Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ: ΓΚΥΣΤΑΒ ΦΛΟΜΠΕΡ

Frances-OConnor-as-Emma-i-007

Μαντάμ Μποβαρύ (1857), μυθιστόρημα του Γκυστάβ Φλομπέρ (1821-1880).

Ο Σαρλ Μποβαρύ, γιατρός της επαρχίας, παντρεύεται σε δεύτερο γάμο την Έμα Ροκούλ, κόρη γαιοκτήμονα. Η Έμα, που η φαντασία της ενισχύθηκε και από τα ρομαντικά αναγνώσματα της εφηβείας της, απογοητεύτηκε γρήγορα από τη μετριότητα του συζύγου της, ο οποίος την αγαπούσε πραγματικά και βαθιά. Απογοητεύτηκε ακόμα και από τη ζωή που της πρόσφερε. Αρχίζει να δείχνει σημάδια μαρασμού. Ο Μποβαρύ, ανήσυχος από την κατάστασή της, μετακομίζει στη Γιονβίλ με την ελπίδα ότι η αλλαγή θα την κάνει να ξανανιώσει. Στη Γιονβίλ τη φλερτάρει ο νεαρός ασκούμενος συμβολαιογράφος Λεόν, αλλά δεν τολμά να της εκφράσει τον έρωτά του και φεύγει για το Παρίσι. Η Έμα παρασύρεται από τη γοητεία του Ροδόλφου Μπουλανζέ, τυπικού Δον Ζουάν της επαρχίας, και μια μικρή περίοδο ευτυχίας. Δεν αργεί όμως να κουράσει με τις υπερβολές της τον εραστή της κι εκείνος, τρομαγμένος από την πρότασή της να φύγουν μαζί μακριά, την εγκαταλείπει. Η Έμα πάει να βρει στη Ρουέν τον Λεόν, ο οποίος μετά τη διαμονή του στο Παρίσι είναι πιο τολμηρός, αλλά και αυτός κουράζεται γρήγορα. Τότε αρχίζει η πτώση της: χρεώνεται σε έναν τοκογλύφο εν αγνοία του συζύγου και μην ξέροντας πώς θα τον αποπληρώσει, ζητά τη βοήθεια του Λεόν και του Ροδόλφου. Εκείνοι αρνούνται. Απελπισμένη, αυτοκτονεί. Ο Σαρλ Μποβαρύ, βασανισμένος από την ανάμνηση της γυναίκας του, που της συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες της, εγκαταλείπει σιγά σιγά τον εαυτό του και πεθαίνει.

Το Δέντρο, τεύχος 159-160, Λογοτεχνικός χάρτης

«Η άλλη μέρα κύλησε αργά. Έκανε βόλτα στον κήπο της, περνώντας και ξαναπερνώντας από τα ίδια στρατόνια, σταματώντας μπροστά στις βραγιές, μπροστά στην αναδεντράδα, μπροστά στο γύψινο παπά, κοιτάζοντας με έκπληξη όλα αυτά τα αλλοτινά πράγματα που τόσο καλά τα γνώριζε. Κι ο ίδιος ο χορός πόσο απόμακρος τής φαινόταν τώρα! Ποιος λοιπόν είχε βάλει τόση απόσταση ανάμεσα στο προχθεσινό πρωινό και το σημερινό βράδυ; Το ταξίδι της στο Βομπισάρ είχε κάνει μια τρύπα στη ζωή της, όπως οι θύελλες εκείνες που, καμιά φορά, ανοίγουν μέσα σε μια νύχτα ρωγμές στα πλευρά των βουνών. Το αποδέχτηκε μολαταύτα με εγκαρτέρηση: τακτοποίησε με ευλάβεια μέσα στο κομοδίνο την όμορφη τουαλέτα της και τα σατινένια της γοβάκια, που το τακούνι τους είχε κιτρινίσει από το γλιστερό κερί του παρκέ. Όπως αυτά ήταν κι η καρδιά της: στην επαφή της με τον πλούτο, κάτι κόλλησε πάνω της που δε θα έσβηνε ποτέ.»

Γκυστάβ Φλομπέρ, Μαντάμ Μποβαρύ, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης

 Flaubert (1)