με αποτέλεσμα τα βιβλία που έχουμε να υπερασπίζονται ό,τι η λήθη απείλησε να αφανίσει. Είναι ένας από τους λόγους που τα κάνει πολύ σημαντικά. Σύμφωνα με τους χαρισματικούς κυρίους Έκο και Καριέρ ό,τι φτάνει στα χέρια μας έχει υποστεί μια μακρά διαδικασία επιλογής και φιλτραρίσματος. Νομίζω πως το μόνο που έχουμε να φροντίσουμε είναι τελικά αυτά τα φίλτρα. Καλό μας διάβασμα!

Εύη Καρκίτη