ΦΑΙΔΩΝ ΤΑΜΒΑΚΑΚΗΣ «ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΣΙΦΑΗΣ»

Η Πασιφάη σαλπάρει από τη Χιλή για το τρίτο και δυσκολότερο σκέλος του ταξιδιού της. Οι τρεις ναυτικοί του πληρώματος αψήφησαν τη ναυτική παράδοση σύμφωνα με την οποία η Παρασκευή είναι μέρα κακότυχη και ανοίχτηκαν στον Ειρηνικό Ωκεανό, θάλασσα άγνωστη που καμία σχέση δεν έχει με τον Ατλαντικό ή τη Μεσόγειο. Ο Γαβρήλος και ο Μιχάλης τρέφουν ελάχιστη εμπιστοσύνη για τον πλοίαρχο (Αντώνης). Λίγες μέρες μετά την αναχώρηση από το λιμάνι, και ενώ μια φάλαινα βάλθηκε να κολυμπάει στο πλάι τους, αντικρίζουν ένα νησί. Εύλογοι προβληματισμοί εκφράζονται σχετικά με εκείνο το κομμάτι γης μεσοπέλαγα αφού, σύμφωνα με το στίγμα του πλοίου, το νησί δεν εμφανίζεται στο χάρτη. Εικασίες, σκέψεις και ναυτικές ιστορίες θα ακουστούν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Το πλήρωμα αποκοιμιέται. Κατά τι διάρκεια της νύχτας το πλοίο προσεγγίζει αθόρυβα την ακτή, έντρομοι οι τρεις θα ξυπνήσουν αλλά παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που θα καταβάλλουν δε θα καταφέρουν να σώσουν την Πασιφάη. Τελευταία στιγμή την εγκαταλείπουν για να βρεθούν ναυαγοί στην παραλία αντιμέτωποι με το άγνωστο.

Ο Ταμβακάκης, στο γνώριμο σε αυτόν κόσμο της θάλασσας και των ναυτικών, μας διηγείται την ιστορία των ναυαγών της Πασιφάης σε ένα άγνωστο νησί του Ειρηνικού, ιδωμένη μέσα από την αφήγηση ενός εκ των τριών, του Μιχάλη. Η εμφάνιση της φάλαινας στα πρώτα κιόλας ναυτικά μίλια μοιάζει να ξεπηδάει από τις σελίδες του επιβλητικού έργου του Χέρμαν Μέλβιλ Μόμπι Ντικ. Βέβαια πίσω από κάθε ναυτική ιστορία θα βρίσκεται πάντα το ταξίδι του ομηρικού Οδυσσέα πίσω στην Ιθάκη που αποτελεί τον ορισμό της νοσταλγίας που νιώθει ο ταξιδιώτης για τον τόπο του. Το ναυάγιο της Πασιφάης και η έξοδος του πληρώματος στη στεριά παραπέμπουν σε σημαίνοντα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ο Ροβινσώνας Κρούσος και το Νησί των θησαυρών. Τέλος, η καθημερινότητα στο νησί, με τις αγωνίες, τους κινδύνους αλλά και τις εντάσεις μεταξύ των ναυαγών, φέρει κάτι από το αριστούργημα του Γκόλντινγκ, Ο Άρχοντας των μυγών.

Αυτό όμως που περισσότερο από όλα απασχολεί τον συγγραφέα είναι το αίωνιο ζεύγος που συνθέτουν η μνήμη και ο χρόνος. Χωρίς αναμνήσεις  -σημειώνει ο ίδιος στο οπισθόφυλλο- ο χρόνος παραμένει στάσιμος. Με το πέρασμα του καιρού η ιδέα της επιστροφής στην πατρίδα όλο και ατονεί, ο νόστος δίνει τη θέση του στην επιθυμία του ορατού, το άγνωστο και αφιλόξενο περιβάλλον μετατρέπεται για τους ναυαγούς σε καθημερινότητα.

Ο συγγραφέας επιλέγει να δώσει στο μυθιστόρημά του τη μορφή ταξιδιωτικής μαρτυρίας. Χωρισμένο σε επτά κεφάλαια, καθένα από τα οποία αποτελείται από επτά υποκεφάλαια ενώ το κάθε υποκεφάλαιο συνθέτουν είκοσι τέσσερις παράγραφοι. Οι προτάσεις της κάθε παραγράφου ξεκινούν με το γράμμα του αλφαβήτου που αντιστοιχεί στον αριθμό της παραγράφου. Άσκηση ύφους που παραπέμπει στο λογοτεχνικό κίνημα Ουλιπό (Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας).

Πέρα όμως από αναφορές και ασκήσεις ύφους, το μυθιστόρημα του Ταμβακάκη έχει την ιδιότητα να γοητεύσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη, αφού καταφέρνει να συνδυάσει την αφύπνιση της παιδικότητας μέσω της περιπέτειας με την ωριμότητα της σκέψης και του προβληματισμού.

Ναυτικές ιστορίες με πρωταγωνιστές πειρατές, ναυαγούς, φαντάσματα, πνεύματα, ανθρωποφάγους λαούς και  κρυμμένους θησαυρούς. Το ναυάγιο σε ένα παρθένο μέρος και ο αγώνας για επιβίωση ιντριγκάρουν τη συγγραφική και αναγνωστική φαντασία στο πέρασμα των αιώνων. Κατασκευή εστίας, εξερεύνηση του μέρους, το απαραίτητο κυνήγι για την τροφή και η επαφή με τους ιθαγενείς αποτελούν τόπο κοινό δεκάδων έργων.

Όμως έντονη είναι και η άλλη πλευρά, του στοχασμού, σε κοινωνικό, φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό επίπεδο. Ο τρόπος αντίδρασης των τριών μπροστά στο άγνωστο, οι ευθύνες που διατίθεται ο καθένας είτε να πάρει είτε να επιρρίψει, η προσαρμοστικότητα και το ένστικτο της επιβίωσης, η οργάνωση της καθημερινότητας. Η μνήμη και η λήθη. Η νοσταλγία. Το σύστημα αξιών και η ηθική σε ένα καινούριο περιβάλλον. Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Η ανάγκη για έκφραση και δημιουργία. Η κυκλική επανάληψη της ιστορίας. Ο έρωτας.

Η παραβολική χρήση του μύθου και η δημιουργία ατμόσφαιρας αποτελούν τις μεγαλύτερες αρετές του Ταμβακάκη όπως αυτές εμφανίζονται στο μυθιστόρημα. Ικανότατος τεχνίτης της γλώσσας, καταφέρνει να ενσωματώσει στο κείμενο ένα λεξιλόγιο αρκετά εξειδικευμένο και απαιτητικό με όρους ναυτιλίας, βοτανικής, ζωολογίας και μυθολογίας. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση λειτουργεί θαυμάσια. Με σημείο παρατήρησης την τελευταία σελίδα και κοιτάζοντας προς τα πίσω, το τελικό αποτέλεσμα στέκει ακόμα πιο σύνθετο και γοητευτικό απ’ όσο φάνταζε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Κάποιες ενστάσεις σχετικά με την έκταση του κειμένου δεν είναι ικανές να αλλάξουν την άποψή μου σχετικά με την ομορφιά των Ναυαγών της Πασιφάης.

Σημ. να ξαναδιαβάσω άμεσα τον Ροβινσώνα Κρούσο.

Καλογερόπουλος Γιάννης

http://no14me.blogspot.gr/

Φ. Ταμβακάκης