Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ: ΧΕΝΡΙ ΤΖΕΪΜΣ

 415px-Portrait_of_Henry_James_1913

Το στρίψιμο της βίδας (1898), μυθιστόρημα του Χένρι Τζέιμς (1843-1916).

Για το έργο αυτό ο Έζρα Πάουντ είχε γράψει ότι «[…] αναφέρεται στην ανθρώπινη ελευθερία, την προσωπική ελευθερία, τα δικαιώματα του ατόμου ενάντια σε κάθε είδους απροσδιόριστη δουλεία […]. Αυτό που πολεμά ο Χένρι Τζέιμς είναι η επιρροή, η καταπίεση της οικογένειας, η καταπίεση μιας προσωπικότητας σε μιαν άλλη». Με στοιχεία από το φανταστικό είδος, το κείμενο αυτό αφηγείται την ιστορία δύο μικρών παιδιών τα οποία, μετά τον θάνατο των γονιών τους, αναλαμβάνουν κάποιοι υπηρέτες σε έναν παλιό πύργο, στην αγγλική εξοχή. Αυτοί οι τελευταίοι, διεστραμμένοι και μοχθηροί, εξαχρειώνουν και εκμαυλίζουν τα παιδιά τα οποία αρχίζουν να τους μοιάζουν. Οι υπηρέτες πεθαίνουν και τα φαντάσματά τους επιστρέφουν στο σπίτι, κυνηγούν τα παιδιά προσπαθώντας να τα τραβήξουν κοντά τους. Το συγκεκριμένο γοτθικό έργο είναι ανατριχιαστικά λιτό μέσα στην αναπαραστατική του δύναμη. Η ιδέα του θανάτου καταγράφεται ως μία ανελέητη επανάληψη πολλών άλλων θανάτων σε ηθικό επίπεδο. Η γνωστή εμμονή του Τζέιμς στον ηθικό άνθρωπο και οι ενοχές του συνθέτουν μία «απόκοσμη παρτιτούρα, που χρωστάει πολλά στον Ζεράρ ντε Νερβάλ και τον Έντγκαρ Άλαν Πόε».

Μία εντυπωσιακή μεταφορά του έργου στο σινεμά έκανε ο Βρετανός Τζακ Κλέιτον, το 1961, με το φιλμ Μια μορφή στο παράθυρο.    

Το Δέντρο, τεύχος 159-160, Λογοτεχνικός χάρτης

Ένα βράδυ –δίχως τίποτε να οδηγεί ή να προετοιμάζει σ’ αυτό- ένιωσα το κρύο άγγιγμα της εντύπωσης που με έχει κάνει να αναρριγήσω, και που, πολύ ελαφρύτερο τότε, όπως έχω αναφέρει, θα το είχα πιθανότατα ξεχάσει αν η κατοπινή διαμονή μου ήταν λιγότερο συνταρακτική. Δεν είχα πλαγιάσει: καθόμουν και διάβαζα πλάι σε δύο κεριά. Στο Μπλάυ ήταν ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία, μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα μερικά από δαύτα, κακόφημα, όχι όμως σε βαθμό που να μην έχει φθάσει κάποιο παραστρατημένο αντίτυπο  σ’ αυτό το απομονωμένο σπίτι και προκαλέσει την ανομολόγητη περιέργεια της νιότης μου. Θυμάμαι πως το βιβλίο που κρατούσα ήταν η Αμέλια του Φήλντινγκ – επίσης, πως ήμουν εντελώς ξύπνια. Θυμάμαι ακόμη τη βεβαιότητα πως ήταν πάρα πολύ αργά, και μιαν αλλόκοτη εναντίωση στο να κοιτάξω το ρολόι μου. Τέλος, φαντάζομαι πως η άσπρη κουρτίνα, που στόλιζε, σύμφωνα με τη μόδα εκείνου του καιρού, το κεφαλάρι του μικρού κρεβατιού της Φλώρας, πλαισίωνε, όπως είχα βεβαιωθεί πριν από κάμποση ώρα, τον τέλειο ύπνο του παιδιού. Με δυο λόγια, θυμάμαι πως, αν και διάβαζα με πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο, όλη η γοητεία του σκόρπισε καθώς γύριζα μια σελίδα και βρέθηκα να έχω αναθωρήσει και να ατενίζω την πόρτα της κάμαράς μου. Αφουγκράστηκα μια στιγμή, θυμήθηκα το αόριστο συναίσθημα που είχα την πρώτη νύχτα κάποιας αναταραχής μέσα στο σπίτι, και πρόσεξα πως το αεράκι, από το ανοιχτό παράθυρο, σάλευε ανάλαφρα το μισοανοιγμένο στόρ. Ύστερα, με όλα τα χαρακτηριστικά μιας αποφασιστικότητας, που θα φαινόταν υπέροχη αν ήταν κάποιος εκεί για να τη θαυμάσει, παράτησα το βιβλίο μου, σηκώθηκα, και παίρνοντας ένα κερί βγήκα στο διάδρομο, που το φως του κεριού τον φώτιζε αμυδρά, έκλεισα πίσω μου αθόρυβα την πόρτα και την κλείδωσα.

Χένρι Τζέιμς «Το στρίψιμο της βίδας», μτφ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Άγρα