ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΤΣΑΣ (1911-1969)

                                                                  1.

Ας διαβάσουμε το «Όναρ» του Αλέξανδρου Μάτσα, έχοντας αποκλείσει εκ των προτέρων την όποια κακοφωνία της εποχής μας: «Το ξανθό σου κεφάλι, καθώς η λήθη το / διαφύλαξε· καθώς το βλέπω τώρα / την νύκτα, στων ονείρων το βυθό. / Τα μάτια λέγουν όσα δεν είχε πει το στόμα, / λόγια λεπτά, και που μαραίνονται σαν κρίνοι / υπνόβιοι, μόλις στο φως εξέλθουν. / (Ούτω, γράμμα νεκρόν γίνεται σαν ξυπνήσεις / η γλώσσα των ονείρων· και λεξικά δεν έχει / μήτε μνημεία). / Το περιβάλλουν τα φυτά του ύπνου, και σκιές / αλλόφυλες, κι αρχιτεκτονική / που σε γεωμετρίες ξένες υπακούει. / Μακράν απ’  την αλλοίωση και τη φθορά / μες στες βαθιές μορφές και μες στ’ απλά νοήματα / άρχει στον έναστρο βυθό του ύπνου». Το μέταλλο των λέξεων, το οικείο υλικό, αυτά τα γνώριμα σκιρτήματα, αφού «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», όπως θα υποδείκνυε εν προκειμένω ο Γιώργος Σεφέρης, τα χρόνια που συμπυκνώνονται σε τύπους της καθαρεύουσας, σε μορφώματα των απέθαντων εν τέλει αρχαίων ελληνικών κι όλο εκείνο το καταπίστευμα σε περίληψη του Κάλλους σε τόσο λίγους στίχους: το ποίημα δείχνει εδώ τη μεγάλη κειμενική αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και ο Αλέξανδρος Μάτσας. Έμεινε στα ολίγα στη συνέχεια, διότι προφανώς δεν ήθελε να εκφυλίσει, να αδικήσει τα όσα του εμπιστεύτηκε η φύση της ποιήσεως. Γι’ αυτό και θα τιμάται πάντα στις συνειδήσεις όσων θέλουν να γνωρίζουν όλες τις πτυχές της γενιάς του ΄30. 

                                                                    2.

Όταν κυκλοφόρησαν τα Νηπενθή, το 1921, ο Αλέξανδρος Μάτσας ήταν δέκα ετών. Θα τα διάβασε ασφαλώς λίγα χρόνια μετά. Έγραφε άλλωστε ποιήματα από πολύ μικρός. Θεωρώ ότι και στους στίχους «Του ύπνου» η επίδραση του Κώστα Καρυωτάκη είναι έκδηλη. Ο αδελφός του θανάτου, ένας αντεραστής ανάμεσα στους άλλους, έχει ήδη πάρει με το μέρος του και τον πρωτάρη των στροφών, που πρόλαβε όμως να μεταφέρει μαζί του το κατάλληλο λεκτικό φορτίο για να τον αποδώσει αδρά. Εξ ου: «Αντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν /  ο ύπνος. Πήρε τα γλαυκά μάτια / και τα ‘κλεισε· πήρε το στόμα, / κι έσβησε το μειδίαμα και το φιλί. / Την ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά / της Λήθης, που παρέσυρε τ’ αγαπημένο σώμα / στον κόσμον των αστέρων και των σκιών. / Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη, / φωνές υπνόβιες τ’ αυτιά, και μες τες φλέβες / ακούω τη βαθιά βοή του ταξιδιού».

                                                                   3.

Η αποτίμηση ήταν θετική. Η κριτική έσπευδε, μεταξύ άλλων, να παραδεχθεί ότι μπορούσε να αρθρωθεί ποιητικός λόγος κάτω από τη μεγάλη σκιά του Ανδρέα Κάλβου ή και του Κ. Π. Καβάφη, χωρίς να παύει να παραμένει σε κάποιο έστω βαθμό προσωποπαγής ή τουλάχιστον θεματικά ενδιαφέρων. Εξ ου και η χαρακτηριστική απόφανση του διορατικού Κλέωνα Παράσχου, όπως κατατίθεται στο περιοδικό «Νέα Εστία» το 1953: «υπάρχει στους στίχους του κ. Μάτσα μια ευφροσύνη, μια γαλήνη, ένα φαιδρό διαυγές φως, που μόνο στους αρχαίους έλληνες λυρικούς και σε μερικούς άγγλους – τον Keats λ. χ. – ελληνοθρεμένους, τα συναντούμε και που φανερώνουν και πλούτο ψυχικό βέβαια, μα προπάντων την επιβολή και την κυριαρχία ενός πνεύματος ισόρροπου, πειθαρχημένου, φιλοσοφημένου επάνω στα άταχτα πάντα και ατίθασα κύματα της ψυχής». Ο Αλέξανδρος Μάτσας ήξερε πώς να υπερασπίζεται, χωρίς τυμπανοκρουσίες ή περιττά αυτοσχόλια επιπολαιότητας, από αυτά που εξακολουθεί να είναι γεμάτη δυστυχώς η αγορά μας, την «αφιλοκερδή φωνή της ψυχής του», για να φέρουμε τώρα κοντά μας και τον άλλο της γενιάς του, τον Οδυσσέα Ελύτη.

                                                                       4.

Άνθρωπος του κόσμου. Πρωτίστως. Και εξ επαγγέλματος και εξ ιδιοσυγκρασίας. Βίωσε την περιδιάβαση στον κόσμο στοχαστικά. Στα «Ταξίδια» του μάλιστα εμφιλοχωρεί η αγωνία του αποδήμου, το αδιέξοδο του μετανάστη, ο ένδον κλαυσίγελως του πολύπλαγκτου, ο οποίος έρχεται κάποια μοιραία στιγμή αντιμέτωπος με το φάσμα του Τίποτα, με το ακόντιο του Μηδενός. Τότε δηλαδή που το παιχνίδι της περιπλάνησης σοβαρεύει και γίνεται περιφορά περίσκεψης. Η στάση του ποιητή  είναι η στάση του ανθρώπου, που αντιμετωπίζει το θάνατο ως ένας φιλόσοφος της καρτερίας κι όχι ως ένας ενδεχόμενος ρίψασπις. Παραθέτω ολόκληρο το δίσημο ποίημα: «Η ξένη νύκτα πολιορκεί / το βαρύ κοιμισμένο σπίτι. / Κλειστά παράθυρα, πόρτες κλειστές,/ τοίχοι και στέγη, / τη μαύρη ξένη μην αφήστε / μέσα να μπει. / Μην την αφήστε, μάτια κλειστά / των κοιμωμένων. / Βαρύ καράβι ταξιδεύει / από μια μέρα στην άλλη μέρα / κι εντός του λέμβος η κάθε κλίνη / δίχως πηδάλιο, δίχως κουπιά. / Κλίνες, πού πάτε τα κουφάρια / των κοιμωμένων; / – Η κάθε λέμβος σ’ άλλα νερά / κι άλλες σκιές σε κάθε πλώρη, / νήθουν, ξενήθουν και κυβερνούν / πλόας ιδίους».

 

Γιώργος Βέης

Ιάβα, Οκτώβριος 2012

(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ, τεύχος 8, Δεκέμβριος 2012)