Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ: ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

3723-jose-saramago

Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις (1984), μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου (1922-2010).

Ο πορτογάλος συγγραφέας εμπνέεται στο συγκεκριμένο βιβλίο από έναν άλλο σημαντικό συγγραφέα της πατρίδας του, τον Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος είχε μια ιδιότυπη σχέση με τους ήρωές του: συνέχεε σκόπιμα τη δική του περσόνα με εκείνων(π.χ. έθετε τη δική τους υπογραφή κάτω από κείμενά του) δημιουργώντας έτσι μια παράξενη γέφυρα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, επινοημένου και πραγματικού. Ο Σαραμάγκου, συνεχίζοντας το παιχνίδι του Πεσσόα, δανείζεται έναν από αυτούς τους ήρωες, τον Ρικάρντο Ρέις, τον θεωρεί ζωντανό και τον εισάγει στη δική του μυθοπλασία , η οποία έχει στοιχεία αληθοφάνειας. Επιλέγοντας το 1936 (χρονιά που πέθανε ο Πεσσόα)ως πλαίσιο, τοποθετεί τον ήρωα εκεί και, παράλληλα, κάνοντας συνεχείς αναφορές σε παγκόσμια ιστορικά –ακριβή– γεγονότα, επιχειρεί να συνθέσει ένα ψευδοντοκιμαντέρ. Σ’ αυτό το βιβλίο το στόρι είναι σχεδόν προσχηματικό: παρακολουθούμε τον Ρέις που καταφθάνει στη Λισαβόνα από τη Βραζιλία, να εγκαθίσταται σε μία πανσιόν, να κάνει έρωτα με μια παραδουλεύτρα, να ερωτεύεται μία νέα, ανάπηρη κοπέλα, να ταξιδεύει στα περίχωρα, να ασκεί το επάγγελμά του, να ανακρίνεται από το δικτατορικό καθεστώς του Σαλαζάρ. Οι συναντήσεις του Ρέις, τέλος, με τον «πατέρα» του Πεσσόα δίνουν την αφορμή για συζητήσεις πάνω στην τέχνη της μυθοπλασίας, που παρουσιάζεται ως μετωνυμία της ζωής.

Το Δέντρο, τεύχος 159-160, Λογοτεχνικός χάρτης

 Pessoa-Il-libro-dell-inquietudine-nella-nuova-edizione-Einaudi_h_partb

«Ο Ρικάρντο Ρέις κατηφορίζει τη Ρούα ντος Σαπατέιρος όταν έξαφνα αντικρίζει τον Φερνάντο Πεσσόα. Στέκεται στη γωνία της Ρούα ντε Σάντα Ζούστα κοιτώντας τον με ύφος ανθρώπου που περιμένει χωρίς ωστόσο να ανυπομονεί. Φοράει το ίδιο μαύρο κοστούμι, το κεφάλι του είναι ακάλυπτο και, λεπτομέρεια που ο Ρικάρντο Ρέις δεν την είχε προσέξει την πρώτη φορά, δεν φοράει γυαλιά, νομίζει πως ξέρει γιατί, είναι παράλογο και κακόγουστο να θάψει κάποιον κανείς με τα γυαλιά που χρησιμοποιούσε στη ζωή, ο λόγος όμως είναι άλλος, δεν πρόλαβαν να του τα δώσουν όταν τα ζήτησε πεθαίνοντας, Δώστε μου τα γυαλιά μου, είπε κι έπαψε να βλέπει, δυστυχώς δεν έχουμε πάντα το χρόνο να ικανοποιούμε τις τελευταίες μας επιθυμίες. Ο Φερνάντο Πεσσόα χαμογελά και καλησπερίζει, ο Ρικάρντο Ρέις απαντά με τον ίδιο τρόπο και κατευθύνονται μαζί προς την Πλατεία των Ανακτόρων, λίγο παρακάτω τους πιάνει η βροχή, περπατούν κι οι δύο κάτω από την ομπρέλα, εντούτοις το νερό αυτό τον Φερνάντο Πεσσόα δεν μπορεί να τον μουσκέψει, είναι η αντίδραση του νεκρού που ακόμη δεν έχει ξεχάσει τελείως τη ζωή ή ίσως η έλξη που ασκεί η ιδέα μιας κοινής, ασφαλούς σκεπής, Ελάτε κοντά μου, χωράμε κι οι δύο από κάτω, σε αυτό δεν γίνεται να απαντήσεις, Δεν χρειάζεται, καλά είμαι κι έτσι. Ο Ρικάρντο Ρέις έχει μια περιέργεια να ικανοποιήσει, Ποιον βλέπει, όποιος μας κοιτά, εσάς ή εμένα, Εσάς βλέπει ή, μάλλον, βλέπει μια μορφή που δεν είστε ούτε εσείς ούτε εγώ, Μια σκιά χωρισμένη στα δύο, Όχι, θα ‘λεγα καλύτερα το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ενός επί τον άλλο, Υπάρχει τέτοια αριθμητική, Δύο, όποιοι κι αν είναι αυτοί, δεν προστίθενται αλλά πολλαπλασιάζονται.»

Ζοζέ Σαραμάγκο «Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις», μτφ. Άννυ Σπυράκου, εκδ. Αλεξάνδρεια