Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΓΟΥΛΙΑ

Under the volcano

Μάλκολμ Λόουρυ, «Κάτω από το ηφαίστειο», μτφ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Αστάρτη

Έρχεσαι απ’ τον βαθύ ουρανό ή μια άβυσσος σε βγάζει

εσέ, Ομορφιά; Το βλέμμα σου, θείο, σατανικό,

μαζί με το ευεργέτημα το έγκλημα μοιράζει,

γι’ αυτό μπορώ με το κρασί πως μοιάζεις να σου πω.

 

                                                  «Ύμνος στην Ομορφιά», Σ. Μπωντλέρ

 

 

«Γι’ αυτόν η ζωή περιμένει πάντα στην άλλη γωνία,

 με τη μορφή ενός άλλου ποτηριού σ’ ένα άλλο μπαρ».

 

 

Όταν κάποιος μεθάει για πρώτη φορά στα δεκατέσσερα χρόνια του, το μόνο που κατορθώνεται με τη μέθη αυτή είναι να έρθει σε επαφή με την πρωτόγνωρη εμπειρία της αποδόμησης της προσωπικότητάς του, με τη διάλυση, την αποσύνθεση μέσα στο αλκοολούχο σκουρόχρωμο νάμα της μπύρας ή του κόκκινου κρασιού. Και ως κάτι το πρωτόγνωρο, ενέχει τον ερωτισμό του και την επαναστατικότητά του. Θραύει τα οικογενειακά «πρέπει» και απελευθερώνει τον νάνο ερωτισμό τής εφηβείας. Όταν μεθάς στα δεκαεννέα και σου χρειάζονται δυο μπουκάλια ορού στο πλησιέστερο διανυκτερεύον νοσοκομείο για να συνέλθεις, τότε σίγουρα από πίσω κρύβεται μια πρώιμη ερωτική απογοήτευση που ο μεγεθυντικός φακός της νεότητας τη μεγέθυνε μέχρι σημείου… βρασμού. Όταν όμως πίνεις και πίνεις στα τριάντα και στα σαράντα σου για να μεθάς, ενώ εμφανίζεσαι φαινομενικά τουλάχιστον ικανός να ελέγξεις τις δόσεις, αλλά το αρνείσαι, τότε το αλκοόλ αποδεικνύεται ταυτόχρονα μέσο διαφυγής και παραμυθία, πορεία προς τη γειτνίαση με την εμπειρία της απόλυτης απώλειας, της ψυχικής εξάτμισης, ένα πρελούδιο θανάτου. Ένας ηρωισμός τελικά για εκείνους τους λίγους που ξέρουν ότι η εξαργύρωσή του είναι κι αυτή μια ηρωική έξοδος. Ένας ηρωισμός για όσους επιλέγουν και επιμένουν να ζουν Κάτω από το ηφαίστειο.

Πρόξενε Τζόφρεϊ Φέρμιν καλώς ορίσατε στη γιορτή: El Dia de los Muertos! Μεξικό. Έτος 1939.

Με τον «πατέρα» τού Τζόφρεϊ Φέρμιν, του τέως προξένου, τον Μάλκολμ Λόουρυ (1909 – 1957), αυτόν τον «καταραμένο» πότη ποιητή, είναι αλήθεια ότι  η βιομηχανία της διαφήμισης δεν ασχολήθηκε καθόλου. Και φυσικά το αποτέλεσμα είναι να διαχέεται σήμερα το όνομά του ανάμεσα στους λίγους που στάθηκαν τυχεροί κάποιος να τους κρούσει τη θύρα με το βιβλίο στο χέρι. (Κάτι που συνέβη και με εμένα τον ίδιο). Ο Λόουρυ είναι ουσιαστικά ο συγγραφέας του ενός βιβλίου και των πολλών χειρογράφων. Το Κάτω από το ηφαίστειο εκδόθηκε το 1947 μετά από συγγραφική δουλειά πολλών χρόνων και κατόπιν πολλών ανεπιτυχών προσπαθειών για αναζήτηση εκδότη. Μέσα σε μια σύντομη φιλοξενία σε αυτήν εδώ τη ζωή που προσδιορίστηκε από δυο γάμους, εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, περιπλανήσεις, κατάθλιψη, περιπέτειες και πολύ, μα πολύ αλκοόλ, ο Λόουρυ έγινε ακόμη ένας αυτοβιογραφούμενος εν πολλοίς δημιουργός. Και κάθε πότης στρέφεται προς τα ένδον, όταν η μέθη κορυφώνεται και ακολουθεί η πορεία προς τη συντριβή και τη διάλυση. Μια πορεία που είναι σαν το γράψιμο, γοητευτική και απροσδιόριστη καθώς κατά κανόνα τη μέθη και το γράψιμο δεν τα οδηγείς αλλά σε οδηγούν, δεν ξέρεις πού σε πηγαίνουν γιατί τελικά σε πηγαίνουν όπου αυτά θέλουν, και κυρίως το μεθύσι είναι αυτό που σε κατευθύνει εξ ολοκλήρου και νομοτελειακά προς τη δική του κατεύθυνση. Γι’ αυτό και ο Λόουρυ είναι ένας «καταραμένος» συγγραφέας: Στο Κάτω από το ηφαίστειο βάζει τη δική του ζωή κάτω από το μικροσκόπιο, προβάλλοντας το βάθος τής κάθε του πληγής, και καταγράφει τις δονήσεις της δικής του μέθης, τη δική του πορεία προς την τελική πτώση, τον πανικό και τις διασαλεύσεις του. Α ζωή! Ένα ξένο καπέλο φορεμένο βιαστικά / μέσα στον πανικό του βομβαρδισμού, όπως θα έλεγε και ο Τάσος Λειβαδίτης. Ο Λόουρυ με τον τρόπο αυτό μοιάζει να γίνεται ο τιμητής της αρνητικής πλευράς του βίου αφού, ξεκινώντας από την προσωπική του συντριβή, αγκαλιάζει, κινούμενος φυγόκεντρα, την τρωτή πλευρά της ανθρωπότητας. Σαν να καυτηριάζει με την ενδελεχή φωτογράφηση της εκμηδένισης του Φέρμιν και να αμφισβητεί όλο το κοινωνικό οικοδόμημα, αντιπροτείνοντας στην ατομική αλλοτρίωση την προσωπική χαρά της άγιας παρεκτροπής. Ή τη γοητεία του παιχνιδιού με τον θάνατο, τον ίλιγγο μπροστά στη θέαση του γκρεμού.

Όταν ξαναπήρα στα χέρια μου το Κάτω από το ηφαίστειο, είχα έντονη την ανάγκη να ανοίξω τον Ντοστογιέφσκι… Τράβηξα λοιπόν από τη βιβλιοθήκη, όχι τυχαία, το Υπόγειο, τον Σωσία και τον Ηλίθιο. Όταν αργότερα έψαχνα το «γιατί» της επιθυμίας μου, διαπίστωσα μια σειρά από λόγους.  Ένας ήταν η κοινή πρόθεση που έβρισκα ως προς τον τρόπο γραφής του Ρώσου παππού μας και του Λόουρυ. Και τους δυο ουσιαστικά δεν τους ενδιαφέρει το πριν αλλά η τωρινή ζωή του ήρωα. Μια ζωή που στον Ντοστογιέφσκι είναι άχρονη καθώς ο εξαντλητικός της τεμαχισμός την κάνει στο τέλος στατική. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στον Λόουρυ αφού οι 380 σελίδες του μυθιστορήματος καλύπτουν γύρω στις δώδεκα ώρες μιας ημέρας. Η λεπτομέρεια, το παν είναι η λεπτομέρεια, αναφωνεί ο Ρασκόλνικοβ. Ταυτόχρονα, η εξαντλητική παρακολούθηση του Φέρμιν και των μεθυσμένων του αντιδράσεων, είναι η ίδια με του Ρώσου σε όλους τους ήρωές του. Αρκεί να δει κανείς τον Ρασκόλνικοβ στο Έγκλημα και τιμωρία ή τον Γκολιάντκιν στον Σωσία. Ακόμη με έφερε στον Ντοστογιέφσκι ο κοινός παρονομαστής των ηρώων του, η συντριβή, η διασάλευση της προσωπικότητάς τους. Κάτι που φυσικά το βρίσκουμε και στον Φέρμιν. Τέλος (;) εκείνο που πρωταρχικά με έκανε να ξανανοίξω τον Ρώσο ήταν η κολασμένη αγιοσύνη των ηρώων του, αυτό που πριν και πάνω απ’ όλα έχει ο πρόξενος Φέρμιν. Κανένας πραγματικά μεθυσμένος δεν είναι κακός, στην πραγματικότητα είναι ένας εν δυνάμει άγιος. Κανένας στραπατσαρισμένος ντοστογιεφσκικός ήρωας δεν είναι κακός. Και ο μεν και οι δε πάσχουν από μια ψυχική κρίση και ως πάσχοντες, δεν εμπίπτουν σε καμιά ηθική αρχή. Και τόσο πιο πολύ ισχύει αυτό, όσο όλοι τους δοκιμάζουν τις αντοχές της κοινωνίας και κυρίως τις δικές τους, εξημμένοι από τη θέαση του τέλους, την ατέρμονη ενδοσκόπηση, τον ίλιγγο μπροστά στο χάσμα.

Η ιστορία του βιβλίου του Λόουρυ εκτυλίσσεται στο Μεξικό του 1939 – με συμβολικό φόντο το ηφαίστειο -, στα στενά των πόλεών του, στα παλιά του αρχοντικά, στα ερεβώδη του δάση και κυρίως στις αλκοολούχες κόγχες του που πλημμυρίζουν από τεκίλα, ουίσκι, μπύρα και μεσκάλ. Σε μια μέρα θανάτου, τη μέρα που γιορτάζουν οι νεκροί (2 Νοεμβρίου), στο Μεξικό των εκπλήξεων, ο τέως πρόξενος Φέρμιν αρνείται να γιορτάσει την αναπάντεχη επιστροφή της πρώην συζύγου του καθώς όλα μέσα του είναι πλέον σύνθετα και αντιφατικά. Αν το μυαλό σου είναι γεμάτο με τα πάντα, τότε ποτέ δε χάνεις το μυαλό σου. Το μυαλό σου, η ζωή σου –τα πάντα μέσα εκεί.  Σε αυτόν όμως, στα σαράντα ένα του χρόνια, σκέπτεται και αντιδρά μόνο το ανέρωτο αλκοόλ. Στη διάρκεια αυτής της μέρας, μια απάνθρωπη αργή μέρα…, ο Φέρμιν οδηγείται σταδιακά στην πτώση, μόνο που αυτή η πτώση δεν θα είναι τελικά  ηρωική: Κάποιος πέταξε ένα ψόφιο σκυλί ξοπίσω του, στη χαράδρα. Για τον ίδιο τον Λόουρυ, όπως έγραφε το 1946, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί σαν μια απλή (ερωτική) ιστορία. Μπορεί όμως να διαβαστεί, συνεχίζει, αν δεν το παρατήσει κάποιος το βιβλίο, και μέσα από άλλες οπτικές. Είναι ένα είδος όπερας, ένα ποίημα, ένα τραγούδι, μια φάρσα, μια κωμωδία. Είναι επιπόλαιο, απόκρυφο, διασκεδαστικό και ενδεχομένως βαρετό. Είναι μια προφητεία, ένας πολιτικός συναγερμός, μια τερατώδης και παράλογη ταινία. Όλα αυτά ισχύουν μα περισσότερο απ’ όλα είναι μια διατριβή πάνω στο θέμα της μέθης. Ένα εγκώμιο στη «Θεία διάλυση» και, κατά τα γούστα του καθενός, αν θέλει να το δει έτσι, ένας ύμνος στο γεμάτο ποτήρι. Και αφού είμαστε στο Μεξικό, μπορούμε να μιλήσουμε για τον θαυμασμό στη διαρκή επανάσταση του γεμάτου ποτηριού!

malcolm lowry 

Το βιβλίο πραγματικά επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, από τις πιο ακίνδυνες έως τις πιο αιχμηρές. Μπορεί κάποιος να διαβάσει, να εντοπίσει, διάφορα επιμέρους θέματα ή πτυχές στις σελίδες του. Να σταθεί στο θέμα του έρωτα όπως το προβάλλει ο Λόουρυ, στις εθνογραφικές παρατηρήσεις του, στις αντίστοιχες πολιτικές ή ακόμα και τοπογραφικές, στον τρόπο ψυχογράφησης των ηρώων του, στην ψυχολογία του εξαπατημένου φίλου, στην ψυχολογία των πρώην εραστών ή του επαναστάτη νέου και φυσικά στη φυσιογνωμία της μέθης. Ο καθένας διαλέγει ό,τι του ταιριάζει αλλά θεωρώ αποτυχία την ανάγνωση του βιβλίου πέρα από τον χαρακτήρα που αυτό πραγματικά έχει: Το κείμενο είναι υγρό, μουλιασμένο στο ποτό και ως τέτοιο θα μπορούσε να προσληφθεί από τον αναγνώστη, ως δοκίμιο πάνω στο θέμα της μέθης, ως πρελούδιο στο θέμα του θανάτου, ως μια πορεία προς την ωρίμαση του πεπρωμένου του ήρωα.

Με αυτό το σκεπτικό, το κείμενο είναι ποιητικό. Σε αυτό βοηθάει η γραφή του Λόουρυ που συγκροτεί ένα κείμενο γεμάτο με προοικονομίες, εμμονές, προαισθήματα, φαντασία, εσωτερικούς δαίμονες που κυνηγούν τον Φέρμιν, εσωτερικούς εκπληκτικούς μονολόγους, παραισθήσεις, όνειρα, εγκεφαλικές περιδινήσεις, αναδρομές. Και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα θανάτου (ξεχνώντας… τον θάνατο που καραδοκούσε, Σκόνη, σκόνη παντού… Έμπαινε μέσα απ’ τα’ ανοιχτά παράθυρα, ένα πέπλο αποσύνθεσης…), ανίας (Το Μεξικό βαριόταν. Ο ταύρος βαριόταν. Όλος ο κόσμος βαριόταν, από πάντα ίσως), απουσίας πίστης στη ζωή ή καλύτερα αντίδρασης (Μα τι αξίζει η θέληση όταν δεν έχεις πίστη;, Ο Χιού γύρισε στον πρόξενο: Πώς πάει εκείνη η τρεμούλα; Ενταφιασμοί: Ο πρόξενος αντί γι’ άλλη απάντηση του έδειξε γελώντας και τσιμπώντας το αυτί του, ένα γραφείο κηδειών), ποτού, ποτού και πάλι ποτού και πάντα ποτού  (Και φαντάζομαι πως τις νύχτες, ή στο διάστημα ανάμεσα σε δυο ποτά, που είναι ένα είδος νύχτας, ό,τι έχεις διώξει μακριά, ξαναγυρίζει εκδικητικό, οι ανάξιοι ξεμέθυστοι, Δε σκέπτεσαι τίποτε άλλο παρά πόσο θα πιεις;, Τα λίγα απαραίτητα ποτηράκια, λογικά ή υπερβολικά, είχαν κάνει το θαύμα τους, του ‘βαλε μια γερή δόση ουίσκι στο ποτήρι της οδοντόβουρτσας, …ο πρόξενος θυμήθηκε πως είχε μείνει δέκα σχεδόν λεπτά χωρίς πιοτό).

Ο Λόουρυ δεν κρατά τον Φέρμιν στη σφαίρα του πλαστού, φανταστικού ήρωα. Είναι πειστικός.  Όταν ο πρόξενος δεν είναι νηφάλιος, και σχεδόν ποτέ δεν είναι από τα αμέτρητα μεσκάλ και την τεκίλα που καταπίνει αφήνοντας τα ποτήρια του άναυδα, τότε αφήνεται από τον συγγραφέα να αναπτύξει και κατόπιν να επιδείξει όλες τις διαστάσεις της μέθης. Νιώθει ενοχές, αμφιταλαντεύεται, παραπατά και συντρίβεται, περιπλανιέται άσκοπα, έχει παραισθήσεις, γελοιοποιείται, κλυδωνίζεται μεταξύ της απόφασης για ζωή ή θάνατο, μονολογεί, αναζητά τη συντροφιά του απρόσωπου  περίγυρου, αφήνεται στην αγοραία σωματική ηδονή, γίνεται κωμωδός του εαυτού του, φιλοσοφεί, αφήνεται στην πολλαπλή εν τέλει συντριβή του σώματος και της ψυχής του. Για τον Φέρμιν αυτή η μέρα των νεκρών είναι η δική του μέρα, το τέλος της μεγάλης του αλκοολούχας πορείας του που γιορτάζεται σιωπηρά. Όπως λέει και ο Μαρμελάντοφ στο Έγκλημα και τιμωρία, Πίνω επειδή ζητώ στο ποτό τη συμπάθεια. Δεν γυρεύω την ικανοποίηση, αλλά μόνο τον πόνο… Πίνω επειδή θέλω να υποφέρω διπλά. Και ο Φέρμιν πολλές φορές αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο να ξαναπιεί ή όχι. Και πάντα στο τέλος αφήνεται στην ηδονή και την ικανοποίηση της αυτοεξόντωσης. Ο Φέρμιν πλάστηκε για να αφεθεί στις πληγές του. Να κερδίσει τη συμπάθεια του αναγνώστη (κάθε ηρωικά μεθυσμένος είναι συμπαθής στην πορεία του προς την αυτοεξόντωση) καθώς έχει τα γνωρίσματα και τις ευαισθησίες πολλών απ’ όσους συναναστρεφόμαστε καθημερινά αλλά και ταυτόχρονα με τη στάση του γίνεται και «απολογητής της ανθρωπότητας». Απέναντι σε μια κοινωνία τιμωρό και απαγορευτική, που καταπνίγει τις παρορμήσεις και τις οποιεσδήποτε ανθρώπινες παρεκκλίσεις, ο Λόουρυ υποβάλλει τον πρόξενο Φέρμιν σε ψυχολογική ενδοσκόπηση, προβάλλοντας τον ευαίσθητο εφηβικό του ψυχισμό, την αθωότητά του, και παράλληλα την ανδρική του σταδιακή κατάρρευση. Το παράλογο της ζωής αντιμετωπίζεται με το αντίδοτό του: Κάτι εξίσου διαλυτικό και παρά-λογο.

Ο Φέρμιν είναι «ήρωας» διότι ενσυνείδητα επιλέγει τον τρόπο της αυτοκαταστροφής του. Είναι μια «εν διαλύσει ύπαρξη», όπως θα πει και ο Κωστής Παπαγιώργης. Ζει τον θάνατο πίνοντας, συναναστρέφεται το τίποτα, μυείται στον θάνατο, αυτοτιμωρούμενος τιμωρεί και υπερβαίνει όσους διαθέτουν τον κοινό άχρωμο νου, την κοινή άγευστη ευαισθησία του καθημερινού ανθρώπου. O Φέρμιν βιώνει το σταδιακό λιώσιμο του κεριού ηθελημένα (Πέρα από την εξευτελιστική επικύρωση του ολέθρου του, της άγονης κι εγωιστικής καταστροφής του, που τώρα επιτέλους ήταν ηθελημένη) και νοσταλγεί τις εξαντλητικές του οινοποσίες που κατά βάθος ποτέ δεν τον έχουν εγκαταλείψει (…α αυτές τις καυτές ρουφηξιές μέσα στη μοναξιά, θα τις νοσταλγούσε πάντα, όπου και να πήγαινε, ήταν ίσως οι πιο ευτυχισμένες στιγμές που είχε γνωρίσει στη ζωή του!). Θυμίζει τον Καλιγούλα τού Καμύ που, όταν συλλαμβάνει το παράλογο της ύπαρξης, αποφασίζει να το υπηρετήσει μέχρι τελικής πτώσεως. Θυμίζει ακόμα τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν τού Καραγάτση, αυτόν τον ασυμβίβαστο πότη που επιλέγει κι αυτός το προσωπικό του ολοκαύτωμα, ξένος κι αυτός προς το περιβάλλον, προς την καθημερινή ζωή. Κι αυτό το καθημερινό τραγικό, αυτόν τον καθημερινό αδιάλειπτο διάλογο του ήρωα με το πεπρωμένο του, παρουσιάζει ο Λόουρυ. Έναν διάλογο που είναι κυρίως εσωτερικός, ήσυχος μπροστά από μια σειρά άδεια ποτήρια και μπουκάλια, δήθεν σιωπηρός, ακίνητος σαν τις τραγωδίες του Αισχύλου όπως θα έλεγε και ο Maurice Maeterlinck, και για τον λόγο αυτό τραγικός μες στην πυκνή του ακινησία.

Αν το Κάτω από το ηφαίστειο αξίζει τις λίγες αυτές αράδες, είναι γιατί μπορεί να ξαναδιαβαστεί πολλές φορές, ολόκληρο ή κατά κεφάλαια, όπως το εκπληκτικό 10ο , 11ο ή 12ο κεφάλαιο: Τα πιο μεθυσμένα, παραληρηματικά και πεισιθάνατα κομμάτια του βιβλίου, (Στάζοντας οινόπνευμα απ’ όλους τους πόρους… ο πρόξενος στεκόταν, με το χέρι του απλωμένο σαν ν’ αποτελούσε μέρος του ποτηριού… Τι είναι ο άνθρωπος παρά μια μικρή ψυχή που κρατάει όρθιο ένα σώμα… Δώσε μου την πραγματική μοναξιά για να μπορέσω να προσευχηθώ αληθινά. Άφησέ μας να γίνουμε πάλι ευτυχισμένοι μαζί, φτάνει να ‘μαστε μόνοι μαζί, φτάνει να ‘μαστε έξω απ’ αυτόν το φοβερό κόσμο. Κάψε τον κόσμο!… Μέσα σε πόσα ποτήρια, σε πόσα μπουκάλια είχε κρυφτεί, μόνος του από τότε;… Με ξεγέλασαν οι προσφορές σας για έναν ξεμέθυστο και εξωαλκοολικό Παράδεισο… Αντιθέτως, διαλέγω την Κόλαση… Την αγαπάω την Κόλαση. Λαχταράω να ξαναγυρίσω κοντά της. Στην πραγματικότητα πηγαίνω τρεχάτος. Έχω φτάσει σχεδόν κιόλας). Ακόμη το κείμενο διαρκώς ανανεώνεται, γιατί αποτελεί ένα πεζό ποίημα που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Σίγουρα όμως, πέρα από οποιονδήποτε άλλο λόγο που νομιμοποιεί την αναμφισβήτητη αξία και γοητεία του βιβλίου, η κύρια συμβολή του –ναι, για τέτοια κάνω λόγο – έγκειται στ’ ότι διδάσκει και καλλιεργεί τη συμπάθεια απέναντι σε όσους βυθίζονται στις ηρωικές εκτροπές της ζωής. Απέναντι σε αυτούς που το πρόωρο σκόρπισμα της ψυχής τους, γίνεται και έμβλημα της βραχύτητας του βίου τους. Η γραφή του Λόουρυ καλλιεργεί τη συμπάθεια και τον σεβασμό απέναντι σε αυτούς που έχουν τη γενναιότητα να καλλιεργούν τις αντιφάσεις τους, τον ίλιγγο και το πάθος όπως στις Ερωμένες (XLII) τού Μπωντλέρ: Έπειτα, παράγγειλαν καινούργιες μπουκάλες, για να σκοτώσουν το Χρόνο που δεν το βάζει κάτω εύκολα, και να επιταχύνουν τη Ζωή που κυλά τόσο αργά. Τέλος προτείνει την κατανόηση απέναντι σε αυτούς τους γενναία τσακισμένους, που ανάλογα με την προσωπικότητά τους, ακολουθούν τα κελεύσματα απ’ όπου κι αν προέρχονται και οδηγούνται στη μέθη: Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε.

Το Κάτω από το ηφαίστειο, όταν πρωτοεκδόθηκε, βρέθηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στη λίστα των best – seller στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο τον Λόουρυ, το βιβλίο στον Καναδά πούλησε μόνο δυο αντίτυπα. Στη Γαλλία αμέσως έγινε αποδεκτό από τους κριτικούς και θεωρήθηκε κλασικό. Μετά το Κάτω από το ηφαίστειο, ο αλκοολικός Λόουρυ δεν μπόρεσε να ξεκινήσει με αξιώσεις ένα νέο βιβλίο. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων της ζωής του, ο δρόμος οδήγησε τον Λόουρυ δεκάδες φορές στις κλινικές ώσπου πεθαίνει από υπερβολική δόση υπνωτικών τον Ιούνιο του 1957. Ό,τι έγραψε ήταν μια αποτύπωση της ζωής του, της υλικής και κυρίως των εσωτερικών του δονήσεων, των προσωπικών του προβλημάτων.

 under the volcano (1)

Malcolm Lowry

Late of the Bowery

His prose was flowery

And often glowery

He lived, nightly, and drank, daily,

And died playing the ukulele.

 

(“Epitaph”)

 Δημήτρης Σαραντάρης