ΑΝΤΗΧΕΙΟ

frenchman-cove-beach03

Υπάρχουν κάποιες  ποιητικές περιπτώσεις  που πολύ δυσκολεύουν τους γραμματολόγους στην ήδη δύσκολη και από πολλούς αμφισβητούμενης αξίας και εγκυρότητας εργασία τους να κατατάξουν, να κατανείμουν, να κατηγοριοποιήσουν τους ποιητές σε γενιές και ομάδες. Θυμίζω στο σημείο αυτό την πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Αλέξη Ζήρα στην «Ανθολογία της Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης» μετά το 1990, όπου καταθέτει τον προβληματισμό του πάνω στο εν λόγω ζήτημα αποτολμώντας, όπως πάντα, μιαν εκ νέου αιρετική προσέγγιση.

Μια τέτοια δύσκολη για τους γραμματολόγους περίπτωση θεωρώ πως είναι και η Αθηνά Ανδρουλάκη. Εφαρμόζοντας μιαν πιο ακαδημαϊκή κατάταξη θα μπορούσε βιολογικά να ανήκει στην γενιά του ’70, τη Γενιά της Αμφισβήτησης, όπως ονομάστηκε, ή και του ‘80, τη Γενιά δηλαδή του Ιδιωτικού Οράματος, αλλά άρχισε να γράφει μετά το 2000 και δημοσίευσε για πρώτη φορά μόλις το 2010. Αυτό επομένως την εξορίζει από τα στενά όρια των γενιών αυτών. Θα μπορούσαμε λοιπόν να την εντάξουμε στην «Αθέατη», όπως ονομάστηκε, Γενιά των νεότερων ποιητών; Τι κοινά βιώματα και ποιους εκφραστικούς τρόπους μοιράζεται μαζί τους;

Και συναιρεί ποια, εάν συναιρεί, από τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων γενιών; Η ίδια βίωσε ως μαθήτρια και φοιτήτρια το ψυχροπολεμικό κλίμα, τη δικτατορία και τη μεταπολίτευση που βίωσε και η Γενιά του ‘70, «τις μεταπολιτευτικές αμφιταλαντεύσεις ή απογοητεύσεις της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς και την ελλαδική αστικοποίηση, τη βιομηχανοποιημένη ευημερία και τη φθορά των δεκαετιών του 1960 και 1970, που άσκησαν επιδράσεις καταλυτικές στους ποιητές τους,» όπως αναφέρει ο Γιώργος Κεχαγιόγλου σε σχετική του μελέτη.

Ανιχνεύουμε ωστόσο κ α ι στο έργο της κάποια ψήγματα από την «ερμητικότητα ή και την αυτοαναφορικότητα» των ποιητών αυτών, το «κουβεντιαστό ύφος»· τον «γενικώς απαισιόδοξο ψυχικό ή συναισθηματικό τροπισμό», όπως σημειώνει ο Ευριπίδης Γαραντούδης· ενίοτε και τη διαμόρφωση μιας,  πρωτεϊκής έστω, προσωπικής «μυθολογίας που τροφοδοτείται από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και τα κείμενά του»· αλλά όχι μόνο. Στις τρεις ποιητικές συλλογές της Αθηνάς Ανδρουλάκη διαπιστώνουμε και την εσωστρέφεια και τη στροφή στην ιδιωτική ζωή της γενιάς του ’80. Αλλά και χνάρια από τη νεότερη γενιά, την Αθέατη, που επιστρέφει στην κοινωνική κριτική με έναν πιο αθώο και γενικόλογο τρόπο απομακρυσμένη από τις ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες των προγενεστέρων.

Η Αθηνά Ανδρουλάκη εκδίδει το 2010 το «Ανεμπόδιστο Φως» την πρώτη της ποιητική συλλογή με 35 ποιήματα εκ των οποίων τα 13 εκτείνονται σε δύο σελίδες, ενώ υπάρχουν 3 τρισέλιδα, 1 που εκτείνεται σε τέσσερις σελίδες και 1 σε έξι, τα υπόλοιπα 17 καταλαμβάνουν μια σελίδα, ελάχιστα όμως είναι τα ολιγόστιχα. Ο στίχος είναι κυρίως αφηγηματικός, αλλά και περιγραφικός σε αρκετά σημεία, με λεπτομέρειες από τον έξω χώρο του ποιητή/αφηγητή που άλλοτε είναι η φύση και άλλοτε ο εσωτερικός χώρος ενός δωματίου.

Τα στοιχεία αυτά δεν αναφέρονται από φιλολογικό σχολαστικισμό, αλλά γιατί είναι αποκαλυπτικά της εξελικτικής πορείας του ποιητικού της λόγου. Έναν χρόνο μετά εκδίδει την «Οφθαλμαπάτη», με 33 ποιήματα, εκ των οποίων το μεγαλύτερο έχει είκοσι στίχους και μάλιστα ευκρινώς πιο ολιγόλεξους σε σχέση με την προηγούμενή της συλλογή. Ο εξωτερικός χώρος δίνει τη θέση του στον εσωτερικό χώρο του ψυχισμού του ποιητικού υποκειμένου και οι όποιες αναφορές στη φύση γίνονται προβολές συναισθημάτων, όχημα μιας άμεσης συνδήλωσης και όχι αφηγηματικό αντικείμενο. Τα λυρικά στοιχεία της περιγραφής υποχωρούν μπροστά στον υπαρξιακό φιλοσοφικό στοχασμό, χαρακτηριστικό που εντείνεται και γίνεται πιο δραστικό στην τρίτη και τελευταία της ποιητική συλλογή, το «Αντηχείο». Από τα 43 ποιήματα της τρίτης αυτής συλλογής εκτός από το Κελί που εκτείνεται σε 25 στίχους και το Βλέμμα με Άνοια που είναι κάπως μακρόστιχο -αν και μόνο 16 στίχων- όλα τα υπόλοιπα είναι ολιγόστιχα κ α ι ολιγόλεξα, πολλά διατυπωμένα σχεδόν ως αφορισμοί. Ο λόγος  πιο συμπυκνωμένος προσπαθεί να αποτυπώσει χωρίς λεπτομέρειες τον πυρήνα μιας σκέψης, μιας αίσθησης, ενός συναισθήματος. Η αφήγηση, όπου υπάρχει, είναι τόσο στοιχειώδης, ώστε περισσότερο υπονοείται παρά λέγεται, όπως στο Αγάπη Μετέωρη «Το αγόρι άφησε το κορίτσι / το κορίτσι το αγόρι». Η φύση κάνει την εμφάνισή της με εικόνες φευγαλέες που απεικονίζουν ξεκάθαρα πλέον εσωτερικές περιπέτειες, όπως στον Κάμπο ή στο Θαλασσοπάλεμα, εσωτερικές περιπέτειες που σχετίζονται με την μοναξιά και την ακύρωση, με την θλίψη του περασμένου και μη αναστρέψιμου αλλά και περιπέτειες θανάτου και έρωτα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως κυρίαρχο στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος στον ποιητικό κόσμο της Αθηνάς Ανδρουλάκη είναι η θάλασσα. Η θάλασσα ως σκηνικός χώρος, στα πρώτα κυρίως ποιήματα, αλλά και ως χώρος άντλησης συμβόλων της προσωπικής της σημειολογίας έχει αδιαμφισβήτητα προεξάρχοντα ρόλο. Σε 31 συνολικά ποιήματα υπάρχουν άμεσες ή έμμεσες αναφορές στη θάλασσα και στον κόσμο της. Έτσι, από πλούσιος σκηνικός χώρος: «διεγερμένη η θάλασσα σμιλεύει τη νοημοσύνη από την αρχή… ελιξίριο πόνου φτιαγμένο με αισθήματα, πολύτιμη σερμαγιά κουπιά αγκίστρια σημαδούρες παραγάδια, πυξίδα για γυρισμό στην ξεθυμασμένη γη» από το ομότιτλο ποίημα της πρώτης συλλογής, γίνεται φορέας συνδηλωτικής σημασίας για το βίωμα και την εμπειρία στο Γιατί ψυχή μου της δεύτερης συλλογής «τώρα που οι κρότοι κόπασαν, έμαθα την τέχνη της θάλασσας, συνήθισα την βοή της…». Για να αποκτήσει τις διαστάσεις πλέον του συμβόλου  στο Τόσο Θαλασσοπάλεμα του Αντηχείου : «Τόσο θαλασσοπάλεμα / τόση ναυτία / και του είπανε να αγκυροβολήσει / στις ύφαλες σπηλιές / χωρίς να σπάσει την προπέλα».

Άξια παρατήρησης  είναι και η παρουσία στοιχείων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας με εμβληματικές φιγούρες όπως ο Αχιλλέας, ο Πρίαμος και ο Σίσυφος, αλλά και αντικείμενα και λέξεις που έχουν ταυτιστεί στον έναν ή στον άλλον βαθμό με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο: αττική λήκυθος, διθύραμβος αλλά και βόστρυχος και πεσσοί…

Και η σχέση με τις άλλες Τέχνες, τη μουσική ή τη ζωγραφική; Όροι και λεξιλόγιο και μοτίβα… Και η επίκληση του θείου; Σε ποιες περιπτώσεις η ποιητική persona καταφεύγει σ’ αυτήν;

Όλα αυτά αποτελούν ερωτήματα που χρήζουν περαιτέρω έρευνας. Αν και ο πυρήνας των απαντήσεων νομίζω πως είναι: ο ανθρώπινος πόνος. Ο ανθρώπινος πόνος που ανιχνεύεται, καταγράφεται και κατανοείται, με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο που έχουν όσοι γιατροί αφιέρωσαν τη ζωή τους στην προσφορά. Γιατί η αφοσιωμένη θητεία της ποιήτριας στην επιστήμη της Ιατρικής, ίσως να της στέρησε, για αρκετά χρόνια, την παραμυθία της ποίησης, αλλά τής χάρισε αυτήν την διαφορετική οπτική.

Η Αθηνά Ανδρουλάκη, όπως και άλλοι συνάδελφοί της γιατροί-καλλιτέχνες, αγάπησαν την Τέχνη, γιατί πόνεσαν τον Άνθρωπο.

Αφεντουλίδου Άννα

hpqscan0001