ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΟΥΤΕΜΒΕΡΓΙΟ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

 OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Δευτέρα. Μαζί έφτασαν σήμερα τα «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη (εκδ. Μεταίχμιο) και «Η πιο κρυφή πληγή» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου (εκδ. Ίκαρος). Τα βρήκα το μεσημέρι στην εξώπορτά μου σε δυο μουσκεμένους από τη βροχή φακέλους – το εξώφυλλο τους ενός είχε κι αυτό βραχεί στη μία άκρη. Και τα δύο βιβλία αναφέρονται στον Εμφύλιο. Την προηγούμενη εβδομάδα διάβαζα το «Χορεύουν οι ελέφαντες» της Σοφίας Νικολαΐδου (εκδ. Μεταίχμιο), ένα ακόμη σύγχρονο μυθιστόρημα για την ίδια περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Είναι άραγε, μετά από εξήντα χρόνια, ο καιρός της ψύχραιμης ματιάς ή, αντιθέτως, σήμερα οι συνειδήσεις είναι πιο φορτισμένες απ’ ό,τι λίγα χρόνια πριν;

Αποφάσισα για πρακτικούς λόγους να πιάσω πρώτα τα «Ίχνη στο χιόνι». Του Ραπτόπουλου το βιβλίο είναι 560 σελίδες ενώ του Λίλλη 300 κι εγώ σήμερα θα πήγαινα με την κόρη μου στον ορθοδοντικό· όσο ελαφρύτερο το βιβλίο τόσο ευκολότερα διαβάζεται στον δρόμο – πόσο μάλλον όταν έχεις γερμένο πάνω σου ένα παιδί να κοιμάται ζαβλακωμένο από το ταρακούνημα του λεωφορείου.

«Οι γονείς του δεκάχρονου Περικλή Αδάμου δολοφονήθηκαν στις 2 Μαρτίου του 1948. Το αγόρι δεν θα ξεχνούσε ποτέ εκείνη τη μέρα. Ούτε την παραμικρή της λεπτομέρεια.» Είναι οι αρχικές φράσεις του βιβλίου. Διάβασα γρήγορα τις πρώτες σελίδες, η αφήγηση είναι τέτοια που ευνοεί την ταχεία ανάγνωση· μα λίγες στάσεις παρακάτω το έπιασα πάλι από την αρχή, γιατί συνειδητοποίησα πόσες λεπτομέρειες δεν χάρηκα στο μυαλό μου, καθώς η ιστορία με παρέσυρε: τη μητέρα που παρατηρεί τα χνότα της μες στο παγωμένο ξημέρωμα, το χαρούμενο γρύλισμα των σκυλιών, τα σύννεφα που στεφάνωναν το βουνό, το μονότονο χτύπημα του ράμφους ενός δρυοκολάπτη, τη σκιά του ψηλού πατέρα που πλάκωνε το παιδί σαν μαύρο σύννεφο. Ο Γιώργος Λίλλης έχει πίσω του τέσσερις ποιητικές συλλογές. Σε αυτές τις λεπτομέρειες, που δεν διασπούν καθόλου τον γοργό και στρωτό ρυθμό της αφήγησης, φανερώνεται ίσως η ματιά του ποιητή. 

Τρίτη. Σπανίως επιτρέπω στην ψυχαναγκαστική μου φύση να παίρνει το πάνω χέρι, όταν το ζήτημα αφορά την ανάγνωση βιβλίων. Αν κάποιο καινούριο ερέθισμα με οδηγήσει σε κάποιο ανάγνωσμα, δεν διστάζω καθόλου να ξεκινήσω ένα ακόμη βιβλίο κι ας έχω ήδη στη μέση δυο-τρία άλλα. Έτσι βρίσκομαι συχνά στην (όχι και τόσο δυσάρεστη) θέση να διαβάζω περισσότερα από ένα βιβλία συγχρόνως. Σήμερα, ας πούμε: το πρωί βρήκα μια ευκαιρία και διάβασα λίγες σελίδες από τα «Ίχνη στο χιόνι», αλλά το απόγευμα έπεσα πάνω σ’ ένα ενδιαφέρον άρθρο του Nicholas Carr για τα έντυπα και τα ψηφιακά βιβλία και με πήγε αλλού. Τον αρθρογράφο τον ήξερα από ένα παλαιότερο απαισιόδοξο βιβλίο του στο οποίο ανέλυε την επίδραση του Ίντερνετ στο μυαλό μας. Μια επίδραση απολύτως καταστροφική, κατά τον συγγραφέα, αφού οι δεκάδες περισπασμοί αφαιρούν από τον σύγχρονο αναγνώστη οποιαδήποτε ικανότητα συγκέντρωσης, εμβάθυνσης και ανάλυσης έχει.

Στο άρθρο που διάβασα σήμερα, «Don’t Burn Your Books—Print Is Here to Stay», υποστηρίζει ότι το τέλος του έντυπου βιβλίου δεν είναι τόσο κοντά ούτε τόσο βέβαιο όσο πιστεύουν κάποιοι. Σύγχρονες έρευνες δείχνουν μια υποχώρηση στις πωλήσεις των ψηφιακών βιβλίων και μια μικρή αύξηση στις πωλήσεις των τυπωμένων. Το ενδιαφέρον στοιχείο του άρθρου ωστόσο δεν είναι οι αριθμοί, που επιδέχονται εξάλλου ποικίλες ερμηνείες, αλλά η υπόθεση του Nicholas Carr ότι τα ebook δεν είναι παρά μια άλλη μορφή βιβλίου (τα βιβλία τσέπης της εποχής μας) και δεν πρόκειται να ωθήσουν το έντυπο βιβλίο στην εξαφάνιση. Πιθανώς να επικρατήσουν στην κατηγορία των βιβλίων μυθοπλασίας, αλλά τα επιστημονικά, τα στοχαστικά, τα δοκιμιακά κείμενα θα συνεχίζουν να διαβάζονται, όπως τα διαβάζουμε ως σήμερα, με το στυλό στο χέρι.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά έπιασα απόψε να διαβάσω τις «Ελεγείες του Γουτεμβέργιου» του Σβεν Μπίρκερτς, για τη μοίρα της ανάγνωσης στην ηλεκτρονική εποχή (μτφ. Λίλυ Εξαρχοπούλου, εκδ. Καστανιώτη). Με είκοσι χρόνια καθυστέρηση και με την ελπίδα πως ένας καλός συντηρητικός συγγραφέας δεν ξεπερνιέται ποτέ εντελώς. 

Τετάρτη. Συνεχίζω σήμερα τα «Ίχνη στο χιόνι». Εξήντα χρόνια μετά τη δολοφονία των γονιών του κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, ο γέρος πια Περικλής Αδάμος ταξιδεύει στον τόπο του εγκλήματος και εξιστορεί τα γεγονότα εκείνου του καιρού σ’ έναν νεαρό ερευνητή. Αυτή είναι η υπόθεση του βιβλίου, η οποία μοιράζεται στα δύο, ένα κεφάλαιο στο παρελθόν, στα βουνά με τους αντάρτες και στη Μακρόνησο κατόπιν με τους εξόριστους, και ένα στο παρόν, όπου οι δύο συνομιλητές σχολιάζουν ο καθένας με τον τρόπο του την ελληνική περιπέτεια του εμφυλίου. 

Πέμπτη. «Ύστερα από μια στροφή βρεθήκαμε στο ποτάμι. Ο δρόμος σταματούσε απότομα στις όχθες. Απέναντι διακρίναμε την παλιά νεροτριβή χωμένη κάτω από τα πλατάνια και τις βελανιδιές. Το νερό κυλούσε ορμητικό και χανόταν στη χαράδρα δεξιά.

   Κατεβήκαμε στην κοίτη. Έβγαλε τα παπούτσια του και μπήκε στο νερό ως τους αστραγάλους.

«Έλα» με πρόσταξε «είναι υπέροχο το ποδόλουτρο στα νερά, ύστερα από ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Θα νιώσεις άλλος άνθρωπος».

Πλησίασα λοιπόν, έβγαλα κι εγώ τα αθλητικά μου παπούτσια και τις κάλτσες και μπήκα στο νερό. Το ένιωσα κρυστάλλινο. Ο γέροντας είχε δίκιο. Τα πόδια σου ξυλιάζουν και συνέρχεσαι απότομα από τον λήθαργο της ζεστής μέρας, μέχρι που συνηθίζεις και ύστερα γαληνεύεις.

«Είδες που σου έλεγα;»

Ένιωσα ξαφνικά ανώριμος μπροστά στην ατόφια αλήθεια των μικρών πραγμάτων.» (Γιώργος Λίλλης, Ίχνη στο χιόνι, σελ. 173)

«Νομίζω, κύριε, ότι θα νιώσετε καλύτερα» αποτόλμησε «αν κάνετε όπως εγώ· να κατεβείτε στο νερό και να βρέξετε τα πόδια σας λιγάκι. Το δροσερό νεράκι θα σας αναζωογονήσει όσο δεν φαντάζεστε.»

  Σαν υπάκουο νήπιο, ο Πρίαμος σήκωσε το ένα πόδι μετά το άλλο, ώσπου τα πόδια του έμειναν γυμνά και τα σανδάλια του ακουμπισμένα δίπλα δίπλα στο χείλος της αμμουδιάς· στη συνέχεια, αφού έριξε μια ματιά προς τον αμαξά, ο οποίος τον παρότρυνε μ’ ένα καταφατικό νεύμα, έκανε τρία αβέβαια βήματα μέσα στο νερό. Όταν ένιωσε τη δροσιά που του είχε υποσχεθεί ο αμαξάς, χαμογέλασε, κοίταξε προς την όχθη όπου ήταν ακόμα σκυμμένος ο συνοδός του και ένευσε επιδοκιμαστικά.» (Ντέιβιντ Μαλούφ, Λύτρα, σελ. 128-129, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πατάκη)

Αυτή, κι ας μη μοιάζει, είναι μία από τις μεγαλύτερες αναγνωστικές απολαύσεις, η συνειρμική ανάγνωση: όταν μπορείς να διακρίνεις κάποια από τα αόρατα νήματα που συνδέουν μεταξύ τους όλα τα βιβλία που υπάρχουν – αφού, σύμφωνα με μιαν άποψη, όλα τα βιβλία είναι γραμμένα από τον ίδιο συγγραφέα.

Παρασκευή. Το σημαντικότερο κατόρθωμα του Γιώργου Λίλλη σε αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα είναι, νομίζω η αλήθεια των μικρών πραγμάτων, η απεικόνιση της καθημερινής ζωής στην αγροτική Ελλάδα των μέσων του περασμένου αιώνα. Αυτό και ο ρεαλισμός με τον οποίο περιγράφει τη βία του εμφυλίου, χωρίς περιττά σχόλια και χωρίς υπερβολική επιμονή. Το αδύνατο σημείο του είναι χωρίς αμφιβολία οι διάλογοι του νεαρού ερευνητή με τον γέρο Περικλή Αδάμο, διάλογοι γεμάτοι από ιστορική αφέλεια και ξερή εγκυκλοπαιδική γνώση. Πιθανώς, βέβαια, ο συγγραφέας να ήθελε αυτό ακριβώς να αποδώσει: την αδυναμία του σημερινού ανθρώπου να καταλήξει σε κάποιο ζωτικό ιστορικό συμπέρασμα. Όπως και να ’χει, τα κομμάτια αυτά του βιβλίου αδυνατίζουν ένα σε γενικές γραμμές καλοστημένο μυθιστόρημα και καταδεικνύουν, παράλληλα, μία ακόμη αδυναμία του εκδοτικού μας χώρου: την απουσία ενός επιμελητή που θα έχει την τόλμη (και τη συγκατάθεση του συγγραφέα, εννοείται) να επέμβει στο κείμενο σε όποιον βαθμό  χρειάζεται κάθε φορά.             

Σάββατο. Δεν είχα άδικο για τον Σβεν Μπίρκερτς και τις «Ελεγείες του Γουτεμβέργιου», που από τις προάλλες διαβάζω παράλληλα με το μυθιστόρημα του Λίλλη. Μπορεί ο συγγραφέας να γράφει για την τύχη της ανάγνωσης και του πολιτισμού μας στην εποχή των ηλεκτρονικών μέσων πριν από είκοσι χρόνια, πριν από τα κοινωνικά δίκτυα δηλαδή, πριν από τα ψηφιακά βιβλία, πριν από τη ραγδαία εξάπλωση των μπλογκ, πριν από τους ηλεκτρονικούς αναγνώστες, τις ταμπλέτες και τα έξυπνα κινητά, αλλά η σκέψη του δεν ακούγεται σε καμία περίπτωση παλαιολιθική ούτε (όλες) οι ανησυχίες του παράλογες.

Κεντρικό ερώτημα του Μπίρκερτς είναι το εξής: «Ποια είναι η θέση του διαβάσματος και της αναγνωστικής ευαισθησίας στο σύγχρονο πολιτισμό». Ο συγγραφέας θεωρεί την ανάγνωση (και τη λογοτεχνία) μια δραστηριότητα που οριοθετεί την αντίληψη για τον κόσμο που είχε η ανθρωπότητα ως πρόσφατα και, κατά συνέπεια, κάθε μεταβολή σε αυτή τη διαδικασία δεν αφήνει ανεπηρέαστη καμία έκφανση της ζωής. Οι αλλαγές λοιπόν που επιφέρει η εξάπλωση των ηλεκτρονικών μέσων είναι πολύ πιο βαθιές απ’ όσο έχουμε την τάση να πιστεύουμε: ο άνθρωπος χάνει – μας εξηγεί ο συγγραφέας – την αίσθηση του ιστορικού χρόνου, της συνέχειας, της διάρκειας, της σταθερότητας και μειώνεται επίσης η ικανότητά του για συγκέντρωση, προσήλωση και εμβάθυνση – το τέλος του πολιτισμού, όπως τον ξέρουμε, είναι κοντά.

Κυριακή. Έχουμε την τάση να χαμογελάμε συγκαταβατικά όταν ακούμε παρόμοιες προφητείες με αυτές του Μπίρκερτς και, τις περισσότερες φορές, έχουμε δίκιο να το κάνουμε. Όχι πάντα ωστόσο· καλό είναι να δίνουμε λίγη προσοχή στις προειδοποιήσεις ακόμη και των φανατικών, ιδίως όταν είναι καλοδιατυπωμένες. Η ανάγνωση πάντως των «Ελεγειών του Γουτεμβέργιου» είναι ωφέλιμη και απολαυστική για έναν επιπλέον λόγο. Για να τεκμηριώσει τη θέση του ο συγγραφέας γίνεται προσωπικός: ξεδιπλώνει τη δική του αναγνωστική ιστορία, αποκαλύπτει τις αναγνωστικές του συνήθειες και ιδιαιτερότητες, επιχειρηματολογεί για την απόλαυση της ανάγνωσης και μας κάνει να προσέξουμε και να εκτιμήσουμε λίγο περισσότερο την καθημερινή αυτή συνήθειά μας, γιατί «καθώς ο κόσμος τρέχει ολοταχώς προς το ανεξιχνίαστο μέλλον του, η παλιά πράξη της ράθυμης ανάγνωσης ενός σοβαρού βιβλίου αποβαίνει μια ελεγειακή άσκηση».

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος