ΤΡΙΑ ΑΠΡΟΣΕΚΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, ΔΙΗΓΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ (ΤΕΛΧΙΝΕΣ ΣΗΤΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ)

Ένας βιβλιοφάγος, ένας κυριολεκτικά βιβλιοφάγος, πιάνεται επ’ αυτοφώρω, διαπομπεύεται, συλλαμβάνεται και εγκλείεται σε ίδρυμα. Αυτή είναι η υπόθεση της δεύτερης ιστορίας του βιβλίου του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, «Τρία απρόσεκτα διηγήματα» (Άγρα, 2012).

Δε με απασχολεί ποια είναι η λειτουργία αυτού του δεύτερου «απρόσεκτου διηγήματος» στο όλον. Ο ιστός που συνέχει και τα τρία διηγήματα του βιβλίου˙ το λάθος, η απροσεξία. Και ιδέα δεν έχω αν ο Γιατρομανωλάκης είχε σκοπό να πει κάτι τέτοιο, αν το πήγαινε προς τα εκεί που κινήθηκε η δική μου σκέψη. Αν, ακόμα, εκκινεί από αυτοβιογραφική αφετηρία ή όχι. Δε με ενδιαφέρει να τον ψυχαναλύσω, ούτε θα μπορούσα, και να το ήθελα. Κι από την άλλη πάλι δεν ξέρω, αν και ακούγεται ενδιαφέρον, κατά πόσο παρωδεί έτσι, με τρυφερότητα έστω, τον Μπόρχες και τις βιβλιοφιλικές ιστορίες εν γένει, όπως ειπώθηκε. Κείνο που με νοιάζει πάντοτε είναι πώς εγώ κατάπια το κείμενο και το χώνεψα. Πού και πώς το τοποθέτησα εντός μου ή πού και πώς τοποθέτησα εμένα σ’ αυτό.  Το κείμενο, ως γνωστόν, έχει τη δική του ζωή άπαξ και φύγει από τα χέρια του συγγραφέα.

«Έστω ότι» λοιπόν.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης

Το διήγημα είναι γραμμένο σε γλώσσα τέτοια που να υποβάλλει ένα κλίμα άκρως ενοχικό. Και η παρεμβολή εκκλησιαστικών χωρίων συνεπικουρεί σ’ αυτό. Ο αυτοοικτιρμός όμως του ταλαιπωρημένου βιβλιομανούς, αν και διάχυτος σε ολόκληρο το διήγημα, μάλλον ηττάται –αν και όχι κατά κράτος- από τη ζωώδη απελευθέρωση και την έκσταση που περιγράφεται ρητά πια στο κείμενο όταν αυτός έρχεται σε επαφή με το αντικείμενο του πόθου του, τα βιβλία. Δεν είναι εύκολο, θαρρώ, να συναισθανθεί κανείς τη δεινή κατάσταση του ήρωα. Δεν είναι εύκολο, «δι’ ελέους και φόβου» να φτάσει στην κάθαρση. Αλλά ούτε και να τον χλευάσει ή έστω να γελάσει αυθόρμητα μαζί του. Οι εξομολογήσεις του ήρωα, οι περιγραφές και τα αναγνώσματά του, παρασέρνουν τον αναγνώστη στον κόσμο των αισθήσεων, όπως τον ανακάλυψε –ανακάλυπτε μάλλον- όταν ήταν μικρός˙ κρυφά, κλεφτά, αποσπασματικά, σπασμωδικά, ενοχικά, εμπύρετα, διογκωμένα.

Όσο για τα κορίτσια, τις κοπέλες, τις γυναίκες των σπουδαστηρίων, η ερωτική τους σύνδεση με τα βιβλία δεν είναι τόσο υπερβολική για να την κοροϊδέψει κανείς. Είναι όμως τόσο υπερβολική ώστε να νιώσει να ερυθριά κάπως συνειδητοποιώντας ότι κι εκείνος έχει κάνει έρωτα με βιβλία. Και μέσα από βιβλία. Όχι αόριστα, όχι μόνο τουλάχιστον. Συχνά και συγκεκριμένα, πολύ συγκεκριμένα. Και είναι σαφές: Όλα αυτά, ακόμα κι αν δεχτώ πως παρωδούν άλλα βιβλιοφιλικά κείμενα, και πάλι σε βιβλιολάγνους απευθύνονται. Σ’ αυτούς που νιώθουν τι θα πει να μυρίζεις όχι τα βιβλία στην αγαπημένη σου, μα την αγαπημένη σου στα βιβλία. Κι έτσι οι μυρωδιές τους να γίνονται ένα, αξεχώριστες, ώστε ποτέ να μην μπορείς να ολοκληρώσεις το βιβλίο που διάβαζες όταν εκείνη σε άφησε ας πούμε. Και η χρήση των οσμών στο κείμενο είναι αυτό που το εξύψωσε αδιαμφισβήτητα στα μάτια μου. Γιατί απ’ όλες τις αισθήσεις αυτή πραγματικά δεν μπορεί να λείπει από τον έρωτα, η όσφρηση. Κι ίσως γι’ αυτό οι συγγραφείς, αν και γράφουν πια συνήθως μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή τους, πασχίζουν ακόμη να δουν το έργο τους τυπωμένο στο χαρτί, βιβλιοδετημένο. Είναι που έτσι… μυρίζει.

Δεν μπορώ να θυμηθώ στο κλίμα ποιου κλασικού συγγραφέως κινείται το διήγημα. Δεν υπήρξα ίσως ποτέ επαρκής αναγνώστης. Μπορεί όμως ιδανικός, μιας και αυτό δεν μπορεί να οριστεί, παρά μόνο θολά, καταχρηστικά, αυθαίρετα, φαντασιακά, λογοτεχνικά και πάντοτε, μα πάντοτε, αυτοαναφορικά. Σίγουρα όμως θα ενέτασσα το έργο στον κύκλο των χαρακτηριστικών ελληνικών, καλών αφηγήσεων. Εκείνων που συνεχίζουν μια παράδοση. Εκείνων που δε σου γνωρίζουν μια ξένη γλώσσα, μα σου μιλούν απταίστως και αποκαλυπτικά στη δική σου.

Ο παρθένος αναγνώστης, που ίσως δε γνωρίζει τη γραφή του Γιατρομανωλάκη ή δεν έχει επαφή με κριτικές, επιλέγει τα «απρόσεκτα διηγήματα» αρχικά από το εξώφυλλό τους (ο ιδανικός αναγνώστης άλλωστε λογαριάζει το εξώφυλλο [ως μέρος της δημιουργίας;] κατά τον Μανγκέλ), για την περιποιημένη τους έκδοση, μιας και είναι Άγρα. Και από όσα βεβαίως είναι γραμμένα στο οπισθόφυλλο, καθώς προδίδουν τα συστατικά στοιχεία μιας εξασφαλισμένης επιτυχίας, την ηδυπάθεια και τη βιβλιοφιλία. Είναι εν ολίγοις ένα βιβλίο που σε προκαλεί να το διαβάσεις, καθώς οι υποθέσεις των ιστοριών φαίνονται επαρκώς αλλόκοτες. Και πράγματι, κανένα διήγημα δεν είναι αναμενόμενο. Είναι προκλητικό, ως ακριβώς όφειλε από τις άρρητες υποσχέσεις του. Μα και τρυφερό. Μην το ξεχάσουμε αυτό, τρυφερό.

Γεωργία Μανάφη

LK4