ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΕΝΗΛΙΚΕΣ

71

Πέτρος Κουτσιαμπασάκος, Πόλη παιδιών, Πατάκης, 2012

Ένα παιδί μεγαλώνει σε έναν οριοθετημένο χώρο, ανάμεσα σε πολλά άλλα παιδιά. Μαζί μεγαλώνουν. Κοιμάται στις Ομάδες, τρώει στην Τραπεζαρία, πηγαίνει σχολείο στο Σχολείο. Η μάνα του όλα αυτά τα χρόνια, από την πρώτη δημοτικού, δεν ήρθε να τον δει. Λαβαίνει όμως γράμματά της. Από τη διεύθυνση του θείου του. Της γράφει στην ίδια διεύθυνση. Δε γνωρίζει άλλη. Τα Σύρματα τον κλείνουν σ’ ένα τεράστιο παραλληλόγραμμο. Εκεί που σταματούν ξεκινά ο άλλος κόσμος, ο έξω. Εκεί που αρχίζουν τελειώνει ο δικός του κόσμος, ο μέσα. Ο θείος του τον έφερε εδώ. Οι μεγάλοι γύρω του, οι ομαδάρχισσες, ο κοινοτάρχης, ο διευθυντής, βαθμίδες σε μια ιεραρχία. Το παιχνίδι με τόσα παιδιά, πιο παιχνίδι. Ο χρόνος περνάει ενώ μένει ακίνητος. Έχει ήδη φτάσει στην πέμπτη τάξη. Κι αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει όπως όλες οι προηγούμενες.

Ένα μυθιστόρημα για την παιδική ηλικία, για το βαθύ μέσα και το αχανές έξω, για τα περάσματα ανάμεσά τους. Ένα βιβλίο για τις Παιδοπόλεις που, από το 1947 έως το 1998, συνυπήρχαν βουβά με τις υπόλοιπες πόλεις της ελληνικής επικράτειας.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

                                    Για εκείνους που ήταν πάντα ενήλικες

Έχοντας εργαστεί για χρόνια στα Παιδικά Χωριά SOS, πήρα το μυθιστόρημα του Π. Κουτσιαμπασάκου λόγω του θέματος που διαπραγματεύεται, δίχως να προσδοκώ ότι λογοτεχνικά θα ήταν κάτι εξαιρετικό. Στην καλύτερη περίπτωση, περίμενα μια στρωτή αφήγηση που παράλληλα θα ενέτασσε τον θεσμό των Παιδοπόλεων (1947-1998) στο ιστορικό τους πλαίσιο… Surprise, surprise!

Ο συγγραφέας θα μπορούσε να «μαγειρέψει» το μυθιστόρημά του με σκοπό να παρουσιάσει μια πολιτική αλληγορία για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’70. Να μιλήσει για τον «ιδρυματισμό» ολόκληρης της κοινωνίας και την ανολοκλήρωτη μετάβαση από το κράτος της Δεξιάς στη Μεταπολίτευση. Αντί όμως να ενδώσει στον πειρασμό, «κουβάλησε» την επινοημένη του μαρτυρία προσεκτικά, σαν σιωπηλός μεταπράτης.

Μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης υπάρχουν πολλά σύνορα. Μερικά είναι κοινώς μοιραζόμενα και άλλα εξαρτώνται περισσότερο από την ατομική ιστορία. Στην προσπάθεια να μιλήσει κάποιος ενήλικος για την παιδική ηλικία, στέκεται αναγκαστικά στην από «εδώ» πλευρά των συνόρων. Ακόμη και για τους αιώνιους εφήβους, η επιθυμία της ατελείωτης αθωότητας δεν ικανοποιείται ποτέ πλήρως (ακριβώς γιατί δε ζούμε μόνοι μας στον κόσμο). Έτσι, η αφήγηση μιας ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας είναι εφικτή μόνο υπό το φως της ύστερης γνώσης, «εσωτερικά» πια από τον κόσμο των «μεγάλων».  

Η αθωότητα είναι ένας υπαρκτός παράδεισος – σε μια «φυσιολογική» οικογένεια, εκεί όπου ένα παιδί μεγαλώνει «κανονικά» (εδώ τα εισαγωγικά δεν χρησιμοποιούνται για να απαξιώσουν, αλλά για να τονίσουν τη σχετικότητα). Μερικοί άνθρωποι όμως δεν έζησαν ποτέ κάτι ανάλογο, δεν ήταν ποτέ παιδιά. Δεν είχαν γονείς επαρκείς έτσι ώστε, μέσω της εξιδανίκευσής τους, να πιστέψουν αντανακλαστικά ότι οι ίδιοι είναι όμορφοι, έξυπνοι και ασφαλείς. Διαπερνώντας λοιπόν τα σύνορα των ηλικιών, η Πόλη Παιδιών μιλάει γι’ αυτούς, αντηχεί τον εξωπραγματικό πόνο τους.

Η επιτυχία του Κουτσιαμπασάκου ως συγγραφέα είναι ότι τρύπωσε μέσα από τα αχρηστευμένα συρματοπλέγματα και στάθηκε δίπλα στους ήρωές του, έγινε ένα αγόρι στη σειρά, ακίνητο κατά την επιθεώρηση. Έπαιξε μαζί τους μπάλα στο γήπεδο, αγόρασε τον Μπλεκ από το περίπτερο του κοντινού χωριού, βγήκε να εξερευνήσει την αθέατη πλευρά του απέναντι βουνού.

Η Πόλη Παιδιών είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να απευθύνεται στους εγκαταλελειμμένους μικρούς ανθρώπους, μια συμβολική χειρονομία επανόρθωσης για την παιδική ηλικία που δεν έζησαν. Να λιπάνει τα μάτια τους, μήπως και βρουν κανένα δάκρυ να κλάψουν, από αυτά που έχουν στερέψει. Να λιώσουν μέσα τους την παγωμένη απορία ( να μην σε θέλουν οι γονείς σου και να μην καταλαβαίνεις το γιατί). Ένα μάταιο βοήθημα για να αντικαταστήσουν φαντασιακά την αποξένωση, για πολλοστή φορά, με ένα αντι-λογοτεχνικό όραμα: την υποτιμημένη από τους προνομιούχους κανονικότητα.

Για τους υπόλοιπους αναγνώστες, αυτούς που, όπως εγώ, είχαν μια, λίγο πολύ, υποφερτή παιδική ηλικία, η γνωριμία με τη μυθιστορηματική Παιδόπολη θα αποβεί, πιστεύω, διδακτική. Με θαυμαστό τρόπο και δομή αριστοτεχνική, δίχως ηθικολογίες και μελοδραματισμούς, ο Κουτσιαμπασάκος στήνει έναν εφιάλτη χιλίων πυλών που βγάζουν σε όμοιες μέρες διαφορετικών χρόνων (και συγχρόνως, πάντα υποβόσκουσα, την κραυγή για έξοδο, για ελευθερία από τον «Πύργο» του πόνου). Μόνο που, όταν ολοκληρωθεί το διάβασμα της τελευταίας σελίδας, θα έχει λήξει το επισκεπτήριο. Ακόμη κι αν η τελευταία Παιδούπολη έκλεισε το 1998, οι «εκτός» θα πρέπει να αποχωρήσουν για να συνεχιστεί το πρόγραμμα.

Γιώργος Στόγιας

 h-poli-twn-paidiwn