Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ ΕΡΡΙΚΟΣ ΜΠΕΛΙΕΣ

ΜΠΕΛΙΕΣ

Από ποιους δρόμους οδηγηθήκατε στη μετάφραση; Ξεκινήσατε ερασιτεχνικά, από αγάπη για κάποια κείμενα και την ανάγκη του συγγραφέα να δοκιμάσει τη γλώσσα του, ή ήταν εξαρχής μια βιοποριστική επιλογή που έγινε τελικά σχέση ζωής;  

Όλοι ξεκινάμε ερασιτεχνικά. Δεν μπορείς να ξυπνήσεις ένα πρωί και να πεις «Θα μεταφράσω Τσέχωφ!». Αυτό προκύπτει τις πιο πολλές φορές κατά τύχη, όπως μ’ εμένα, που θήτευσα αρκετά χρόνια στην ποίηση, παράλληλα μεταφράζοντας πεζογραφήματα που μου είχαν προξενήσει το ενδιαφέρον. Κάποια στιγμή γνώρισα τον Γιώργο Μιχαηλίδη, που ήξερε τις σπουδές μου στην Αγγλική Φιλολογία, και με προέτρεψε να κάνω το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σαίξπηρ για άσκηση. Ο τρόμος στη λογοτεχνία είναι και πρόκληση, έτσι δέχτηκα να το τολμήσω.

Το ένα φέρνει το άλλο και σε δυο-τρία χρόνια βρέθηκα να ασχολούμαι μόνο με το θέατρο, αφήνοντας πίσω μου τη μετάφραση πεζών, και στα επόμενα χρόνια άρχισαν και συνεχίζονται οι συνεργασίες μου με θιάσους κρατικούς και μη.

Η ενασχόλησή μου με τη θεατρική μετάφραση είχε ως αποτέλεσμα ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτήν, αφήνοντας πίσω μου μεταφράσεις πεζογραφημάτων. Επίσης ένιωσα την ανάγκη να τυπώνω τις μεταφράσεις μου και να κρατάω τα ποιήματά μου κλειδωμένα στο συρτάρι μου. Σωστό ή λάθος δεν ξέρω, έτσι το ένιωσα κι έτσι έκανα.

Ευτυχώς είχα την τύχη να είμαι σε πρωινή αμειβόμενη δουλειά, επομένως δεν είδα ποτέ τις μεταφράσεις σαν βιοπορισμό, γιατί τις έκανα όποτε και για όποιον ήθελα.

Τέλος, δεν νομίζω πως ένιωσα ποτέ την ανάγκη να δοκιμάσω τις γλωσσικές μου δυνατότητες στη μετάφραση, αφού είχα τη δύσκολη αρένα που λέγεται Ποίηση να ασκούμαι. Απλώς το θέατρο με γοήτευσε και μου κέρδισε την ψυχή.

 

Τα βιβλία που έχετε μεταφράσει υπερβαίνουν κατά πολύ, αν μετράω καλά, τα εκατόν πενήντα. Υπάρχουν κάποια βιβλία που ως μεταφραστής τους τα ξεχωρίζετε από τα υπόλοιπα; Ποιων βιβλίων η μετάφραση ήταν για σας μια σημαντική εμπειρία;

Πώς να πεις ποιο έργο σου αγαπάς και ποιο όχι; Όταν καταπιάνεσαι με μια μετάφραση, αυτή είναι η μόνη ερωμένη σου – και πιστεύω πως ο μεταφραστής πρέπει να είναι μονογαμικός στη σχέση του με τα κείμενα. Τουλάχιστον εγώ θεωρώ ακατόρθωτο να δουλέψω δύο κείμενα μαζί. Τελειώνω το ένα, αγρανάπαυση για λίγο καιρό να φύγει από το μυαλό μου, και μετά αρχίζω το άλλο. Φυσικά, τεράστια εμπειρία για μένα ήταν η μετάφραση των 37 θεατρικών του Σαίξπηρ, μια εμπειρία που μου χάρισε πολύτιμη πείρα.


Όσα κι αν έχουμε κάνει, πάντα κάτι λείπει. Υπάρχουν κάποια βιβλία που θα θέλατε να έχετε μεταφράσει, αλλά κάποιος άλλος το έχει ήδη κάνει αρκετά καλά ή κανείς δεν σας το ζήτησε ή, ίσως, διστάζετε να δοκιμάσετε; 

Πώς να ξέρεις ποιο κείμενο θα ήθελες και τελικά έκανες κάποιο άλλο; Αυτό που δεν έκανες παρέμεινε ξένο. Όμως στη δική μου περίπτωση, εγώ διάλεγα τα κείμενα, γιατί είχα την πολυτέλεια να το κάνω, αν και καθ’ οδόν μού προέκυψαν και αρκετά που ούτε τα είχα υπόψη μου, κι όμως τα έκανα. Τώρα, αν μου ξέφυγαν αρκετά άλλα, δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω.

Πάντως, δε δίστασα να τολμήσω κάτι που μου φαινόταν δύσκολο. Άλλωστε, κάθε φορά που ξεκινάω μια μετάφραση μού φαίνεται πανδύσκολη και σιγά-σιγά αρχίζω να εξοικειώνομαι μαζί της.

 

Είναι σε γενικές γραμμές παραδεκτό ότι οι μεταφράσεις γερνάνε με το πέρασμα του χρόνου και κάθε γενιά αισθάνεται την ανάγκη να ξαναμεταφράσει τους κλασικούς. Πιστεύετε πως έχει καθολική ισχύ η άποψη αυτή; Υπάρχουν κάποιες μεταφράσεις στα νέα ελληνικά που να τις θεωρείτε οριστικές;

Οριστική μετάφραση δεν υπάρχει, αφού η γλώσσα αλλάζει συνεχώς. Όταν παρέλθουν οι γενιές που μιλούσαν με συγκεκριμένο τρόπο, θα ξεπεραστούν και οι μεταφράσεις οι οποίες δεν «γερνάνε» ακριβώς, απλώς γίνονται γραφικές, αναποτελεσματικές ή ό,τι άλλο.

Εκείνες που όχι μόνο γερνάνε, αλλά λιώνουν στο φέρετρό τους, είναι οι μεταφράσεις των κωμωδιών, διότι κάθε πολύ λίγα χρόνια διαφοροποιείται το γλωσσικό ιδίωμα του αστείου. Έτσι, εγώ έχω επανειλημμένα δουλέψει ξανά κωμωδίες, που και πάλι μετά ξανάγιναν ανενεργές. Άμα μια μετάφραση κωμωδίας είναι ευθύβολη σε μια συγκεκριμένη εποχή, πιάνει δηλαδή το σφυγμό και τη θερμοκρασία του κωμικού στοιχείου, αυτή θα καταστεί άχρηστη νωρίτερα από μια άλλη «συμβατική».

Οι μεταφράσεις των κλασικών, όμως, παρέρχονται πιο δύσκολα, και πάντα αποτελούν σημείο αναφοράς στους μεταγενέστερους που θ’ ασχοληθούν με το θέμα, βλέποντάς το από άλλη οπτική γωνία και άλλη γλωσσική προσέγγιση.

 

Πού εντοπίζεται η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντάτε κατά τη μεταφραστική σας δουλειά; Στην πιστότητα και νοηματική ακρίβεια της απόδοσης ή περισσότερο στην αναπαραγωγή του ύφους του κάθε συγγραφέα, έτσι ώστε να μην έχουν όλα τα βιβλία που έχετε μεταφράσει το δικό σας ύφος; Μπαίνετε καμιά φορά στον πειρασμό να «βελτιώσετε» το κείμενο που μεταφράζετε; 

Εγώ χαίρομαι που καμιά μετάφρασή μου δεν έχει προσωπικό ύφος. Δουλειά μου είναι να υπηρετήσω τον συγγραφέα, που αυτός έχει προσωπικό ύφος, το οποίο εγώ καλούμαι να αναδείξω στη δική μου γλώσσα, προβαίνοντας ενδεχομένως σε γλωσσικές αντιστοιχίες. Η κάθε μετάφραση είναι ρόλος που έχει γραφτεί με ειδικό τρόπο από το συγγραφέα. Αλλιώς προσεγγίζεται γλωσσικά ο «Οιδίποδας» και αλλιώς ο «Αρχοντοχωριάτης».

Το να «πειράξεις» λίγο ένα κείμενο δεν είναι κατακριτέο, εάν κάτι χρήζει περαιτέρω ερμηνείας, λόγω διαφοράς των πολιτισμικών δεδομένων στην ξένη γλώσσα και στη δική σου. Αλλά μέχρι εκεί. Το να πεις «βελτιώνω» ένα κείμενο το θεωρώ επηρμένη ύβρη. Άλλωστε, εάν το κείμενο γίνει μόνο παράσταση, ίσως επιτρέπεται η χρήση εμβόλιμων στοιχείων για την καίρια σκηνική του ανάδειξη. Όμως όταν το κείμενο τυπώνεται, πρέπει να μην έχει «βελτιώσεις» από τον μεταφραστή.

Εγώ, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μάριου Πλωρίτη, έχω σε ορισμένα τυπωμένα κείμενά μου τον όρο «Απόδοση» και όχι «Μετάφραση», όμως αυτό μόνο σε κωμωδίες όπου διαπίστωσα πως ο κωμικός κώδικας έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί.

 

Αποτελεί πλεονέκτημα ή μειονέκτημα για έναν μεταφραστή να είναι και ο ίδιος συγγραφέας;

Φυσικά και είναι πλεονέκτημα ο μεταφραστής να είναι και συγγραφέας, γιατί ξέρει τι σημαίνει δομή κειμένου, ξέρει να αναγνωρίζει τις ανάσες και τις παύσεις κάθε κειμένου, αφού ο ίδιος έχει νιώσει αντίστοιχα όταν πρωτογενώς δούλευε τα δικά του πονήματα. Ο συγγραφέας εξοικειώνεται με το γραπτό λόγο και, όταν γίνεται μεταφραστής, ξέρει πώς να γεμίσει τη λευκή σελίδα, αυτή τη φορά με λέξεις άλλων.

 

Η θεωρία της μετάφρασης, που τις τελευταίες δεκαετίες γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη, έχει συνεισφέρει κατά τη γνώμη σας στην παραγωγή καλύτερων μεταφράσεων ή αποτελεί έναν τομέα της γνώσης που αγγίζει ελάχιστα ή και καθόλου την πράξη;

Εάν η θεωρία της μετάφρασης γίνεται σε ερευνητικό πανεπιστημιακό επίπεδο, είναι χρήσιμη, ίσως ο μεταφραστής αποκτά ορισμένες θεωρητικές γνώσεις που ενδεχομένως μερικές τις εφαρμόζει πρακτικά σε ένα κείμενο. Όμως, όπως δεν πιστεύω στην άρτι γεννηθείσα «δημιουργική γραφή», διότι αυτά τα κλισέ καθιστούν τη γραφή έκθεση ιδεών, έτσι δεν πιστεύω και στη θεωρητικοποίηση της μετάφρασης, διότι κάθε κείμενο έχει τη δική του προσωπικότητα και ο μόνος τρόπος να το προσεγγίσεις είναι να αφουγκραστείς την καρδιά του.

Τέλος, αυτό που θεωρώ απαραίτητο είναι η γενικότερη παιδεία και μετά η εξειδίκευση στη μετάφραση με διάβασμα και μελέτη πολλών κειμένων. Ας μη θεωρητικοποιήσουμε τόσο τη μετάφραση, γιατί θα γίνει σαν ένα πιάτο κάποιου περιώνυμου σεφ, που είναι ενδιαφέρον στην όψη, αλλά το περιεχόμενό του δεν τρώγεται με τίποτα.

(Η συνέντευξη δόθηκε στον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο)

 Σαίξπηρ - Μπελιές