Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: «ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ

 

Είναι ωραία η στιγμή που αφήνουμε, για λίγο έστω, το κυνήγι του καινούριου και πιάνουμε κάτι παλιό να διαβάσουμε. Και πιο ωραία είναι, ίσως, όταν δεν ανοίγουμε ένα σίγουρο χαρτί (όπως είναι η Άννα Καρένινα, ας πούμε, ο Μόμπι Ντικ ή τα διηγήματα του Βιζυηνού), που είναι βέβαιο, αν έχουμε λίγη έστω προπαιδεία, πως δεν θα μας απογοητεύσει, αλλά πιάνουμε ένα βιβλίο απ’ αυτά που αν και δεν έχουν ολότελα λησμονηθεί όμως ελάχιστα κουβεντιάζονται πια κι η επιλογή τους εμπεριέχει ένα αναγνωστικό ρίσκο. Πιο πρόσφατο τέτοιο βιβλίο ήταν για μένα το μυθιστόρημα του Γιώργου Θεοτοκά «Ασθενείς και οδοιπόροι» (εκδ. Εστία).

Ο Θεοτοκάς δεν συγκαταλέγεται συνήθως στους πρώτης γραμμής συγγραφείς της γενιάς του. Σχεδόν πάντα, σε αυτούς τους άτυπους καταλόγους που συντάσσουν οι αναγνώστες, προηγούνται οι ποιητές, ο Σεφέρης κι ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος, ο Εμπειρίκος και ο Ρίτσος, κι από τους πεζογράφους ο Καραγάτσης, οι ανένταχτοι Σκαρίμπας και Πεντζίκης, ο Κοσμάς Πολίτης – κι ο Γιώργος Θεοτοκάς ακολουθεί. Ποτέ πάντως δεν απουσιάζει από τις αναφορές που γίνονται στη γενιά του ‘30 – δικό του είναι εξάλλου το πνευματικό μανιφέστο της, το πρώιμο δοκίμιό του «Ελεύθερο πνεύμα». Τα μυθιστορήματά του όμως θεωρούνται πολύ στοχαστικά και διανοητικά, ο φιλελευθερισμός του πολύ νηφάλιος και ρομαντικός, οι απόψεις του ελάχιστα ακραίες, ο αταλάντευτος ευρωπαϊσμός του ξεπερασμένος, ο ίδιος ένας πολύ διαλλακτικός και μετριοπαθής αστός. Με αποτέλεσμα απ’ όλα του τα έργα να διαβάζεται κυρίως η «Αργώ» του κι ίσως μάλιστα από τους φοιτητές μόνο των φιλολογικών τμημάτων.

Τότε την είχα διαβάσει κι εγώ· κι ύστερα διάβασα το «Δαιμόνιο», τον «Λεωνή», όχι όμως το «Ασθενείς και οδοιπόροι», το οποίο έχει και μια ενδιαφέρουσα εκδοτική ιστορία: το πρώτο του μέρος, με τον τίτλο Ιερά Οδός εκδόθηκε αυτοτελώς το 1950 και αφηγείται τα γεγονότα του ελληνογερμανικού πολέμου του 1941 ώς την κατάρρευση του μετώπου και την οπισθοχώρηση των στρατιωτών. «Νόμιζα τότε πως είχα εξαντλήσει το θέμα μου και πως δεν είχα τίποτα να προσθέσω», σημειώνει ο συγγραφέας στον Πρόλογό του και συνεχίζει: «Πέρασαν χρόνια χωρίς να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου. Μια μέρα, στην αρχή του 1962, σε ώρα σχολής, βάλθηκα να το φυλλομετρώ χωρίς καμιά πρόθεση να καταγίνω ξανά μαζί του. Πηδώντας σελίδες και διαβάζοντας λίγο από δω και λίγο από κει, ξαναμπήκα στην ατμόσφαιρά του. Τότε, όλως διόλου απροειδοποίητα, είχα μια στιγμιαία διαισθητική σύλληψη: μονομιάς είδα να διαγράφεται, στις γενικές της γραμμές, η τροχιά του κατοπινού βίου των προσώπων της “Ιεράς Οδού”».  

Έτσι λοιπόν έγραψε τη συνέχεια: το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, «Το αρχείο του μοναχού Τιμοθέου», καλύπτει την περίοδο της κατοχής και τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944. Η αφήγηση εδώ μοιράζεται σε τέσσερα από τα πρόσωπα του βιβλίου και τη διαβάζουμε μέσα από τα προσωπικά τους, λίγο-πολύ, ημερολόγια. Το τρίτο και τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος τιτλοφορείται «Οι επιζώντες» και παρακολουθεί την κατοπινή τύχη των προσώπων του έργου, μετά δηλαδή το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Η πολυφωνική αφήγηση του δεύτερου μέρους δίνει και το στίγμα του συνολικού πλατύτερου πλέον μυθιστορήματος: πρωταγωνιστής δεν είναι ένα ή δύο από αυτά τα πρόσωπα, αλλά όλα μαζί καθώς συνθέτουν μια αρκετά αντιπροσωπευτική τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας των χρόνων του πολέμου, όπως την έζησε και τη γνώρισε ο ίδιος ο συγγραφέας.  

Χαρακτηριστικές εξάλλου περιγραφές και περιστατικά που διαβάζουμε στους «Ασθενείς και οδοιπόρους» τα βρίσκουμε απαράλλακτα στα τετράδια των ημερολογίων του (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εστία με επιμέλεια του Δημήτρη Τζιόβα). Παράδειγμα η εγγραφή της 30ής Ιανουαρίου 1942, που επαναλαμβάνεται ίδια ακριβώς στο μυθιστόρημα: «Τον τελευταίο καιρό παρατηρώ ότι όλα τα μεγάλα ρολόγια, στο δρόμο, στα δημόσια κέντρα, στα μαγαζιά, είναι σταματημένα και κανείς πια δε συλλογιέται να τα ξανακουρδίσει. Είναι σαν μια πάνδημη επιδημία των ρολογιών. Μελαγχολικό και αινιγματικό σύμπτωμα της αποσύνθεσης της ζωής της πολιτείας».

Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, που φέρουν και όλο το βάρος της διαπραγμάτευσης του θέματος, είναι κυρίως: ο Μαρίνος Βελής, αξιωματικός στο αλβανικό μέτωπο και στη συνέχεια στη Μέση Ανατολή, ο οποίος μετά το τέλος του πολέμου θα ντυθεί το μοναχικό σχήμα και θα μετονομαστεί σε μοναχό Τιμόθεο. Η Θεανώ Γαλάτη, γνωστή ηθοποιός της εποχής και ερωτική σύντροφος του Βελή, η οποία θα εμπλακεί σε μια ερωτική ιστορία με τον γερμανό αξιωματικό Ερνστ Χίλλεμπραντ και θα εκτελεστεί από την ΟΠΛΑ (όπως περίπου η πραγματική ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη). Ο Κυριάκος Κωστακαρέας και ο Θρασύβουλος Δράκος, οι οποίοι δεν θα προλάβουν να ολοκληρώσουν τη στρατιωτική τους εκπαίδευση και να πολεμήσουν εναντίον των γερμανών, αλλά θα οργανωθούν ο ένας στο ΕΑΜ και ο άλλος στον ΕΔΕΣ και θα βρεθούν σε αντίπαλα στρατόπεδα μετά το τέλος της κατοχής. Τέλος ο Βαρδέκης που συνεργάζεται, απ’ ό,τι φαίνεται, με τους Γερμανούς κατακτητές, αλλά στρέφεται προς τους Άγγλους όταν αλλάζουν τα πράγματα.

Αυτή η αλλαγή, άλλοτε θεμιτή και άλλοτε όχι (όπως στην περίπτωση του Βαρδέκη), η άρνηση να περιχαρακωθούν σε έναν μόνο χώρο αποκλείοντας τη μεταστροφή, είναι ένα κύριο χαρακτηριστικό των ηρώων του μυθιστορήματος: ο Μαρίνος Βελής θα αγωνιστεί στο πεδίο της μάχης, κατόπιν θα αποτραβηχτεί στο Άγιον Όρος και, στο τέλος, θα ξαναγυρίσει στην κοινωνία των ανθρώπων. Ο Κωστακαρέας ξεκινάει ως ένας άβουλος και παθητικός άνθρωπος, για να οργανωθεί στη συνέχεια στο ΕΑΜ, από το οποίο όμως θα απομακρυνθεί και θα μεταμορφωθεί μεταπολεμικά σε έναν ευσυνείδητο και παραγωγικό υπάλληλο υπουργείου. Ο φίλος του Θρασύβουλος Δράκος πολεμάει για τον ΕΔΕΣ, αλλά αναγνωρίζει ότι το δίκαιο και το μέλλον ανήκει στους κομμουνιστές. Ο ίδιος ο Θεοτοκάς, σύμφωνα με τη διατύπωση του Δημήτρη Τζιόβα, «υπήρξε ένα ιδιαίτερα εξελικτικό πνεύμα, δεν δίσταζε ν’ αναθεωρεί προηγούμενες ιδέες του και να παραδέχεται εσφαλμένες εκτιμήσεις του στο παρελθόν».  

Αυτή η ικανότητα του ατόμου να αλλάζει, να προχωράει, να μεταμορφώνεται, είναι, μοιάζει να μας λέει το μυθιστόρημα, η μόνη πραγματική δύναμη που έχει ο άνθρωπος για να σταθεί απέναντι στην ιστορία που με τη δύναμη της μοίρας συντρίβει τις ζωές μας. Ο Θεοτοκάς μες στη δίνη του πολέμου, εξωτερικού και εσωτερικού, αντιλαμβάνεται την τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής, τον εφιαλτικό ιστό μες στον οποίο βρίσκεται μπλεγμένος ο καθένας από μας και αναζητά μια διέξοδο. Ο ίδιος φαίνεται να τη βρήκε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωή του στην Ορθοδοξία. Οι ήρωές του τράβηξαν ο καθένας τον δικό του διαφορετικό δρόμο. Η αξία όμως του μυθιστορήματος δεν βρίσκεται εκεί, στη μία ή στην άλλη οδό που ακολουθούν οι ασθενείς και οδοιπόροι χαρακτήρες του. Το βιβλίο αυτό είναι ένα σπουδαίο έργο, κυρίως επειδή ο συγγραφέας του παρατηρεί και αφηγείται την ιστορία του από μια σταθερή οπτική γωνία, τη χτίζει ολόκληρη πάνω σε σταθερά θεμέλια, στην ιδέα του για την τραγικότητα της ανθρώπινης ζωής. Ό,τι ακριβώς λείπει δηλαδή στα περισσότερα από τα σημερινά μυθιστορήματα.  

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος