ΉΡΙΝΝΑ, ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ Ή ΠΑΡΑ ΤΟ ΕΑΡ

001

Ήριννα Ηλακάτη (σπαράγματα και επιγράμματα), εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Τασούλα Καραγεωργίου, εκδ. Γαβριηλίδης

Μπαίνω σ’ ένα βιβλιοπωλείο, διαλέγω ένα βιβλίο –κατά προτίμηση κάποιο ολιγοσέλιδο και που δεν το είχα στις λίστες μου για αγορά– και κάθομαι ύστερα σε μια καφετέρια. Παραγγέλνω καφέ ή μπύρα και διαβάζω το καινούριο μου απόκτημα από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι μία από τις μικρές αναγνωστικές μου απολαύσεις που, όταν έχω μια-δυο ώρες κενό, επιδιώκω να τις χαίρομαι. Μετά συνεχίζω τις δουλειές μου από κει που τις είχα αφήσει. Έτσι και σήμερα, ύστερα από ένα εξαντλητικό πρωινό δίωρο στην οικεία ΔΟΥ, κατευθύνθηκα στο πλησιέστερο βιβλιοπωλείο και σχεδόν αμέσως εντόπισα το βιβλίο που θα διάβαζα· ήταν η Ηλακάτη της αρχαίας ποιήτριας Ήριννας (εκδόσεις Γαβριηλίδης).

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που συγκέντρωνα, σε φωτοτυπίες κυρίως, ό,τι σχετικό με αυτή την ποιήτρια κατάφερνα να εντοπίσω. Και είχα περάσει ένα υπέροχο δίωρο εκείνο το καλοκαίρι, σε κάποια καφετέρια πάλι, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη όλο εκείνο το υλικό – «Πέρασα ένα μέρος του πρωινού μου / ανασυνθέτοντας το χαμένο έργο της Ήριννας», σημείωνα αργότερα στο τετραδιάκι μου ικανοποιημένος με τον εαυτό μου. Τη δουλειά αυτή την έκανε τώρα προσεκτικά και συστηματικά, υποδειγματικά, η ποιήτρια Τασούλα Καραγεωργίου, η οποία συγκέντρωσε, ταξινόμησε, μετέφρασε και σχολίασε τα σπαράγματα του ποιητικού έργου της Ήριννας και επιπλέον επτά επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία αφιερωμένα όλα στην αρχαία ποιήτρια.

Η Ήριννα, όπως γνωρίζουμε σήμερα πια, έζησε στην Τήλο τον 4ο π.Χ. αιώνα, δεκαεννέα όλα κι όλα χρόνια. Το έργο της ήταν μικρό, όπως και η ζωή της: αποτελούνταν από ένα ποίημα τριακοσίων στίχων, την Ηλακάτη, και κάποια επιγράμματα. Σήμερα δεν σώζονται παρά μια πενηνταριά στίχοι, αρκετοί απ’ τους οποίους είναι μάλιστα θρυμματισμένοι. Και τόσοι όμως είναι αρκετοί για να φανερωθεί στον αναγνώστη μια χαμηλόφωνη και ταπεινή ποίηση, ελεγειακή όχι στη μορφή αλλά στο περιεχόμενό της, θερμή και τρυφερή, που αντιμέτωπη με το οριακό γεγονός του θανάτου στρέφεται στην οικεία καθημερινότητα και ανακαλεί τις μικρές χαρές της ζωής προσφέροντας την παρηγοριά που μόνο η τέχνη μπορεί να χαρίσει στον άνθρωπο.

Η Ήριννα είχε μια παιδική φίλη, τη Βαυκίδα, η οποία παντρεύτηκε (και έφυγε ενδεχομένως από την Τήλο), για να πεθάνει λίγο αργότερα νεότατη, όπως και η ίδια η ποιήτρια μετά από λίγο καιρό. Στην Ηλακάτη (πρόκειται για τη ρόκα στην οποία τύλιγαν το νήμα οι γυναίκες πριν ξεκινήσουν το γνέψιμο στον αργαλειό) η Ήριννα αναθυμάται και περιγράφει με πόνο και νοσταλγία, με θλίψη και τρυφερότητα, τα παιδικά παιχνίδια των δύο κοριτσιών, «γιατί μες στην καρδιά τα χνάρια τους ζεστά / βρίσκονται ακόμα», τις δουλειές που οι μητέρες αναθέτανε στις μικρές φίλες να κάνουν, τη Μορμώ, το φόβητρο κάθε παιδιού της εποχής εκείνης. Κι ύστερα τη θλίψη της για την απομάκρυνση της Βαυκίδας από τη φιλενάδα της, τότε που παντρεύτηκε και «σε κλίνη ανδρός βρέθηκε», και τον άφατο πόνο της όταν αναγκάστηκε να παρευρεθεί στην κηδεία της.

Οι στίχοι της Ηλακάτης που σώζονται μαζί με τα τρία επιγράμματα της Ήριννας που γνωρίζουμε, αν τους βάλουμε τον ένα κάτω από τον άλλο, δεν φτάνουν για να γεμίσουν δυο σελίδες ενός βιβλίου. Κι όμως με αυτούς τους ελάχιστους στίχους η Ήριννα κατορθώνει να ζωντανέψει έναν ολόκληρο χώρο, πραγματικό και ποιητικό ταυτόχρονα: τη ζωή στη μικρή και απομονωμένη Τήλο κατά την ύστερη αρχαιότητα, την καθημερινότητα των κοριτσιών, τα παιχνίδια τους, την αγάπη που τα συνδέει, το πέρασμα του χρόνου που τα αλλάζει. Κι όλα αυτά μ’ έναν τρόπο που κάποιες στιγμές φέρνει στον νου του αναγνώστη, παραδόξως, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – πιθανότατα επειδή οι συνθήκες ζωής δεν διέφεραν στην πραγματικότητα πολύ ανάμεσα στην Τήλο του 4ου αιώνα π.Χ. και στη Σκιάθο του 19ου, αλλά επίσης γιατί αυτό που κυριαρχεί και στους δύο συγγραφείς, την αρχαία ποιήτρια και τον σύγχρονο πεζογράφο, είναι η αγάπη και η νοσταλγία με την οποία αντικρίζουν και μεταμορφώνουν ό,τι περιγράφουν, τα μικρά πράγματα κυρίως με την ανεξάλειπτη λάμψη.              

Η Τασούλα Καραγεωργίου συνέθεσε και μετέφρασε υποδειγματικά το υλικό που συγκέντρωσε. Εξάλλου η Ήριννα είναι παλιά της γνώριμη: οι δρόμοι των δύο ποιητριών είχαν σμίξει πρώτη φορά στην ποιητική συλλογή της Καραγεωργίου «Το μετρό» (2004). Αντιγράφω το ποίημα:

 

Η Ήριννα στο αεροδρόμιο

στην Κική Δημουλά

 

Χάθηκε ξαφνικά η ποιήτρια·

κανείς δεν ξέρει

πού ήταν το πρωί και πού το μεσημέρι·

όσο για το ηλιοβασίλεμα, ήλιος δεν ανατέλλει.

 

Να φταίει που δεν είχε κινητό

ή μήπως που εγκατέλειψε πρώτη φορά την Τήλο;

 

Να φταίει που βουλιάξαν τα νησιά

κι έχουν χωθεί για πάντα μες στη θάλασσα;

 

– κάπου θα τη στριμώξουν,

δεν μπορεί,

θα έχει κάποιον κωδικό,

μια κάρτα για αυτόματη ανάληψη χρημάτων.

 

Εντόπισαν μονάχα τη βαλίτσα της

όταν ουρλιάξαν οι συναγερμοί

ελέγχου των επιβατών και των αποσκευών τους

και στη οθόνη φάνηκαν

κάτι χορδές σπασμένες

κι ένας φθαρμένος πάπυρος

με μυστικές γραφές

– μιλούσε μάλλον για φωτιές που αφάνισαν τα πεύκα

 

(είμαι βαλίτσα ξεχασμένη στον σταθμό

κι ας έχω πορφυρή κορδέλα στο χερούλι)

 

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 002