ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, 7 ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΜΕΤΑ – ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

 scan0006

«…Ό,τι εξουθενωτικά ζητάει και η ποίηση,

τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις,

μέχρις εσχάτων.»

 

ή

 

«…να εντοπίσω, να πετάξω από τους στίχους μου

μελοδραματισμούς, ασάφειες και μισές αλήθειες.»

 

Αρκετές συλλογές μετά, και έχοντας μόλις διαβάσει την τελευταία της, «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων», μπορώ πια, θαρρώ, να γράψω τις εντυπώσεις μου για την ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα.

Το πρώτο δικό της ποίημα που διάβασα ήταν η «Ελάχιστη επιφάνεια», ένα ποίημα υποδόρια ερωτικό. Με αυτή την αφορμή λοιπόν έμαθα ότι η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γράφει ποίηση ερωτική κι έτσι αποφάσισα να βρω την «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας», τη συλλογή που περιείχε τους ωραίους εκείνους στίχους, και να τη διαβάσω ολόκληρη· μιας και ήταν η περίοδος της ερωτικής ποιήσεως για μένα τότε.

Πράγματι, στην ποίηση της Μπακονίκα ο ερωτισμός είναι διάχυτος.  Ο έρωτας εμποτίζει τα πάντα, εντυπωσιακά αυτονόητα, τις πιο ανύποπτες στιγμές, με τον πιο ανύποπτο τρόπο. Αν ήταν εικόνα η ποίηση αυτή, θα ήταν η εικόνα ενός φρέσκου ζευγαριού, που το βλέπουμε πλάτη, μπροστά στον πάγκο ενός πλανόδιου μικροπωλητή ή μιας βιτρίνας, ας πούμε, να ακουμπά μετά βίας τα ακροδάχτυλά του. Δε θα μας ήταν φανερό, μα θα μας ήταν σίγουρα γνωστό πως και οι δύο νιώθουν εκείνη τη στιγμή ένα σφίξιμο στους λαγόνες. Παρατηρήσιμη και αγαπημένη η προτίμηση της ποιήτριας στο ελάχιστο άγγιγμα που πυροδοτεί το πάθος, να πω εδώ.

Δεν είναι όμως η ποίηση της Μπακονίκα ένας ύμνος στον έρωτα, ούτε καν παιάνας, άσμα πολεμικό. Δεν είναι ποίηση για ερωτευμένους, ας μου επιτραπεί. Η Μπακονίκα δεν καλλωπίζει και δεν εξιδανικεύει. Από την ποίησή της έχει εξοβελιστεί κάθε ίχνος λυρισμού. Με άλλα λόγια,  όσα συμβαίνουν δεν είναι ιδωμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του ερωτευμένου. Δεν ξέρω πώς το καταφέρνει αυτό. Πιθανόν να γράφει σε απόσταση χρόνου και ασφαλείας από τα πράγματα. Και το λέω γιατί είναι γνωστό ότι πρόκειται για ποίηση αυτοβιογραφική. Και αυτό είναι άλλωστε που με έχει εντυπωσιάσει τρομερά στην ποίησή της, που αν όφειλα να την περιγράψω μονολεκτικά, θα τη χαρακτήριζα σαφώς γενναία, καθώς η ποιήτρια Μπακονίκα εκθέτει τη γυναίκα Αλεξάνδρα τόσο άμεσα, απροκάλυπτα και αμετακίνητα (σε όλες τις συλλογές της, χωρίς οπισθοχωρήσεις) που σου προκαλεί μονάχα θαυμασμό. Δεν προσπαθεί να αποκρύψει τα πάθη της, ούτε καν τα ψήγματα αυτοοικτιρμού που μας επιτρέπει η νιότη. Και το κάνει αυτό είτε μιλώντας απευθείας για τον εαυτό της είτε περιγράφοντας με κατανόηση τις αδυναμίες των άλλων. Κι αυτή η αμεσότητα στην έκθεση αποτυπώνεται ακόμα και σε εκφραστικό επίπεδο: τολμηρή χρήση των λέξεων, παντελής έλλειψη επιτήδευσης. Καμία λέξη δεν εξορίζεται, όπως ακριβώς καμία όψη της ζωής δε μένει αθέατη στον άνθρωπο. Κι αυτό βέβαια είναι απαραίτητο, ή έστω αποτελεί αρετή, για μια ποίηση που θα τη χαρακτήριζε κανείς χωρίς δυσκολία ως καταγγελτική. Γιατί μέσα στο πλαίσιο του πολέμου που διαμείβεται ανάμεσα στα δύο φύλα, η Μπακονίκα αποκαλύπτει μάχες εντός της κοινωνικής πραγματικότητας που τα περιβάλλει και τα διαμορφώνει, στηλιτεύοντας πάντα χωρίς περιστροφές τις κακές συμπεριφορές ανεξαρτήτως φύλου: «Όπως και να τον χαρακτηρίσεις λερώνεσαι», αφοπλιστικός στίχος.

Οι γυναίκες της Μπακονίκα σαγηνεύουν με την έκδηλη θηλυκότητά τους. Οι άνδρες ελκύουν με την πνευματική τους καλλιέργεια. Η ομορφιά του σώματος εξαίρεται σε κάθε περίπτωση. Κανείς όμως δε γλιτώνει την αποκαθήλωση, κατάμουτρα, μόλις γυρίσει την πλάτη του ή έστω στο χαρτί της πια. Γυναικεία παντοδυναμία και γυναικεία μειονεξία. Άνδρες που εξουσιάζουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και άνδρες που απορρίπτονται ή περιφρονούνται. Σκληρός ρεαλισμός, και κυνισμός ενδεχομένως, ή απλά… ωριμότητα. Γιατί αυτό ακριβώς αποπνέει μια τέτοια ποίηση. Το Λημέρι μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλο έργο της, καθώς είναι, κατά την άποψή μου τουλάχιστον, ένα έργο της ωριμότητας της ποιήτριας, το πιο ώριμό της έργο θα έλεγα. Μα προσοχή, δε μιλώ για μιζέρια, κάθε άλλο! Η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα είναι, με το δικό της τρόπο, αισιόδοξη. Άλλωστε, μόνο μια αισιόδοξη ποίηση ρίχνει τους προβολείς στον άνθρωπο και επιμένει τόσο πολύ στον έρωτα και τον πόθο.

Καθαρές, ξεκάθαρες, διαπεραστικές εικόνες ανθρώπων που δεν καταπίνονται από τους χώρους, δεν πνίγονται στα αντικείμενα, δε μειονεκτούν μπροστά στις λέξεις. Μια εντυπωσιακή και οξύμωρη ηθική ηδυπάθεια ή και ελευθεριότητα ακόμη, μακριά από συντηρητισμούς και σοβαροφάνειες. Μια γυναίκα που σου επιβάλλει να τη φαντασιωθείς και δε σου επιτρέπει να χαριεντιστείς μαζί της. Αυτή είναι λοιπόν για μένα, μέσα σε τρεις περιόδους, η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα. Μικρή λεπτομέρεια που ξεχωρίζω και αγαπώ: η εύστοχη επιλογή στίχων ως τίτλων των ποιημάτων, επιλογή που ορισμένοι καταλαβαίνουμε πως δε γίνεται διεκπεραιωτικά και εύκολα.

 

Με κριτικό μάτι

 

Ούτε συντριβή, ούτε αγάπη

μόνο πόθο και λαγνεία έδειξες για μένα

με τον τρόπο που έκανες έρωτα.

Πρόβαλε ξανά η γνώριμη ορμή σου,

ένας κατακλυσμός ακολασίας

που σε παρέσυρε και σε αφιόνιζε.

Με ξεζούμισες από πόθο για το σώμα μου,

και ήταν ένα είδος αποθέωσης

που γενναιόδωρα μου χάρισες.

Ούτε αγάπη, ούτε αφοσίωση περίμενα από σένα,

γι’ αυτό όταν μετά από ώρα

σηκώθηκα από το κρεβάτι για να ντυθώ,

καθώς παρέμενες ξαπλωμένος

παγερά με έβλεπες,

τώρα με κριτικό μάτι για τις ατέλειες

στο γυμνό σώμα μου.

Η αποθέωσή μου είχε ήδη τελειώσει.

 

(«Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012)

Γεωργία Μανάφη

576328_478469902183724_1261586787_n